Η ανορεξία δεν κάνει διακρίσεις. Δεν πρόκειται απλά για μία διατροφική διαταραχή αλλά για μία ψυχική ασθένεια που οδηγεί σε οριακές καταστάσεις χιλιάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Τα άτομα τα οποία νοσούν παρουσιάζουν ακραίες διαταραχές στη διατροφική  τους συμπεριφορά και στις σκέψεις τους γύρω από το φαγητό. Συγκεκριμένα, η νευρική ανορεξία χαρακτηρίζεται από έναν έντονο φόβο ότι το άτομο θα γίνει παχύσαρκο και έτσι επιδιώκει ασταμάτητα να είναι αδύνατο.

Το άτομο δεν έχει ακριβές στόχο για τα κιλά που θα ήθελε να χάσει, αφού όταν φτάσει σε αυτά θεωρεί και πάλι ότι έχει περιττό βάρος, μιας και ποτέ δεν βλέπει το σώμα του όπως πραγματικά είναι. Το ερώτημα είναι μήπως τα πρότυπα ομορφιάς που κυριαρχούν στον σύγχρονο κόσμο συντελούν στην «εξάπλωση» της ασθένειας; Μήπως η εμμονή με το αδυνάτισμα αποπροσανατολίζει εκατομμύρια νέα κορίτσια σε όλο τον κόσμο; 

Όταν η γυμνάστρια Eileen Fowler συμβούλευσε τους αναγνώστες του περιοδικού Woman’s Own σχετικά με τον τρόπο απώλειας βάρους ,τον Οκτώβριο του 1954, η διανομή του σταμάτησε για μερικούς μήνες, σύμφωνα με δημοσίευμα του Conversation. Το εκτεταμένο εικονογραφημένο αφιέρωμα «Trim your figure», κατάφερε να ταράξει τα νερά της εποχής και δημιούργησε την εντύπωση ότι οι Βρετανίδες νοικοκυρές και μητέρες, οφείλουν να ανταποκρίνονται στην εικόνα μιας αδύνατης γυναίκας. Κάπως έτσι σηματοδοτήθηκε η αρχή μιας σύγχρονης κουλτούρας αδυνατίσματος, η οποία επηρέασε βαθεία τις γυναίκες της εποχής σε όλους τους τομείς.

Το Women's Own, ένα από τα δημοφιλέστερα γυναικεία περιοδικά στη Βρετανία, προώθησε με πάθος το μοντέλο του αδυνατίσματος και στα μέσα της δεκαετίας του 1960 «ανέβασε» τη δίαιτα στα κύρια θέματα για συμβουλές ομορφιάς. Το περιοδικό δημοσίευσε αμέτρητα άρθρα σχετικά με τη διατροφή και την άσκηση που προωθούσαν τα αδύνατα σώματα ως πρότυπο της μεταπολεμικής θηλυκότητας.

Παραδόξως, οι δίαιτες για απώλεια βάρους στη δεκαετία του 1950 και 1960 δεν ήταν πολύ διαφορετικές από τις σημερινές δίαιτες. Ειδικότερα, τη δεκαετία του 1950 δόθηκε μεγάλο βάρος στις δίαιτες με χαμηλή περιεκτικότητα υδατανθράκων και στη δεκαετία του 1960 ήταν δημοφιλείς δίαιτες με χαμηλά λιπαρά. Οι περισσότερες δίαιτες που προτείνονται στα σημερινά μέσα ενημέρωσης είναι συχνά ανασκευασμένες εκδόσεις των διατροφών που δημοσιεύθηκαν πριν από 50 χρόνια. «Πώς να χάσετε τα κιλά των Χριστουγέννων», «δίαιτες πρωτεΐνης» και «δίαιτες για το τέλειο σώμα το καλοκαίρι», υπήρχαν πολύ πιο πριν απ' ότι πιστεύει ο κόσμος.

