Ο κοινωνικός επιστήμονας David Livermore, στο βιβλίο του "Η διαφορά της πολιτισμικής νοημοσύνης", ισχυρίζεται ότι, στο σύγχρονο κόσμο δίχως σύνορα, η νούμερο ένα ένδειξη επαγγελματικής επιτυχίας δεν είναι το βιογραφικό και η εξειδίκευση ενός ατόμου, αλλά ούτε και το IQ του. Αυτό που κατονομάζει ως βασικό παράγοντα είναι το λεγόμενο CQ. Τι είναι όμως το CQ, γιατί κρίνεται τόσο σημαντικό και πως μπορεί να αναπτυχθεί περαιτέρω;

Το CQ, ή αλλιώς η πολιτισμική νοημοσύνη του ανθρώπου, είναι η ικανότητά του να διαμορφώνει τη συμπεριφορά του με τέτοιο τρόπο ώστε να λειτουργεί επιτυχώς και με σεβασμό σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον.

Η περισσότερη έρευνα πάνω στο CQ έχει διεξαχθεί από την επιστήμονα Soon Ang, της οποίας η δουλειά στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ήταν να ενημερώσει τα συστήματα υπολογιστών της Σιγκαπούρης εν όψει του Y2K bug, του τότε προβλήματος που είχε προκύψει και προέβλεπε παγκόσμια κατάρρευση των δικτύων υπολογιστών με την αλλαγή της χιλιετίας. Η Ang απευθύνθηκε τότε στους καλύτερους προγραμματιστές του κόσμου για να βρεθεί λύση, αλλά συνειδητοποίησε πως η συνεργασία και η επικοινωνία μεταξύ τους ήταν ιδιαίτερα δύσκολη λόγω των πολλών διαφορετικών πολιτιστικών background τους. Αυτό ήταν που τη οδήγησε μετέπειτα στη συνεργασία με τον ψυχολόγο P. Christopher Earley του London Business School και του University of Tasmania, για να ερευνήσουν το ζήτημα.

Το CQ υπολογίζεται μέσω μιας σειράς ερωτήσεων που διαμορφώνουν τέσσερις διαφορετικές κατηγορίες πολιτισμικής νοημοσύνης. Η πρώτη υπολογίζει τη θέληση του ανθρώπου να μάθει για διαφορετικές κουλτούρες (CQ Drive), η δεύτερη την κατανόηση των γενικών πολιτισμικών διαφορών που μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς στη ζωή του (CQ Knowledge) και η τρίτη αφορά στο πως κατανοεί δύσκολες καταστάσεις μαθαίνοντας από αυτές (CQ Strategy). Τέλος, η τέταρτη αφορά στη συμπεριφορική «ευκαμψία» του ατόμου και στο αν μπορεί να εξοικειώνεται σε πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα (CQ Action).

Για να κατανοήσουμε τι πραγματικά σημαίνει το CQ στην καθημερινότητά μας μπορούμε ενδεικτικά να πούμε πως ένα άτομο με χαμηλό δείκτη CQ αδυνατεί να επεξεργαστεί τις πληροφορίες που δέχεται από άτομα διαφορετικού πολιτιστικού περιβάλλοντος, «διαβάζοντάς»  τες από τη δική του σκοπιά και επικοινωνώντας εν τέλει δυσλειτουργικά με αυτούς. Αντίθετα, ένας υψηλός δέκτης CQ μπορεί να υποδεικνύει στα πλαίσια της εργασίας πολύ καλές επιδόσεις σε διεθνείς πωλήσεις, διαπραγματευτικές ικανότητες και ικανότητα στη διεύθυνση μιας επαγγελματικής ομάδας (leadership).

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον κρίνεται δε το γεγονός ότι ανάμεσα στα τρία διαφορετικά είδη νοημοσύνης του ανθρώπου, δηλαδή το IQ (δείκτης ευφυίας), το EQ (δείκτης συναισθηματικής νοημοσύνης) και το CQ (δείκτης πολιτισμικής νοημοσύνης), το τελευταίο φαίνεται πως είναι αυτό που θεωρείται πλέον το πιο σημαντικό αναφορικά με την επαγγελματική επίδοση ενός ατόμου σε πολυπολιτισμικά και όχι μόνο περιβάλλοντα και γι' αυτό το λόγο πολλές εταιρίες εφαρμόζουν τεστ για αυτό σε συνεντεύξεις για δουλειά.

Μεγαλύτερους δείκτες CQ φαίνεται να έχουν μέχρι στιγμής άτομα που έχουν ζήσει σε ποικιλία από μέρη κατά τη διάρκεια της ζωής τους, ωστόσο γνωρίζουμε πως είναι δυνατόν να καλλιεργηθεί και με άλλους τρόπους, όπως με τη βοήθεια συμβουλευτικής. Φυσικά η εμπειρία δεν καθιστά απαραίτητο ένα υψηλό CQ, αφού πολλά άτομα μπορούν να αντιστέκονται σε αυτό εξαιτίας του χαρακτήρα τους, θεωρώντας πως δεν μπορούν να τον αλλάξουν, ή να είναι ανεπίδεκτοι της μάθησής του.

Σήμερα οι γνώσεις που διαθέτουμε σχετικά με το δείκτη CQ θεωρούνται ακόμη πολύ περιορισμένες. Όπως μάλιστα ανέφερε στο BBC η Melody Chao, κοινωνική ψυχολόγος του Πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας του Χονγκ Κονγκ, «οι διεθνείς και διαπολιτισμικές δυναμικές αλλάζουν πολύ γρήγορα και έχουμε πολλά ακόμη να μάθουμε για το πως να ενισχύσουμε την πολιτισμική ικανότητα των ανθρώπων».