Τον τραγουδοποιό Λεωνίδα Μαριδάκη τον γνωρίζω από τα πρώτα του βήματα στη δισκογραφία και συγκεκριμένα από το 2005, τότε που με τις ευλογίες του Νίκου Ξυδάκη και του Φοίβου Δεληβοριά κυκλοφορούσε το άλμπουμ «Αβάδιστα». Το 2010, μία πενταετία αργότερα, τα πράγματα στη δισκογραφία είχαν αλλάξει πολύ. Είχαμε μπει στην οικονομική κρίση που κρατάει μέχρι σήμερα, η φούσκα του Γιαννίκου με τους Modern Times είχε αρχίσει να σκάει κι έτσι το δεύτερο άλμπουμ του Μαριδάκη, το «Σε βάθος δρόμου», δεν θα μπορούσε παρά να έβγαινε σε μία μικρή ανεξάρτητη εταιρεία σαν τον Μετρονόμο του Θανάση Συλιβού. Σε εκείνο το δεύτερο άλμπουμ του Μαριδάκη, με τη συμμετοχή της Μάρθας Φριντζήλα και της Πέννυς Μπαλτατζή, μας φανερώθηκε ένα μουσικό ιδίωμα ή ύφος που θα το χαρακτήριζα «απενοχοποίηση της χαράς». Ανήκει κι ο Μαριδάκης στη γενιά αυτή των μουσικών, των παιδιών της κρίσης, που λένε μεγάλα και σοβαρά πράγματα χωρίς καμία σοβαροφάνεια ή χωρίς αυτό το πομπώδες ύφος που κληρονομήσαμε από το λεγόμενο έντεχνο των δύο προηγούμενων δεκαετιών.

Η «Βάρκα…» είναι το τρίτο άλμπουμ του, οχτώ χρόνια μετά το προαναφερόμενο «Σε βάθος δρόμου» - δεν είναι και λίγα τα οχτώ χρόνια, αλλά η εν λόγω βάρκα πριν αράξει «στο σπίτι» πέρασε κυριολεκτικά από σαράντα κύματα. Πέρυσι τέτοιο καιρό έζησα από πρώτο χέρι την αγωνία του Μαριδάκη και της Νικόλ Κατσάνη, μίας από τους στιχουργούς του δίσκου, για να μπορέσουν να εκδώσουν τη δουλειά τους, θύματα κι αυτοί, όπως κι εγώ και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες, της Spider Music - τη μεγαλύτερη απάτη δηλαδή από καταβολής ελληνικής δισκογραφίας, θα τολμούσα να πω...Τέλος πάντων, το αναφέρω αυτό το δυσάρεστο για την ιστορία και μόνο, διότι έτσι ακριβώς συνέβη και δε μπορώ να το παρακάμψω. Σημασία έχει ότι ο Μαριδάκης είναι πάλι εδώ με ολοκαίνουργιο δίσκο και μάλιστα τον ωριμότερο στη μέχρι τώρα πορεία του.

Τα έντεκα νέα τραγούδια του διαθέτουν όλα τα απαραίτητα συστατικά ώστε να είναι επιτυχημένα, πρώτα από καλλιτεχνικής κι ύστερα από εμπορικής - ραδιοφωνικής άποψης. Έχουν πλούσιους ρυθμούς, φλερτάροντας με τη τζαζ, το σουίνγκ, τη φολκ μπαλάντα, ακόμα και το τσιγγάνικο duende, αντλώντας τη στιχουργική δυναμική τους από θέματα, άλλοτε καταγγελτικά, όπως στο «Φταίει ο Ντρούπι» (σε στίχους του Πάνου Αντωνάτου), άλλοτε κοινωνικά και ευαίσθητα («Βόλτα στο Θησείο» σε στίχους της Φωτεινής Λαμπρίδη), άλλοτε ανάλαφρα νοσταλγικά («Μια Μαίρη Πόππινς» σε στίχους της Νικόλ Κατσάνη) και άλλοτε βαθιά υπαρξιακά: Εδώ αναφέρομαι φυσικά στο ομότιτλο του δίσκου κομμάτι, το «Βάρκα στο σπίτι», με τους στίχους του Μάνου Ελευθερίου σαν ένα δώρο του σημαντικού ποιητή, στιχουργού και συγγραφέα σε έναν τραγουδοποιό της σημερινής εποχής. Δεν είναι καθόλου αμελητέο αυτό!