Ενώ η άνοδος της βιομηχανίας απώλειας βάρους θεωρείται φαινόμενο των σύγχρονων καταναλωτικών κοινωνιών, έρευνες του Woman’s Own έδειξαν ότι οι δίαιτες υπήρχαν ήδη από τους καιρούς της οικονομικής λιτότητας. Ειδικότερα, στις αρχές του 1945 ένα άρθρο του Woman’s Own για τους κορσέδες ενθάρρυνε τις γυναίκες να προσέχουν κατά τη διάρκεια των γευμάτων, καθώς κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά παρατηρήθηκε μεγάλη κατανάλωση αλμυρών φαγητών που οδήγησαν σε αύξηση της παχυσαρκίας. Για να την απώλεια βάρους το άρθρο πρότεινε την μείωση του ψωμιού, της πατάτας και των μπισκότων από τη διατροφή. 

Η μείωση των υδατανθράκων έγινε μότο σε όλα τα άρθρα του περιοδικού που ακολούθησαν, τα οποία συμπλήρωναν με δίαιτες που περιείχαν μόνο κατανάλωση φρούτων, λαχανικών ή υγρών σε μια μέρα. Ενδεικτικό παράδειγμα του «Figure perfect?» που δημοσιεύτηκε το 1950 περιείχε αυτή τη λιτή διατροφή: φρέσκα φρούτα για πρωινό, σαλάτα και άπαχο κρέας για μεσημεριανό, οποιοδήποτε κρέας ή ψάρι με πράσινα λαχανικά για βραδινό. «Ακολουθώντας αυτό το απλό σχέδιο θα μπορέσετε να χάσετε τα περιττά κιλά που πήρατε στη διάρκεια του χειμώνα και να απαλλαχτείτε από τις καμπύλες που καμία γυναίκα δε χρειάζεται να έχει», αναφέρει χαρακτηριστικά ο τίτλος δημοσιεύματος.

Καθώς οι οικονομικές συνθήκες μεταβάλλονταν στα τέλη της δεκαετίας του 1950, δημιουργήθηκε η ανάγκη για μεγαλύτερη κατανάλωση και συνεπώς το Woman’s Own άλλαξε. Οι αναγνώστες κλήθηκαν τώρα να ετοιμάζουν πιο ισορροπημένα γεύματα, με μικρότερες μερίδες φαγητού και λιγότερες θερμίδες. Οι υδατάνθρακες, ωστόσο, συνέχισαν να απουσιάζουν από τις συμβουλές διατροφής και εμφανίστηκαν ξανά στα τέλη της δεκαετίας του 1960 όταν το περιοδικό άλλαξε τελείως τα θέματα στα οποία έδινε έμφαση.

Αυτή η νέα τακτική ήθελε να προβάλλει το πρότυπο της λεπτής γυναίκας μέσα από καινοτόμες μεθόδους, όπως «No-diet Diet» (1966) και «Three-day-pounds-off-liquid Diet» (1970). Το περιοδικό ενθάρρυνε τους αναγνώστες του να δοκιμάσουν οποιοδήποτε τρόπο απώλειας βάρους ήταν απαραίτητος για την επίτευξη του στόχου τους.

Μεταξύ του 1966 και του 1970, το περιοδικό προσέφερε 40 διαφορετικές - συχνά αντίθετες μεταξύ τους - προσεγγίσεις για την απώλεια βάρους, όπως η «Διατροφή με βάση το κρέας», «Διατροφή μπανάνας και γάλακτος», «Διατροφή μόνο με φρούτα», «Διατροφή Βουτύρου» και «Δίαιτα με 350 θερμίδες τη μέρα». Αυτή η ιδιαίτερη δίαιτα εξαιρετικά χαμηλών θερμίδων έγινε ιδιαίτερα γνωστή από το 1969 στον κόσμο των αεροσυνοδών που εκείνη την εποχή αποτελούσαν τα πρότυπα της θηλυκότητας. Τα κριτήρια επιλογής των εργαζομένων στις αεροπορικές εταιρίες θεωρούνται σήμερα άκρως σεξιστικά, καθώς αρκούσε να είσαι αδύνατη, όμορφη και ελεύθερη για να πάρεις τη δουλεία. Σημειώνεται ότι μια δίαιτα με μόνο 350 θερμίδες την ημέρα, μπορεί να προβεί άκρως επικίνδυνη για την υγεία μιας γυναίκας, καθώς είναι αδύνατο να λαμβάνει τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά και μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας.

