«… Ο Γκάτσος συχνά αναρωτιόταν μεταξύ σοβαρού και αστείου: ‘Τι σου είναι, βρε παιδί μου, η γλώσσα: Με τις ίδιες λέξεις που ένας γιατρός γράφει μια συνταγή, εμείς κάνουμε τέχνη!’ Και δήλωνε πατρίδα του τη γλώσσα….»

Η μικρή ιστορία πίσω από τον αναγραμματισμό μιας λέξης στους στίχους της Μικρής Ραλλούς, ο πόνος της φυσικής απουσίας, η Προλετάρια (γάτα), τα καθημερινά τηλεφωνήματα με τον Μανώλη Μητσιά, οι στίχοι του και η υψηλή συγκίνηση, το όνομα «Γκάτσος» και τι σημαίνει σε έναν σημερινό 18άρη, η κουβέντα «… ο Γκάτσος κι ο Χατζιδάκις έφυγαν εγκαίρως πριν δουν τους εφιάλτες τους να πραγματοποιούνται». 

Η συγγραφέας, ποιήτρια, μεταφράστρια, Αγαθή Δημητρούκα, η δημιουργός που συνέδεσε τη ζωή της με τον ποιητή της «Αμοργού» Νίκο Γκάτσο μιλά στο tvxs για τον αγαπημένο ποιητή.

Με αφορμή τη μουσικοθεατρική παράσταση «Ο Γκάτσος που αγάπησα», με τον Μανώλη Μητσιά και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, που παρουσιάζεται στο Ηρώδειο στις 6 Οκτωβρίου ανακαλεί στιγμές και ιστορίες. 

-«Ο Γκάτσος που αγάπησα» ξεκίνησε από μια βραδιά στον «Παρνασσό» που τελικά, έγιναν δέκα, που στην πορεία ταξίδεψαν από το Άργος μέχρι τις Πρέσπες και στις 8 Οκτωβρίου, θα είναι στο Ηρώδειο. Ποιό ήταν το έναυσμα; Και ποιος ο πυρήνας της ιδέας; 

Α.Δ.: Να είμαστε δίκαιοι, σας παρακαλώ. «Ο Γκάτσος που αγάπησα» ξεκίνησε για τρεις βραδιές στον «Παρνασσό», έγιναν όντως δέκα και θα γίνονταν κι άλλες συναυλίες ενδιάμεσα αν το επέτρεπαν οι υποχρεώσεις της κυρίας Καραμπέτη. Αφήστε το ενδιαφέρον που είχαν εκφράσει διάφοροι φορείς από άλλες πόλεις, κι ακόμα περιμένουν να βρεθεί μια ημερομηνία βολική για όλους. Λοιπόν, στο Άργος ήταν η ενδέκατη, στου Ζωγράφου η δωδέκατη, στη Σύρο η δέκατη τρίτη, στις Πρέσπες η δέκατη τέταρτη, στη Λεμεσό η δέκατη Πέμπτη, στη Λευκωσία η δέκατη έκτη, στην Αγία Παρασκευή η δέκατη έβδομη. Οπότε, στις 6 Οκτωβρίου, στο Ηρώδειο, θα έχουμε τη δέκατη όγδοη και την πιο πανηγυρική!

Αλλά ν’ απαντήσω και στις ερωτήσεις σας, να μην παρασύρομαι τόσο πολύ από τον ενθουσιασμό μου.

Το έναυσμα ήταν η επιθυμία του Μητσιά να έχει ένα πρόγραμμα αποκλειστικά σε στίχους Γκάτσου. Καθώς έχει πει σε πρώτη εκτέλεση πάνω από εβδομήντα τραγούδια του, του πρότεινα τον τίτλο «Ο Γκάτσος που τραγούδησα».  Ο Μανώλης αντέδρασε: «Όχι. Θέλω να πω κι άλλα. Δε θα πω αυτό, δε θα πω εκείνο;…». Κι εγώ αυτόματα τροποποίησα τον τίτλο στο γνωστό «Ο Γκάτσος που αγάπησα».  

