Στις 27 Φεβρουαρίου 1943 έφευγε από τη ζωή, σε ηλικία 84 ετών, ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής Κωστής Παλαμάς. Ήταν βαριά άρρωστος όταν τον συνάντησε ο χάρος στο σπίτι του, στην οδό Περιάνδρου 3 στην Πλάκα. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 9 Φεβρουαρίου του 1943, είχε πάρει τη γυναίκα του Μαρία.

Το νέο του θανάτου του επιφανέστερου ποιητή της γενιάς του 1880 κυκλοφόρησε με αστραπιαία ταχύτητα στην κατοχική Αθήνα. «Χτες βράδυ μία είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μία είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός» γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο η Ιωάννα Τσάτσου.

Από νωρίς το πρωί της 28ης Φεβρουαρίου πλήθος λαού άρχισε να συγκεντρώνεται στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας για να αποτίσει το ύστατο χαίρε στον μεγάλο ποιητή, αλλά και για να εκφράσει τα αντικατοχικά του αισθήματα.

Λίγα λόγια για τη ζωή του

Όταν ο ποιητής ήταν 6 χρονών έχασε και τους δύο γονείς του σε διάστημα σαράντα ημερών (Δεκέμβριος 1864 - Φεβρουάριος 1865). Στενοί συγγενείς ανέλαβαν τότε τα τρία παιδιά της οικογένειας, το μικρότερο αδερφό του η αδερφή της μητέρας του και εκείνον και το μεγαλύτερο αδερφό του ο θείος τους Δημήτριος Παλαμάς, που κατοικούσε στο Μεσολόγγι. Εκεί έζησε από το 1867 ως το 1875 σε ατμόσφαιρα μάλλον δυσάρεστη και καταθλιπτική, που ήταν φυσικό να επηρεάσει τον ευαίσθητο ψυχισμό του, όπως φαίνεται και από ποιήματα που αναφέρονται στην παιδική του ηλικία.

Η 24η Φεβρουαρίου 1898 ήταν μια μάλλον συνηθισμένη μέρα για το μικρό ελληνικό κράτος της εποχής. Ωστόσο, η 24η Φεβρουαρίου 1898 ήταν μια σημαδιακή μέρα για έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της χώρας. Ο θάνατος του γιου του Άλκη, σε ηλικία μόλις 4 ετών, «γέννησε» μια βαθύτατα λυρική συλλογή ποιημάτων, που κατέχουν ξεχωριστή θέση στο σύνολο της εργογραφίας του, τον «Τάφο». Εκτενέστατη ήταν η κριτική του λογοτέχνη και δημοσιογράφου Πολύβιου Δημητρακόπουλου, που φιλοξενήθηκε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας ΚΑΙΡΟΙ στις 12.05. 

Ο Δημητρακόπουλος ξεκίνησε κάνοντας μια γενική αναφορά στο μέχρι τότε ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά και τις διχόνοιες που προκαλούσε στους λογοτεχνικούς κύκλους το «δυσνόητο» έργο του, για να πλέξει το εγκώμιο του με αφορμή τον «Τάφο» καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι «χρειάστηκε να επέλθει ο θάνατος του γιου για να κερδίσει ο πατέρας την αθανασία». 

Τα Χριστούγεννα του 1920 όμως, η ζωή του Κωστή Παλαμά θα αλλάξει, όταν θα γνωρίσει την 20χρονη Ελένη Κορτζά. Ο ποιητής ήταν τότε ήδη 61 ετών και τίποτα δεν προμήνυε τον μεγάλο τρυφερό έρωτα που θα ένιωθε για τη νεαρή Ελένη. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στο σπίτι του ανιψιού του Παλαμά, Χρήστου Ξανθόπουλου. Ο ποιητής εντυπωσιάστηκε από τη φρεσκάδα, την ομορφιά, τη μόρφωση και την ευφράδεια της Ελένης η οποία μάλιστα ευθαρσώς του είπε «Δεν γνωρίζω ποιητή Παλαμά».  

Λέγεται ότι συναντήσεις τους συνεχίστηκαν στο ίδιο σπίτι κάθε Σάββατο, υπό το βλέμμα και άλλων ενδιαφερομένων για τις απόψεις του Παλαμά. «Επέρασα μια νύχτα, τη νύχτα της Δευτέρας προς την Τρίτη, με το λυρικό, το μεθυστικό πυρετό της ενθύμησής σου», της έγραφε μεταξύ άλλων. 

Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). 

Ο γιος του Λέανδρος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Τσάτσου δεν επιθυμούσε η κηδεία του πατέρα του να πάρει εθνοπατριωτική διάσταση, επειδή φοβόταν πως οι Ιταλικές αρχές κατοχής θα του στερούσαν το διαβατήριό του. 

Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Δέκα μελοποιημένα ποιήματα του Κωστή Παλαμά

«Μια πίκρα»  Φοίβος Δεληβοριάς

«Το ταξίδι» Σταμάτης Κραουνάκης

«Ο πόνος σου» Νίκος Ξυδάκης

«Ο Διγενής» του Μ. Τερζή, ερμηνεία Ελευθερία Αρβανιτάκη

«Σ’αγαπώ» του Μ. Τερζή. Ερμηνεία Γιώργος Νταλάρας, Δήμητρα Γαλάνη 

«Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα»  του Μιχάλη Κουμπιού. Ερμηνεία Β. Παϊτέρης

«Κακή Φωτιά» Υπόγεια Ρεύματα

«Χρυσομαλλούσα» Λαυρέντης Μαχαιρίτσας

«Ίσιος δρόμος» Ορφέας Περίδης 

«Το σπίτι που γεννήθηκα» Λουκάς Θάνος. Ερμηνεία Γιάννης Χαρούλης