Το περιοδικό παρότρυνε τους αναγνώστες του να τρώνε ψωμί και να μετράνε τις θερμίδες τη μία εβδομάδα, απαγορεύοντας όλες τις μορφές υδατανθράκων και την καταμέτρηση των θερμίδων την επόμενη. Υπήρχε δίαιτα που συνιστούσε την κατανάλωση ενός βραστού αυγού και μιας ντομάτας μέχρι έξι φορές την ημέρα, ανάλογα με την πείνα του καθενός.  Ο τίτλος της δίαιτας δε θα μπορούσε να είναι άλλος από «Το λίπος εξαφανίζεται εκπληκτικά γρήγορα». Μάλιστα, το Woman’s Own θεωρούσε πως η σωματική άσκηση δε βοηθούσε στην απώλεια βάρους και ήταν λιγότερο αποτελεσματική από  τις δίαιτες που παρουσίαζαν στο περιοδικό.

Η απώλεια βάρους μετά τον τοκετό ήταν ένα άλλον φλέγον θέμα που απασχόλησε το Woman’s Own το 1955, το οποίο συμβούλευε τους αναγνώστες να ξεκινήσουν καθημερινές ασκήσεις μόλις γεννηθεί το μωρό για να καταφέρουν να αποκτήσουν το πολυπόθητο σώμα του παρελθόντος. Οι συγγραφείς των άρθρων φρόντιζαν να υπενθυμίζουν στις μητέρες ότι «είναι ακόμα γυναίκες και πρέπει να παραμείνουν ελκυστικές και να μην παραμελήσουν τον εαυτό τους».

Το επιχείρημα ότι η αξία μιας γυναίκας αντανακλάται στην κρίση του συζύγου της επαναλήφθηκε ξανά και ξανά. Το περιοδικό περιγράφει πώς οι άνδρες θα ήταν δυσαρεστημένοι εάν οι σύζυγοι τους «αφεθούν» μετά από μερικά χρόνια γάμου και μητρότητας. Στις αρχές της δεκαετίες του 1960 το περιοδικό επίσημε ότι οι γυναίκες πρέπει να δείχνουν κομψές και αδύνατες και κατά τη διάρκεια της εμμηνόπαυσης. Η έμφαση δόθηκε κυρίως στο καθήκον μιας γυναίκας να κρατήσει τη νεανικότητα της μέσα από μια λεπτή φιγούρα, που ανταποκρίνεται και στα πρότυπα ομορφιάς των μοντέλων στις πασαρέλες.

Δεν περιορίστηκε μόνο εκεί όμως. Δε δίστασε να συνδέσει την «καλή μητέρα» με το σωματικό βάρος, τονίζοντας ότι τα παραπάνω κιλά μπορεί να μπορούν να δημιουργήσουν περισσότερες επιπλοκές στο αγέννητο παιδί. Πάντα τα άρθρα κατέληγαν στο γεγονός ότι με αυτούς τους τρόπους οι γυναίκες θα κρατούσαν χαρούμενους τους άντρες τους και αυτό ήταν το πιο σημαντικό.

