Ευρέως γνωστός ως πιο διάσημος μπασίστας της τζαζ, ο Τσαρλς Μίνγκους (22/04/1922-05/01/1979) ήταν πάνω απ’ όλα ο πιο εφευρετικός και δυναμικός συνθέτης τζαζ της εποχής του. Το μουσικό του έργο στη τζαζ ανήκει σε μία ιδιαίτερη κατηγορία, που μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως «Μίνγκους».    

Γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1922 στην Αριζόνα. Ως έφηβος άρχισε να ασχολείται με τη κλασσική μουσική και έπαιζε τσέλο. Όμως σύντομα κατάλαβε ότι, λόγω του φυλετικού διαχωρισμού στις ΗΠΑ της εποχής του, ήταν αδύνατο για έναν μαύρο να εργαστεί ως κλασσικός μουσικός, και έστρεψε το ενδιαφέρον του στη τζαζ.  H εκπαίδευση του στην κλασσική μουσική τον βοήθησε να αναπτύξει μια δεξιοτεχνία μοναδική για μπασίστα της τζαζ, ώστε μία από τις πρώτες του επιτυχίες με το συγκρότημα του βιμπραφωνίστα Λάιονελ Χάμπτον το 1947, να φέρει τον τίτλο «Τα δάχτυλα του Μίνγκους».

Άρχισε να συνθέτει σε νεαρή ηλικία, επηρεασμένος από το Ντουκ Έλινγκτον, το Ραβέλ και το Ρ. Στράους, πάντα επιδιώκοντας να είναι ένας «αυθόρμητος συνθέτης». Θαύμαζε τον Τσάρλι Πάρκερ (γνωστό με το παρατσούκλι Bird) και χώριζε την τζαζ σε δύο εποχές, τη μία πριν και την άλλη μετά το Bird. Ο Μίνγκους δεν δίσταζε να πειραματιστεί: οι συνθέσεις του ήταν επαναστατικές και δεν ακολουθούσαν πιστά τις κυριαρχούσες τάσεις που επικρατούσαν τότε στην τζαζ.

Ο Μίνγκους ηχογράφησε πολλούς δίσκους και συνέθεσε πάμπολλα κομμάτια μουσικής.  Δύο κομβικοί δίσκοι στην εξέλιξη της μουσικής του είναι το Pithecanthropus Erectus (1956) και το Mingus Ah Um (1959), στο οποίο η αριστοτεχνία του Μίνγκους στη σύνθεση ξεχωρίζει ιδιαίτερα στο κομμάτι Boogie Stop Shuffle.

Ο Τσαρλς Μίνγκους συνεργάστηκε με πολλούς διάσημους μουσικούς τζαζ, όπως τους Λούη Άρμστρονγκ, Τσάρλι Πάρκερ, Ντέξτερ Γκόρντον, Ντίζι Γκιλέσπι, και Μπαντ Πάουελ. Σε μία από τις καλύτερες συνεργασίες του, με τον πιανίστα Ντιουκ Έλινγκτον και τον ντραμίστα Μαξ Ρόουτς, ηχογράφησε τον εξαιρετικό δίσκο Money Jungle, που περιλαμβάνει το Fleurette Africaine, ένα από τα καλύτερα δείγματα της δεξιοτεχνίας του Μίνγκους στο μπάσο.

Αν και έπαιζε μπάσο, το πραγματικό «όργανο» του Τσαρλς Μίνγκους ήταν η μπάντα του. Οι συνθέσεις του είχαν ξεχωριστή ζωτικότητα, γιατί συνήθως υπαγόρευε τη σύνθεση του απ΄ ευθείας στους μουσικούς προφορικά, ως ήχο, χωρίς αυτοί να διαβάζουν τις νότες. Οι μελωδίες του έχουν ένα σκερτσόζικο λυρισμό γιατί, όπως είχε πει ο ίδιος, ήθελε να είναι «αυθόρμητος συνθέτης», βάζοντας στη δομή της μουσικής του τον αυτοσχεδιασμό, και εισάγοντας στη τζαζ το «συλλογικό αυτοσχεδιασμό», στον οποίο συμμετέχουν όλοι οι μουσικοί μιας μπάντας.

Πολλές δημιουργίες του ενσωμάτωναν έναν έντονο αντιρατσισμό, και συχνά γελοιοποιούσε ρατσιστικά στερεότυπα στη μουσική του. Η σύνθεσή του Fables of Faubus αποτέλεσε μία ορχηστρική διαμαρτυρία κατά του ρατσιστή κυβερνήτη της πολιτείας του Αρκάνσας Faubus.

Στο εντελώς ιδιαίτερο στυλ της μουσικής του συναντώνται στοιχεία γκόσπελ, μπλουζ και σουίνγκ, αλλά κυρίως μπίμποπ και χαρντ μποπ. Δεν ακολούθησε όλες τις εξελίξεις της τζαζ της εποχής του και αντιμετώπισε την άνοδο της «ελεύθερης» (free) τζαζ με καχυποψία, γιατί πίστευε ότι η ελευθερία βγαίνει από τη δομή της μουσικής.

Ο Μίνγκους είχε εκρηκτικό ταμπεραμέντο και ήταν γνωστός ως «ο θυμωμένος της τζαζ». Ήταν συχνά φουρκισμένος και οι εκρήξεις της οργής του ήταν διαβόητες. Στο κλαμπ Village Vanguard της Νέας Υόρκης, όπου το 1965 έπαιξε για 2 μήνες με τη μπάντα του, υπάρχουν ακόμη τα ίχνη της εκρηκτικής του φύσης. Σε ένα ξέσπασμα θυμού έσπασε τότε ένα φωτιστικό, που μέχρι σήμερα είναι γνωστό ως «το φωτιστικό του Μίνγκους», και κατέστρεψε την πόρτα του κλαμπ με ένα πυροσβεστικό τσεκούρι.

Η ζωή του είχε άπειρες άλλες πικάντικες πτυχές, και ο Μίνγκους περιέγραψε πολλές από αυτές στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Beneath the Underdog, μαζί με τις σκέψεις του για πολλά θέματα, από τη θρησκεία και το ρατσισμό μέχρι το μυστικισμό και τη μοναξιά.

Ο Τσαρλς Μίνγκους έλαβε πολλές διακρίσεις και βραβεία για το μουσικό έργο του. Η τεράστια προσφορά του στην τζαζ αναγνωρίστηκε επίσημα, και εξασφαλίστηκε για τις επόμενες γενεές, όταν η βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ αγόρασε τη συλλογή όλου του έργου του το 1993.

Ο μεγαλοφυής «θυμωμένος» της τζαζ έφυγε από τη ζωή στις 5 Ιανουαρίου 1979, έχοντας σταμπάρει ανεξίτηλα την προσωπική του επίδραση στη μουσική.