Με ρωτάτε για τον πυρήνα της ιδέας. Θα μιλούσα καλύτερα για άξονα, γι’ αυτόν τον σταθερό άξονα που είναι το ίδιο το έργο του Γκάτσου και μας βοηθάει να συγκρατούμε και να συγκροτούμε την παραδαρμένη μας ψυχή. Και ξέρετε, αυτό ακριβώς βιώνει ο κόσμος που έρχεται στη συναυλία. Κάποιοι την έχουν παρακολουθήσει πάνω από πέντε φορές.
Μου επιτρέπετε να σταθώ περισσότερο σ’ αυτό και ν’ απαντήσω στις επόμενες ερωτήσεις σας με λιγότερα λόγια;

-Παρακαλώ…

Α.Δ.: Σας ευχαριστώ. Λοιπόν, ο Γκάτσος, χάρη στο μεγάλο ταλέντο του και την ευαισθησία που αυτό συνεπάγεται, απευθύνθηκε στον κόσμο με ειλικρίνεια και γενναιοδωρία. Δεν τον ξεγέλασε με φτηνά ευφυολογήματα και πρόσκαιρα συνθήματα. Αντίθετα, του πρόσφερε συναισθήματα για να ταυτίζεται, του χάρισε εικόνες για να εντάσσεται μέσα στο κάδρο, του υπέδειξε προβλήματα και παθογένειες της φυλής, τον παρηγόρησε με την ελπίδα. Μέσα στον κόσμο βάζω και τον εαυτό μου, να εξηγούμαστε. Γιατί πρώτα θαύμασα το έργο του Γκάτσου, πρώτα «κράτησα τη ζωή μου» και την ψυχή μου με τους στίχους του και μετά επιδίωξα να τον γνωρίσω.

Όλα αυτά τα λέω για να καταλάβετε την ηθική ικανοποίηση που παίρνω με την επιτυχία της συναυλίας «Ο Γκάτσος που αγάπησα» και τη στενοχώρια μου αυτά τα δύσκολα χρόνια, που τα τραγούδια του θα έπρεπε να είναι παρόντα όσο ποτέ, ένα επιτακτικό προσωπικό πρόβλημα δε μου άφηνε χρόνο και μυαλό. Έτσι εμπιστεύτηκα συνεργάτες, πρόθυμους του τύπου «άσ’ το πάνω μου», μα όταν περνούσε ο καιρός και τους ρωτούσα «τι γίνεται;», η απάντησή τους στερεότυπη: «Τι να γίνει; Βλέπεις να γίνεται τίποτα; Δεν κουνιέται φύλλο!». Μα το «φύλλο» για να κουνηθεί χρειάζεται απλώς μια πνοή να το φυσήξει. Και την πνοή δεν την έχει μόνο ο άνεμος, την έχει κι ο άνθρωπος.

- Ο Μανώλης Μητσιάς, βασικός ερμηνευτής των τραγουδιών του Γκάτσου, πώς υποδέχτηκε την πρόταση για την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη; 

Α.Δ.: Μα… ήταν δική του ιδέα! Και αποδείχτηκε μεγαλειώδης. Δύο στιβαρές παρουσίες επί σκηνής, δύο δωρικοί ερμηνευτές του καθαρότατου λόγου του Γκάτσου. Μόνο ευγνωμοσύνη μπορώ να έχω γι’ αυτή τη συγκυρία.

- Η πρώτη αντίδραση της Καραμπέτη όταν της έγινε η πρόταση; Η Καραμπέτη επενδύει την ερμηνεία της με συναίσθημα. Όμως, φτάνει αυτό σε ένα τόσο υψηλής αξίας και απαιτήσεων έργο όσο του Γκάτσου; 

Α.Δ.: Ξέρετε, ο Μανώλης έγινε και λίγο… Οδυσσέας και την παρέσυρε με το τέχνασμα των κειμένων. Στην πορεία την έπεισαν τα ίδια τα τραγούδια που, ομολογώ, τα ήξερε απέξω κι ανακατωτά. Μην ξεχνάτε ότι η κυρία Καραμπέτη δε διακρίνεται μόνο για το σπουδαίο ταλέντο της στην υποκριτική, διακρίνεται και για την εργατικότητά της. Κι ακριβώς, χάρη στην εργατικότητά της, κατάφερε να είναι άψογη τονικά σαν εκπαιδευμένη τραγουδίστρια. Χάρη στην υποκριτική της, όμως, τονίζει σωστά τους χαρακτήρες οι οποίοι αναδύονται από τα συμπυκνωμένα θεατρικά έργα που είναι συχνά οι στίχοι του Γκάτσου και αποδίδει απέριττα όλη την γκάμα των συναισθημάτων τους.