Η έλευση του δευτέρου κύματος φεμινισμού στα μέσα της δεκαετίας του 1960, καταδίκασε τη θέση που προέβαλε το περιοδικό για τον παραδοσιακό ρόλο της γυναίκας σε σχέση με τον σύζυγό της κατά τα μεταπολεμικά χρόνια. Τότε ήταν που η λεπτή φιγούρα της γυναίκας άρχισε να συνδυάζεται με γενικά μηνύματα υγείας, ομορφιάς και ζωτικότητας και προωθήθηκε η απώλεια βάρους σαν διαβατήριο επιβίωσης στην κοινωνία. Από το 1967 και μετά το περιοδικό δημοσίευε ολοένα και περισσότερα άρθρα σχετικά με τους αγώνες των γυναικών για περισσότερη ανεξαρτησία, προοπτικές απασχόλησης ή εκπαίδευση, αντανακλώντας, ίσως, τις μεταβαλλόμενες εμπειρίες των αναγνωστών. Πράγματι, η αναζήτηση της ισότητας στη δεκαετία του 1960 δεν ήταν απαραιτήτως αντίθετη με την άνοδο της καταναλωτικής κοινωνίας. Όλο και περισσότερες έγγαμες γυναίκες εισήλθαν στο εργατικό δυναμικό από τα τέλη της δεκαετίας του '50 και μετά, ενώ υπήρξε αυξανόμενος δημόσιος διάλογος και συνειδητοποίηση του μεταβαλλόμενου ρόλου των γυναικών στην κοινωνία.

Η αυξημένη εστίαση του περιοδικού στη δίαιτα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 οφείλεται εν μέρει στις ανησυχίες για μια επικείμενη κρίση της παχυσαρκίας, καθώς οι αποδείξεις για τις επιζήμιες συνέπειες της υπερκατανάλωσης έγιναν ευρύτερα γνωστές. Παρόλο που οι δείκτες της παχυσαρκίας ήταν συγκριτικά μικροί τη δεκαετία του 1960, οι έρευνες έδειξαν ότι οι καρδιακές παθήσεις, η υψηλή αρτηριακή πίεση και ο διαβήτης, άρχισαν να αυξάνονται επικίνδυνα. «Κανείς δεν θέλει να έχει λίπος. Όχι μόνο επειδή θα είναι υπέρβαρος αλλά επειδή όπως δείχνουν οι έρευνες διατρέχει πολύ μεγάλο κίνδυνο η υγεία του. Επίσης το λίπος αλλοιώνει τα εξωτερικά μας χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Σίγουρα θα έχετε παρατηρήσει ότι οι εύσωμοι μοιάζουν μεταξύ τους», αναφέρει το περιοδικό. Η έρευνα για την παχυσαρκία τροφοδότησε την κουλτούρα του αδυνατίσματος με αποτέλεσμα την περίοδο του 1966 και του 1970 να γίνουν δημοφιλή άρθρα που προωθούσαν την κατανάλωση γλυκαντικών ουσιών, χυμών και τροφών αδυνατίσματος.

Δεδομένου του πλαισίου των άμεσων μεταπολεμικών χρόνων και της συντηρητικής στάσης του περιοδικού, τα δημοσιεύματα αυτά δεν προκαλούν έκπληξη. Το εντυπωσιακό όμως είναι πόσο λίγο έχει αλλάξει το κεντρικό μήνυμα για το αδυνάτισμα. Πολλές δίαιτες απώλειας βάρους που δημοσιεύονται στα σύγχρονα γυναικεία περιοδικά είναι απλώς ανασκευασμένες εκδόσεις όσων κυκλοφόρησαν πριν από μισό αιώνα. Ένα λεπτό σώμα εξακολουθεί να συνδέεται με την ομορφιά, την σεξουαλικότητα και την αυτοπεποίθηση.

Φαίνεται ότι το μόνο που έχει αλλάξει είναι ότι οι γυναίκες δεν περιορίζονται μόνο στην μητρότητα και το νοικοκυριό. Τα σημερινά περιοδικά συνεχίζουν μέχρι σήμερα να επαινούν τις γυναίκες που κρατιούνται σε φόρμα μετά τη γέννηση των παιδιών τους ή μετά την εμμηνόπαυση. Η βιομηχανία του αδυνατίσματος αντιλαμβάνεται τα τελευταία χρόνια τη τεράστια δύναμη της, κάτι που το Woman’s Own το κατάλαβε 60 χρόνια πριν.