Τρία τραγούδια σε στίχους του Μάνου Ελευθέριου, τρία σε στίχους Θοδωρή Γκόνη και το τελευταίο σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου. Είναι οι «7 ελεγείες και σάτιρες» με τη μουσική και την ερμηνεία του Σταύρου Ξαρχάκου. Θα το προτιμούσε βινύλιο ο συνθέτης, είναι ωστόσο ένα cd που ήρθε σαν βάλσαμο σε ένα σχετικά άνυδρο δισκογραφικό τοπίο, από τη Μικρή Άρκτο. 

Μπορεί η ιδέα να ερμηνεύσει ο ίδιος ο Ξαρχάκος αυτά τα τραγούδια να μην ήταν δική του αλλά της συζύγου του και τραγουδίστριας Ηρώς Σαϊα (μοιράζεται μαζί του ένα από τα πιο τρυφερά τραγούδια του δίσκου) και του Ξ. Ραράκου, ήταν απόφαση, ωστόσο, καθοριστική για το τελικό αποτέλεσμα. 

Πέρα από την προσωπική μου προτίμηση στις φωνές των συνθετών, οι οποίες μεταφέρουν πάντα ένα φορτίο της πρωτογενούς δημιουργίας που είναι δύσκολο να το εκφράσει ο ερμηνευτής, η φωνή του Ξαρχάκου, δημιούργησε μέσα μου μια νέα ευθυγράμμιση. 

Από τη μια η επαναφορά σε μια δωρική έκφραση του τραγουδιού που το υπογράμμισε το λιτό ενορχηστρωτικό πλαίσιο του Νεοκλή Νεοφυτίδη, από την άλλη η ίδια η φωνή του συνθέτη με όλες τις έννοιες, βγαίνει μπροστά. Τι εννοώ;

Ότι ο Σταύρος Ξαρχάκος, είναι μια περίπτωση σπουδαίου συνθέτη που δεν έχει αναλωθεί σε φλυαρίες στον δημόσιο λόγο του ούτε σε υπερβολές στον δημόσιο βίο του. Θα μπορούσε κανείς να πει πως είναι ο συνθέτης των πιο ηχηρών σιωπών.

Συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς μαζί του, δεν μπορεί να μην του αναγνωρίσει την αυστηρή οικονομία στην έκθεση απόψεων και στις δημόσιες παρεμβάσεις, σε μία εποχή που περισσεύει η ανάγκη να βροντοφωνάξει ο καθένας την άποψή του. Ίσως τα τραγούδια αυτά μαζί με το εισαγωγικό σημείωμα του δίσκου να είναι η ταπεινή του κατάθεση για την πολιτική κατάσταση. Εκεί δηλώνει ξεκάθαρα πως τον μεγάλο φόβο του που δεν είναι άλλος από τον… ἀφανισμοῦ τῆς πολιτιστικῆς κοινότητας τῶν ἐθνῶν.

«...Στή χώρα μας συνέβη πρίν κάποια χρόνια. 

Ἒτσι μεταλλάχθηκε ὁ πολιτισμικός ἱστός τῆς χώρας καί τό pH τῆς κοινωνίας. 

Ἒκτοτε ἀκολούθησαν πολιτικές τερατογεννέσεις. 

Τελευταῖα ἀσχολοῦνται μαζοχιστικά μέ τό πρωτογενές πλεόνασμα. 

Κανέναν δέν ἒχω ἀκούσει νά ψελλίζει ἒστω καί μιά λέξη γιά τό πρωτοφανές πνευματικό ἒλλειμμα. Μιά τηλεορασόπληκτη κοινωνία «ἐπιβιώνει πνευματικά» χωρίς νά ἒχει καταλάβει ὅτι ἒχει μεταμορφωθεῖ σέ ζόμπι», γράφει. 

Το ότι μετά από πολύχρονη δισκογραφική απουσία, ο Ξαρχάκος επέλεξε τελικά να μας δώσει με τη δική του φωνή αυτό το υλικό, το εκλαμβάνω ως απόφαση να μιλήσει. Και μάλιστα σε ένα περιβάλλον κόντρα στην εποχή. Χωρίς περιττά φτιασίδια, χωρίς πομπώδης και πολύπλοκες παρεμβάσεις στο ηχητικό τοπίο. Να μιλήσει χαμηλόφωνα για τους έχοντες ώτα με τραγούδια «σκέτα», γι’αυτό και ευθύβολα.  

Η μελωδία, ο στίχος και η βαθιά εκφραστική φωνή του συνθέτη, τα υλικά που μας κάνουν να ανατριχιάζουμε ακόμα με το «Πρακτορείο». Ακούστε τα και θα καταλάβετε για ποιο λόγο, είπε ο ίδιος στην παρουσίαση του cd, πως εξέφρασε τον εσωτερικό του χώρο και χρόνο μέσα από το νέο του υλικό. Ίσως η έμμεση προτροπή να βρει ο καθένας μας τον εσωτερικό του χώρο και χρόνο να είναι από μόνη της μια ουσιαστική πολιτική πράξη. 

Η επιμονή του συνθέτη να ακολουθεί αυτή την εσωτερική διεργασία πάντως, έχει ως αποτέλεσμα να μας δίνει στα 79 του χρόνια ακόμα τραγούδια με ιδιαίτερη αξία, αν και ο ίδιος προτιμά να λέει πως συνεχίζει να καταθέτει την αλήθεια του.