- Για ποιόν λόγο επιλέξατε -υποθέτω, μαζί με τον Αχιλλέα Γουάστωρ, ο οποίος έχει την καλλιτεχνική επιμέλεια της παράστασης- τρία όργανα και όχι πλήρη ορχήστρα;

Α.Δ.: Κοιτάχτε, μάλλον μου αποδίδετε πολλές επιλογές, πολλές αρμοδιότητες, και οφείλω να ξεκαθαρίσω πως δε μου αρέσει καθόλου να «κλέβω» τη δουλειά του άλλου. Ο Αχιλλέας Γουάστωρ και ο Ηρακλής Ζάκκας, πέρα από εξαιρετικοί μουσικοί, είναι βασικοί συνεργάτες του Μητσιά. Κι όπως αντιλαμβάνεστε, όλα τα τραγούδια του Γκάτσου τα έχουν χιλιοπαίξει. Στην αίθουσα του «Παρνασσού» δε γινόταν να στριμωχτούν πολλά όργανα, πόσω μάλλον που ο στόχος ήταν να προβληθεί ο λόγος. Έτσι ανέλαβε ο Αχιλλέας με την πιανιστική και ενορχηστρωτική ιδιοφυΐα του να μετατρέψει το πιάνο του σε ολόκληρη ορχήστρα αφήνοντας στον Ηρακλή τους διακριτικούς χρωματισμούς του μαντολίνου και του μπουζουκιού. Να φανταστείτε, το πρόγραμμα στήθηκε μέσα σε είκοσι μέρες -παραγωγή, διαφήμιση, πρόβες- καθώς από την αρχή τα πράγματα φάνηκαν να έρχονται από μόνα τους. Ίσως γιατί «Ο Γκάτσος που αγάπησα» μας εκφράζει όλους.

- Ο Γκάτσος έγραφε λαμβάνοντας υπόψιν τον ερμηνευτή -το εύρος, την έκταση της φωνής, την προσωπικότητα του. Έγραφε για παράδειγμα, «πάνω» στον Μητσιά. Οδηγίες, κατευθύνσεις, έδινε; 

Α.Δ.: Ελάχιστες έδινε, δηλαδή, αυτές που προέκυπταν όταν βρισκόταν στο στούντιο. Τις πολλές, φρόντιζε να τις έχει συζητήσει από πριν με τον συνθέτη.

- Πόσα χρόνια γνωρίζετε τον Μανώλη Μητσιά; Στην ερώτηση εμπεριέχεται ατύπως και η  έτερη ερώτηση, που αφορά στην ιστορία της σχέσης Γκάτσου - Μητσιά. Θα μπορούσατε να την αφηγηθείτε όπως τη ζήσατε εσείς; 

Α.Δ.: Πόσα χρόνια πάνε από το 1975; «Ήμουνα νια και γέρασα κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου!». Η σχέση τους είχε δύο σκέλη: το επαγγελματικό και το καθημερινό.

Στο επαγγελματικό, ο Μητσιάς δεν τολμούσε να φέρει αντίρρηση και τραγουδούσε ό,τι έβλεπε μπροστά του. Πάει ο Γκάτσος στο στούντιο όταν ηχογραφούσαν τη «Μικρή Ραλλού» κι ακούει τον Μανώλη να τραγουδάει «σ’ αγήλιανη σπηλιά». Οπότε παίρνει το πατρικό του ύφος και τον ρωτάει: «Βρε Μανώλη, παιδί μου, έχεις ακούσει ποτέ τη λέξη αγήλιανη;» «Όχι, κύριε Γκάτσο». «Τότε, γιατί την τραγουδάς;» «Γιατί τη γράφετε εσείς, κύριε Γκάτσο». Τον αναγραμματισμό, βέβαια, τον είχε κάνε η δακτυλογράφος της Κολούμπια.

