Ένας στους 5 ανθρώπους αγωνίζονται για να αντεπεξέλθουν με την πραγματική ζωή, με τους ενοχλητικούς ήχους, μυρωδιές και εικόνες που μας κατακλύζουν. Αντί για αδυναμία όμως, η ακραία αυτή ευαισθησία που έχουμε αποτελεί το δυνατό μας χαρτί στην αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων όπως η πανδημία ή η κλιματική αλλαγή.

Ads

«Αισθάνομαι ότι παραείμαι ευαίσθητη για αυτόν τον κόσμο» αναφέρει η Lena που δεν αντέχει να βρίσκεται ανάμεσα σε πλήθη. Ο άντρας της Melissa παρακολουθεί τις ταινίες πριν από αυτήν, ώστε να διαπιστώσει αν περιέχουν σκηνές βίας ή τρόμου τις οποίες δεν θα μπορούσε να αντέξει. Όταν τα ενήλικα παιδιά της φέρνουν τα εγγόνια της σπίτι, αυτή κλίνεται σε ένα δωμάτιο επειδή οι δυνατές φωνές τους, οι έντονες μυρωδιές τους και οι λογομαχίες τους κατακλύζουν τις αισθήσεις τις.

Η Lucia δηλώνει ότι μπορεί να αισθανθεί κάθε μία από τις ίνες του ρούχου που φοράει, με αποτέλεσμα να νοιώθει έντονο γαργαλητό. Όταν κάνει έρωτα με τον σύντροφό της αναγκάζεται κάποιες φορές να σταματήσει γιατί η αίσθηση του γαργαλητού την καταβάλει.

Η Lena, η Melissa και η Lucia περιγράφουν τον εαυτό τους σαν υπερευαίσθητο. Ο χαρακτηρισμός αυτός θα μπορούσε να αντιπροσωπεύσει το 20% του γενικού πληθυσμού, σύμφωνα  με την Elaine Aron, ψυχολόγο από τις ΗΠΑ που ξεκίνησε να μελετά το φαινόμενο αυτό το 1990 και δημοσίευσε το σχετικό βιβλίο The Highly Sensitive Person (Το Υπερευαίσθητο Άτομο) το 1996.

Ads

«Όταν αυτοί οι άνθρωποι δέχονται πληροφορίες, τις διεργάζονται πολύ πιο διεξοδικά και σε βάθος» εξηγεί η κλινική ψυχολόγος Genevieve von Lob που παρακολουθεί υπερευαίσθητα άτομα και ειδικά παιδιά. «Τείνουν να λαμβάνουν πολύ περισσότερες πληροφορίες από διαφορετικούς τύπους ερεθισμάτων. Και τις επεξεργάζονται σε βαθύτερο σημείο από ένα μη ευαίσθητο άτομο με αποτέλεσμα να βρίσκονται συνεχώς σε υπερδιέγερση, να αισθάνονται υπερενθουσιασμένοι και τελικά να τους καταβάλλει αυτή η εμπειρία» πρόσθεσε.

Αντιμέτωποι με μια δύσκολη κοινωνία

Η πλειοψηφία των ανθρώπων που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, αισθάνονται εξαντλημένοι από την προσπάθεια να ανταπεξέλθουν. Η ικανότητα τους να συντονίζονται με τα συναισθήματα των άλλων και η δυσκολία του να εργάζονται σε πολυσύχναστους ανοιχτούς χώρους όπως γραφεία ή σουπερμάρκετ τους έκανε συχνά να ξεσπούν με το παραμικρό σε κλάματα. Ταυτόχρονα τους έκανε να αισθάνονται απογοητευμένοι και βαθιά επηρεασμένοι από τα τρέχουσα πολιτικά γεγονότα.

«Θεωρώ την λιτότητα τρομακτική» δήλωσε ένα τέτοιο άτομο. «Εργάζομαι σε ένα σχολείο που έχει έρθει αντιμέτωπο με τις περικοπές στην χρηματοδότηση. Διδάσκω παιδιά που έρχονται αντιμέτωπα με τις συνέπειες των παραμελημένων Δημοσίων Υπηρεσιών  και με γονείς που βιώνουν την οικονομική ανασφάλεια.  Αν τα ποσοστά φτώχειας συνεχίζουν να ανεβαίνουν στην χώρα μου, ξέρω ότι θα συνεχίσω να περνάω την ώρα μου κλαίγοντας στην τάξη» πρόσθεσε.