Όποιος παρακολουθεί τη δισκογραφία και ενημερώνεται για το ελληνικό τραγούδι, θα γνωρίζει ότι ο Ελευθερίου, αυτός που έγραψε το «Ποιος τη ζωή μου» με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον «Άγιο Φεβρουάριο» με τον Δήμο Μούτση και πιο πρόσφατα σχετικά τον «Άμλετ της σελήνης» με τον Θάνο Μικρούτσικο - για να θυμηθώ μερικές μόνο από τις πιο οριακές στιγμές του - παραμένει παραγωγικότατος και δεν τσιγκουνεύεται να χαρίζει την πολύτιμη γραφή του σε νέα παιδιά, συνθέτες και τραγουδιστές. Εκτός από τον Μαριδάκη λοιπόν που του έγραψε τη «Βάρκα στο σπίτι», θα μπορούσα να θυμηθώ μεμονωμένα τραγούδια του των τελευταίων ετών σε μουσική του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη, του Σπύρου Παρασκευάκου, του Νίκου Ζουρνή μέχρι και την απόδοση του στα ελληνικά μίας μπαλάντας του Τζεφ Μπάκλεϊ με τον Χρήστο Θηβαίο. Και για να κλείσω με αυτό το μεγάλο κεφάλαιο που λέγεται Μάνος Ελευθερίου αναφορικά με την εργασία του Μαριδάκη, θα προσθέσω ότι από τη δική του ραδιοφωνική εκπομπή ακούσαμε για πρώτη φορά την «Αστυπάλαια», ένα από τα ομορφότερα κομμάτια του δίσκου, σε στίχους της Νικόλ Κατσάνη. Υπάρχουν, ξέρετε, καλλιτέχνες γενναιόδωροι που δεν κομπλάρουν να στηρίξουν τον νέο, ακόμη και τον πρωτοεμφανιζόμενο συνάδερφο τους κι αυτό έκανε ο Ελευθερίου με την περίπτωση της Κατσάνη στα πρώτα της στιχουργικά βήματα.

Ο Μαριδάκης ανήκει κι αυτός επίσης στους τραγουδοποιούς που ερμηνεύουν οι ίδιοι καλύτερα απ' τον οποιοδήποτε τα τραγούδια τους. Αν πάμε στην Αμερική του 1940 και του '50 με τον Γούντι Γκάθρι (και δεν θα πάμε πολύ μακριά, αφού το τραγούδι «Ο δαίμων του τυπογραφείου» κινείται σε ανάλογο μουσικό ύφος) ή στον Μπομπ Ντίλαν του '60 και του '70 κι από κει στους δικούς μας Σαββόπουλο, Λοΐζο και πάει λέγοντας, θα δούμε τη στενή σχέση του καλλιτέχνη που συνθέτει μελωδίες και γράφει στίχους με την τέχνη της τραγουδιστικής ερμηνείας. Γι' αυτό το λόγο και μόνο θεωρώ ότι η συμμετοχή στο δίσκο καλλιτεχνών σαν τον Σπύρο Γραμμένο, τον Αργύρη Λούλατζη και τη Δανάη Μπότικ, έγινε κατόπιν ωρίμου σκέψεως, που λένε. Το όλο ακρόαμα φανερώνει πως έγινε κανονικό κάστινγκ, ξεπερνώντας τον σκόπελο μιας απλής φιλικής συμμετοχής.

Να κάνω και μία αναφορά στις καλόγουστες ενορχηστρώσεις από τον Μαριδάκη αυτοπροσώπως και μια ομάδα πρωτοκλασάτων μουσικών (Φώτης Σιώτας στα βιολιά, Πέτρος Βαρθακούρης στο μπάσο και στο κοντραμπάσο, Γιώργος Κατσάνος και Δημήτρης Σεβνταλής στο πιάνο και εννέα ακόμη εξαίρετοι παίκτες). Η ενορχήστρωση δεν φορτώνει βαριά το υλικό, αλλά το υπηρετεί συμφώνως με τους μουσικούς δρόμους, στους οποίους κινείται.

Συνοπτικά, η «Βάρκα στο σπίτι» του Λεωνίδα Μαριδάκη παγιώνει την παρουσία του στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι και γεμίζει με αισιοδοξία, τόσο τον ίδιο θέλω να πιστεύω, όσο κι εμάς, τους αγνούς ακροατές, που έχουμε τη δυνατότητα να επιλέγουμε τα διαμάντια από τα προβαλλόμενα σκουπίδια. Με τη «Βάρκα στο σπίτι», τέλος, ο Θανάσης Συλιβός μας δίνει για μία ακόμη φορά την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε πως οι εκδόσεις Μετρονόμος αποτελούν αυτή τη στιγμή τον Νο 1 αιμοδότη της ελληνικής έντεχνης και λαϊκής μουσικής. Εύχομαι καλή συνέχεια σε όλους και φεύγοντας από δω, αγοράστε το δίσκο, στηρίξτε ανθρώπους που δεν κινούνται με γνώμονα το κέρδος, αλλά τον πολιτισμό και τα πιο ευγενή παράγωγα του.