Το άλλο σκέλος, το καθημερινό, ήταν κυρίως τηλεφωνικό. Κάθε μέρα τηλεφωνούσε ο Μανώλης: «Τι κάνετε, κύριε Γκάτσο;» «Καλά, Μανώλη, παιδί μου. Εσύ;» «Καλά, κύριε Γκάτσο». «Κανένα νέο, Μανωλάκη;» «Τίποτα, κύριε Γκάτσο».

Κάποιες φορές, όμως, το καθημερινό γινόταν και ταξιδιωτικό. Καθώς ήξερε τον Μανώλη για εξαιρετικό οδηγό, όταν του έλεγε «Κύριε Γκάτσο, έχω μια συναυλία στο τάδε μέρος. Έρχεστε για παρέα; Με το που θα τελειώσει, θα γυρίσουμε αμέσως». Ο Γκάτσος δεχόταν όπως έγινε και το καλοκαίρι του 1975: «Θα έρθω, αλλά με έναν όρο: Να περάσουμε από το χωριό της Αγαθής, να δω την Προλετάρια (γάτα) που την έχω δώσει στη μάνα της, και να πάρουμε και την Αγαθή στην Αθήνα».

- Πόσο δύσκολη, σύνθετη υπόθεση είναι η διαχείριση της πνευματικής κληρονομιάς του Γκάτσου; Επίσης, τι σημαίνει, κατά την αντίληψη σας, το όνομα Γκάτσος σε έναν 18άρη; 

Α.Δ.: Είναι μεγάλη υπόθεση, με τεράστια ευθύνη. Δύσκολη γίνεται όταν έρχομαι αντιμέτωπη με την άγνοια, τον ναρκισσισμό και την αλητεία πολλές φορές.

Και τώρα ν’ απαντήσω στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας. Δε νομίζω ότι το όνομα Νίκος Γκάτσος λέει κάτι σε έναν σημερινό δεκαοχτάχρονο αν δεν είναι σπουδαστής σε μουσικό λύκειο, θεατρική σχολή ή στη φιλολογία. Του λένε, όμως, πολλά κάποια τραγούδια του Γκάτσου, όπως ακριβώς ήθελε κι ο ίδιος: Να ξέρουν το δημιούργημα κι όχι τον δημιουργό.

- Η θέση σας στην υπόθεση - σκάνδαλο ΑΕΠΙ; 

Α.Δ.: Κοιτάχτε, όλα αυτά τα χρόνια, μέσα από άμεσες ή έμμεσες συνεργασίες, γνώρισα διάφορα άτομα άρρωστα με το χρήμα, τα οποία με λεηλάτησαν.

Από την άλλη μεριά, ο πολύς κόσμος δεν έχει ιδέα τι είναι το πνευματικό δικαίωμα, ώστε όταν χρειαστεί να το αποδώσει. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα να κάνετε τη σύγκριση.

Λίγο πριν το 1980, που ο Ζορζ Μουστακί μεσουρανούσε, ένας φίλος μας επιστρέφοντας από το Παρίσι, μας είπε ότι είχε πάει σε συναυλία του με άλλους Έλληνες κοινούς γνωστούς. Ο Μουστακί τούς ζήτησε να παραμείνουν, ώστε όταν θα έφευγε ο κόσμος, να τους παίξει ένα καινούριο τραγούδι που έγραφε και να του πουν τη γνώμη τους. Έτσι έγινε, αλλά όταν το τραγούδι τέλειωσε, είδαν έκπληκτοι κάποιον να πλησιάζει και να ζητάει από τον Μουστακί τίτλο τραγουδιού και όνομα δημιουργών. Ο Μουστακί απάντησε ότι ήταν δικό του, ότι δεν ήταν ακόμα έτοιμο, ότι δεν είχε τίτλο, ότι το είχε παίξει απλώς στους φίλους του. Εκείνος, όμως, ανένδοτος: «Δεν έχει σημασία. Ακούστηκε στον χώρο μου και πρέπει να το δηλώσω στη Sacem».