Αρκετοί από αυτούς αναγκάζονται να φοράνε συνεχώς ακουστικά, ώστε να απομονωθούν από τον έξω κόσμο και αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ώστε να μην αντιμετωπίσουν κάποια κακιά λέξη που θα τους ενοχλήσει.  Η κριτική που θα τους γίνει στον χώρο εργασίας τους θα τους εντυπωθεί στο μυαλό για καιρό, ενώ η μυρωδιά ενός αρώματος αποτελεί μια ολομέτωπη επίθεση στις αισθήσεις. Οι σχέσεις με το αντίθετο φύλο είναι, τουλάχιστον, προβληματικές.

«Είναι δύσκολο να εξηγήσεις σε έναν άλλο άνθρωπο ότι το φως και ο ήχος της οθόνης της τηλεόρασης το πρωί, μοιάζει με την αίσθηση μια μπουνιάς στην μούρη, ή γιατί η υφή τις αγαπημένης τους κουβέρτας με κάνει να κλάψω χωρίς να με περάσει για τρελό»  δήλωσε μία γυναίκα.

«Εύχομαι να μην ήμουν ένα τόσο ευαίσθητο άτομο, γιατί έχει δυσκολέψει την ζωή μου» πρόσθεσε.

Άλλα άτομα δήλωσαν ότι σαν παιδιά τους έλεγαν να γίνουν πιο σκληραγωγημένα και λιγότερο ευαίσθητα ή ζούσαν για δεκαετίες με την πεποίθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την περίπτωση τους.

Το αποτέλεσμα είναι ότι τα υπερευαίσθητα άτομα πάσχουν από χαμηλή αυτοεκτίμηση σύμφωνα με τον von Lob., «πολύ συχνά ήταν θύματα περιστατικών μπούλινκ στο σχολείο, ενώ η κοινωνία τείνει να τα χαρακτηρίζει σαν αδύναμα. Τους βάζει ταμπέλες όπως “εύθραυστοι” και “υπερβολικά συναισθηματικοί”» πρόσθεσε.

Με το τριγύρω κόσμο να είναι πολύ θορυβώδης και υπερβολικά σκληρός για αυτά, δεν είναι περίεργο που αυτά τα άτομα δυσκολεύονται να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους και να αποδεχτούν τελικά τα χαρίσματα τους.

Ποία είναι η λύση

Παρ’ ότι η τωρινή κοινωνία είναι σκληρή και όχι ανεκτική απέναντι τους, η αποδοχή αυτών των ατόμων αρχίζει και αυξάνεται με τον καιρό.

Κύρια σημασία στην καλυτέρευση της κατάστασης παίζει η αποδοχή από τα ίδια τα άτομα. Η υψηλή ευαισθησία είναι έμφυτη και δεν αποτελεί κάτι που πρέπει να διαγνωστεί ή να “θεραπευτεί” σύμφωνα με τον von Lob, με τους υπερευαίσθητους απλά να χρειάζεται να μάθουν τους κατάλληλους μηχανισμούς αντιμετώπισης.

«Δεν μπορώ να δώσω αρκετή έμφαση στην σημασία του αδόμητου ελεύθερου χρόνου, αρκετής ξεκούρασης και ύπνου» δηλώνει ο von Lob.

Από την άλλη η άθληση ειδικά αν περιλαμβάνει αρκετή κίνηση θα βοηθούσε τους υπερευαίσθτους στην εύρεση του κατάλληλου χρόνου, ώστε να επεξεργαστούν τα δεδομένα και τα συναισθήματα που τους κατακλύζουν. Το περπάτημα, ο χορός, η γιόγκα είναι κάποιες πιθανές δραστηριότητες που θα τους βοηθούσαν.

