«Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις» λέει ο λάος και για άλλη μια φορά η ρήση επιβεβαιώνεται. Στο Tain-l’Hermitage, ένα χωριό γνωστό για την παραγωγή κρασιού ποιότητας στην κοιλάδα του Ροδανού στη Γαλλία, ο Γιώργος Λελεκτσόγλου έχει ριζώσει. Οι ρίζες του μάλιστα είναι πιο δυνατές και πιο βαθιές και από πολλά αμπέλια της περιοχής. Από το 1988  πουλάει κρασί στους Γάλλους, κάνει εξαγωγές μαζί με τον έναν από τους τρεις γιούς του , άνοιξε με τον άλλον ένα wine bar, φτιάχνει και δικό του (εξαιρετικό) κρασί. Δραστηριοποιείται στο χώρο που αγαπάει. Στο κρασί.

Έφτασε στη Γαλλία τη δεκαετία του 70, μετά από περιπλάνηση στη Ρουμανία, όπου πήγε από το χωριό  του που βρίσκεται κοντά στις Σέρρες για να σπουδάσει. Σταμάτησε στη Λυών, κατάφερε χωρίς χρήματα στην τσέπη να επιβιώσει, χρησιμοποιώντας απίθανα τεχνάσματα που τον έβγαζαν από τη δύσκολη κατάσταση. Κρατώντας μια ελληνόφωνη εφημερίδα προσπάθησε να τραβήξει το ενδιαφέρον συμπατριωτών μας στους δρόμους της πόλης, χωρίς επιτυχία,  αλλά κατάφερε σύντομα να ζήσει  μέσα σε ένα πύργο και να διδάσκει ελληνικά. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες παντρεύτηκε την Βερονίκ και μετά τυχαία  «κόλλησε» το μικρόβιο του κρασιού.

Ξεκίνησε από ένα υπόγειο σπιτιού, που το μετέτρεψε σε κάβα. Πήγαινε μόνος του και αγόραζε κρασιά απευθείας από τους παραγωγούς κάτι που συνεχίζει να κάνει ακόμα  και σήμερα. Γνωρίζει κάθε έναν από τους μικρούς ή μεγάλους οινοποιούς, καλλιεργεί με μοναδικό τρόπο τις σχέσεις του μαζί τους και τώρα πια και με τις νεότερες γενιές που έχουν βρεθεί στο τιμόνι των οινοποιείων.  Άνοιξε την πρώτη του κάβα το 1988 ενώ από το 1994 βρίσκεται στο Tan-l’ Hermitage.

Σήμερα στο μαγαζί του που βρίσκεται στην κεντρική πλατεία, θα βρει κανείς60 διαφορετικές ετικέτες πολύ υψηλού επιπέδου. Κρασιά που έχουν υψηλές τιμές αλλά διατηρούν εξαιρετική σχέση ποιότητας-τιμής. Όλα προέρχονται από παραγωγούς του Βόρειου και Νότιου Ροδανού. Côte Rôtie,Condrieu, Crozes Hermitage, Saint Joseph, Châteauneuf du Pape και τόσα άλλα. Τα (ελληνικά) χέρια λοιπόν πουλάνε το γαλλικό κρασί. ‘Ομως, ανάμεσα τους βρήκαμε και κάποιες ετικέτες που ξεχώριζαν καθώς είχαν επάνω το όνομα του Γιώργου Λελεκτσόγλου. Είναι κρασιά που φτιάχνει ο ίδιος σε συνεργασία με κάποιους από τους μεγαλύτερους οινοποιούς στο Côte Du Rhône. Τα ελληνικά χέρια, παράγουν και γαλλικό κρασί.

«Δεν φτιάχνω αναγκαστικά το ίδιο κρασί κάθε χρόνο. Δεν φτιάχνω πάντα κρασί στην ίδια περιοχή. Προσπαθώ να ανακαλύπτω κάτι διαφορετικό κάθε χρόνο.» λέει ο ίδιος. Και συνεχίζει την αφήγησή του: «Πηγαίνω από τις αρχές της χρονιάς, επισκέπτομαι τα αμπέλια, μιλάω με τους οινοποιούς, αν βρεθείκοινός τόπος και προοπτική, τότε θα συνεργαστούμε. Θέλω το κρασί που φτιάχνω να έχει τη μικρότερη δυνατή ανθρώπινη παρέμβαση, να είναι κρασί που να δείχνει το χαρακτήρα του και το χαρακτήρα του τόπου.» Δοκιμάσαμε μαζί του, στο πλαίσιο μιας καταπληκτικής ελληνο-γαλλικής φιλοξενίας τόσο το Châteauneuf du Pape όσο και το Côte Du Rhône (και σε διαφορετικές χρονιές) και τα δύο μας άφησαν με τις καλύτερες εντυπώσεις.

Είναι φανερό ότι ο Γιώργος Λελεκτσόγλου είναι ένας οραματιστής, παθιασμένος με τον κόσμο του κρασιού. Δεν σταματάει να κάνει σχέδια, να κατεβάζει ιδέες. Μιλάει για τον Chave, τον Guigal  και τον Chapoutier και περιγράφει με μία απλότητα και φυσικότητα το πώς άλλαξαν τον τρόπο που φτιάχνουν κρασί. Πώς βρέθηκαν μέσα στην κάβα του να συζητούν , να διαφωνούν, να ανακαλύπτουν.  Στέκεται στην επιρροή του μεγάλου κριτικούRobert Parker στην αναβάθμιση της περιοχής και στα οινικά ρεύματα της σημερινής εποχής. Στην κάβα του κρύβει θησαυρούς, όπως κάθε οινόφιλος.Φιάλες σπάνιες, 40 ή 50 ετών από εμβληματικά κρασιά. Ένα όμως ξεχωρίζει στη συλλογή του. Πρόκειται για ένα Château de Fontainebleau του 1811. Το πρώτο αναγεννησιακό κτίριο της Γαλλίας στο οποίο κατοίκησε για κάποιες περιόδους  ο Ναπολέων Βοναπάρτης.

Ο Γιώργος Λελεκτσόγλου,  συχνά πυκνά βρίσκεται στην Ελλάδα. Κυρίως στην ιδιαίτερη πατρίδα του στη Μακεδονία αλλά και στα νησιά.  Έχει καλή εικόνα για τα ελληνικά κρασιά, ξεχωρίζει το Μαυροτράγανο της Σαντορίνης και θα ήθελε οι Έλληνες παραγωγοί να επιμείνουν περισσότερο στις τοπικές ποικιλίες. Όταν όμως  η κουβέντα πηγαίνει πίσω στην πατρίδα, μέσα από τη νοσταλγία βγαίνει και μια πίκρα για τις προσπάθειες που έκανε να επενδύσει σε επιχειρήσεις εδώ, χωρίς όμως  καλό αποτέλεσμα. Φυσικά αυτό δεν θα τον σταματήσει. Θα συνεχίσει να σκέφτεται και να αναζητεί τρόπους να κάνει κάτι διαφορετικό.

ΠΗΓΗ: ΕΡΤ