Αυτό έχω στο νου μου και μετά από κάθε συναυλία δηλώνω η ίδια το πρόγραμμα στην ΑΕΠΙ και στην εκδοτική Seedpoint, ώστε να μοιραστούν σωστά τα δικαιώματα των συνθετών. Όπως καταλαβαίνετε, είμαι υπέρ μιας υγιούς ΑΕΠΙ, με όποια και όση εξυγίανση αυτό συνεπάγεται. Η ανθρωπιστική μου σκέψη είναι στους υπαλλήλους της, οι οποίοι υφίστανται μεγάλη και πολύπλευρη πίεση. 


   
- Εφέτος συμπληρώνονται 25 χρόνια από τον θάνατο του Γκάτσου. Τι έχει προσφέρει η απόσταση που παρέλειψε η εγγύτητα; Ρωτώ τόσο για τον άνθρωπο (και τη φυσική απουσία), όσο και για τη μελέτη του έργου του.

Α.Δ.: Θα ξεκινήσω από τη «φυσική» απουσία του που, αν και με πονάει περισσότερο, σκέφτομαι ότι κι ο Γκάτσος κι ο Χατζιδάκις έφυγαν εγκαίρως πριν δουν τους εφιάλτες τους να πραγματοποιούνται.

Όσο για τη μελέτη του έργου του, το ενδιαφέρον είναι διαρκώς αυξανόμενο. Μα μιλάμε για ένα έργο πολύ ζωντανό, δίνει την εντύπωση ότι εμπεριέχει μια δύναμη συνεχούς ανανέωσης. 

- ... Τι εννοείτε ότι ο Γκάτσος και ο Χατζιδάκις έφυγαν εγκαίρως πριν δουν τους εφιάλτες τους να πραγματοποιούνται; 

Α.Δ.: Ο Γκάτσος εκφραζόταν με τους στίχους του: π.χ. Μάνα μου Ελλάς.  Διορατικός, ήδη από τη δεκαετία του ' 60 έβλεπε πού όδευε η χώρα.  Από τις τελευταίες συμβουλές του ήταν να κοιτάξω να κάνω χρήματα γιατί έρχεται πολύ μεγάλη φτώχεια στη χώρα. Ο Χατζιδάκις εκφραζόταν με κείμενα και σχόλια, τα οποία σήμερα έχουν ιδιαίτερη απήχηση μεταξύ των νέων.

- Τι ήταν για τον Γκάτσο οι λέξεις; Τι είναι για εσάς; 

Α.Δ.: Θα σας απαντήσω λοξοδρομώντας λιγάκι: Ο Γκάτσος συχνά αναρωτιόταν μεταξύ σοβαρού και αστείου: «Τι σου είναι, βρε παιδί μου, η γλώσσα: Με τις ίδιες λέξεις που ένας γιατρός γράφει μια συνταγή, εμείς κάνουμε τέχνη!» Και δήλωνε πατρίδα του τη γλώσσα. Επόμενο δεν είναι να συμμερίζομαι αυτές τις ιδέες του; 

Info

«Ο Γκάτσος που αγάπησα»

Ωδείο Ηρώδου Αττικού, Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017, ώρα έναρξης 9 μ.μ. 

Μανώλης Μητσιάς, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη

Συμπράττουν μουσικά οι: 

Αχιλλέας  Wastor καλλιτεχνική επιμέλεια - πιάνο
Ηρακλής Ζάκκας μπουζούκι μαντολίνο.
Σταύρος Καβαλιεράτος, μπάσο

Τιμές εισιτηρίων: 10,15,17,25,35,50,55 ευρώ
Προπώληση: viva.gr
https://www.viva.gr/tickets/music/irodeio/o-gatsos-pou-agapisa/
− στο τηλ:11876
− στα ταμεία του Ελληνικού Φεστιβάλ, Πανεπιστημίου 39
− στο “Vivakiosk” στην Πλατεία Συνταγματος
− στο “Vivakiosk” Τεχνόπολης Δημου Αθηναίων (Γκάζι)
− αθηνοραμα.gr και lifo.gr
− Καταστήματα: Media Markt, Seven Spots,Reload Stores, βιβλιοπωλεία Ευριπίδης