Μια άλλη διέξοδο είναι η επαφή με την φύση, ενώ η απλοποίηση της ζωής τους και του προσωπικού τους χώρου θα τους βοηθήσει απίστευτα. Ταυτόχρονα η αυτοαπασχόληση σαν μορφή εργασίας θα τους δώσει την δυνατότητα να οργανώσουν μόνοι τους και όπως τους εξυπηρετεί καλύτερα τον εργασιακό τους χώρο.

Η υπερευαισθησία σαν υπερδύναμη

Τα υπερευαίσθητα άτομα πρέπει να σταματήσουν να κάνουν συγκρίσεις με τους άλλους ανθρώπους γιατί μόνο κακό για την αυτοεκτίμηση τους κάνει αυτό. Αντίθετα, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν σαν μία μορφή υπερδύναμης την υπερβολική ευαισθησία τους.

«Το πλεονέκτημα της υπερευαισθησίας είναι ότι με καθιστά έναν πολύ καλό ακροατή και αρκετά καλό συνομιλητή» αναφέρει η Samira.

«Μπορώ να βρω τα βαθύτερα νοήματα πολύ εύκολα, είμαι πολύ διαισθητική και έχω έναν πλούσιο εσωτερικό κόσμο με ένα δυνατό συναισθηματικό λεξιλόγιο» πρόσθεσε.

Άλλα άτομα ανακαλύπτουν διαφορετικές αποχρώσεις στην μουσική που κανείς δεν τις αντιλαμβάνεται, ή ότι ερχόντουσαν σε βαθιά ενσυναίσθηση με τους φίλους τους. Οι υπερευαίσθητοι αντιλαμβάνονται άμεσα τις μικρές αλλαγές στον περιβάλλοντα χώρο και απολαμβάνουν περισσότερο τις τέχνες.

H Louise μια ερευνήτρια, που μεγάλωσε πιστεύοντας ότι ήταν λάθος το να είναι υπερβολικά ευαίσθητη, έφτασε στην ηλικία των 30 για να ανακαλύψει ότι δεν της άρεσε η δουλεία που έκανε. Τότε πήγε σε διακοπές ώστε να ασχοληθεί με την γλυπτική και κατάλαβε την πραγματική της αγάπη για την τέχνη.

«Αυτές οι διακοπές με άλλαξαν τελείως, μια και ανακάλυψα ότι υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι σαν και μένα και ότι η υπερευαισθησία μου δεν ήταν κάτι το κακό» δήλωνε.

«Με περιτριγύρισαν άτομα με κοινά ενδιαφέροντα και ευαισθησίες που με βοήθησαν να αναπτύξω και να εξελίξω το έμφυτο ταλέντο μου» πρόσθεσε.

Αρκετές δεκαετίες και ένα διδακτορικό μετά, η ίδια θεωρεί ότι η ευαισθησία της έγινε η δύναμη που έχει μέσα της και έγινε η αιτία για να είναι επιτυχημένη στην δουλείας της, όπου και έρχεται σε επαφή με ευάλωτους ανθρώπους. Το μόνο που εύχεται είναι να το είχε κατανοήσει αυτό νωρίτερα στην ζωή της.

Η καραντίνα και η κλιματική κρίση είναι ευκαιρία για να λάμψουν οι υπερευαίσθητοι

Η καραντίνα και η απομόνωση που επιβλήθηκε στους ανθρώπους, μοιάζει να βοηθά τους υπερευαίσθητους ανθρώπους να αντεπεξέλθουν καλύτερα απ’ ότι οι  υπόλοιποι.

Η ευφυΐα τους, η ενσυναίσθηση τους και το γεγονός ότι είναι οργανωτικοί και ιδιαίτερα δημιουργικοί άνθρωποι, θα έπρεπε σύμφωνα με τον von Lov να χρησιμοποιηθεί κατάλληλα από την κοινωνία για την αντιμετώπιση των συνεπειών της υγειονομικής κρίσης και της κλιματικής αλλαγής.

Θα πρέπει να ξεφύγουμε από τα κλασικά στερεότυπα περί δύναμης και αδυναμίας και να προσαρμοστούμε σαν σύνολο στις ανάγκες του καθενός, ώστε το αύριο να είναι αρκετά καλύτερο.

* Με πληροφορίες από Guardian