Η εξουσία φοβάται όποιον ανεβάζει στη σκηνή το σκοτεινό της πρόσωπο και καλά κάνει. «Ενα δυνατό γέλιο, τη σωστή στιγμή, μπορεί πράγματι να τους θάψει όλους». Ντάριο Φο

Τα λόγια του Ντάριο Φο έπεφταν σαν βροχή μέσα μου την ώρα που παρακολουθούσα την πρεμιέρα της πρώτης θεατρικής παράστασης του Γιάννη Οικονομίδη “Στέλλα κοιμήσου” στο Εθνικό Θέατρο. Ήταν η ίδια μέρα που πέθανε ο νομπελίστας και για πρώτη φορά δόθηκε νόμπελ λογοτεχνίας σε τραγουδοποιό στον Μπομπ Ντίλαν. Κι έτσι η τέχνη του Οικονομίδη κάπως τους έδεσε μέσα μου το βράδυ σαν ένα υπέροχο γλυπτό.

Έχουμε ξαναγράψει πως παρά την κρίση το θεατρικό τοπίο στην Ελλάδα είναι και πλούσιο και ενδιαφέρον. Στην ερώτηση τι λείπει από το Ελληνικό θέατρο ο καθένας θα μπορούσε να δώσει μια διαφορετική απάντηση.  Σήμερα λέω χωρίς δεύτερη σκέψη: Ο θεατρικός Οικονομίδης. Kαι αυτό το χρωστάμε εν μέρει και στον Στάθη Λιβαθινό που του έκανε την πρόταση. Αναρωτιέμαι γιατί ο Οικονομίδης δεν έκανε έως τώρα θέατρο.

Ο Οικονομίδης χρησιμοποιεί ένα κλισέ θέμα, αντλώντας έμπνευση από το έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου «Στέλλα Βιολάντη», ένα παραμύθι που μεγάλωσε γενιές, σαν καμβά για να κεντήσει τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, τη λούμπεν αστική τάξη, τη δομή της οικογένειας, τις σχέσεις εξουσιαστή εξουσιαζόμενου την ανθρώπινη κραυγή για αγάπη που δεν εισακούγεται και αυτόν τον καμβά τον μεταμορφώνει αριστοτεχνικά σε καθρέφτη ο οποίος αναγκάζει το κοινό να δει το τέρας που συνήθισε.

Επιστρατεύει το χιούμορ όχι με τον εξυπνακίστικο τρόπο με τον οποίο “τρολάρουν” άλλοι σκηνοθέτες ως χρήστες των social media επί σκηνής. Κάθε ατάκα που προκαλεί πηγαίο γέλιο είναι ταυτόχρονα ένα πικρό σχόλιο πάνω στην παρωδία που ανεχόμαστε καθημερινά.

Ο αδελφός (Γιάννης Νιάρρος) και η μικρή αδελφή (Έλλη Τρίγγου) πλακώνονται αγρίως από την πρώτη σκηνή του έργου με αφορμή την άρνηση του αδερφού να χαμηλώσει τον ήχο στον υπολογιστή του προκειμένου να διαβάσει  το βιβλίο της. Εκείνη στα μάτια του αόρατη εκείνος στα μάτια της ένα ρεμάλι ίδιο με τη μάνα που την πίνουν μαζί , ένας looser  που δεν σέβεται τους κόπους του πάτερα.

Ο Γερακάρης (Στάθης Σταμουλακάτος) είναι ο πατέρας της έπαυλης. Αυτοδημιούργητος μαφιόζος, έμπορος ναρκωτικών  ο οποίος προκειμένου να κατέβει στην πολιτική ετοιμάζεται να αρραβωνιάσει την κόρη του με γόνο μεγαλοαστικής οικογένειας. Μόνο που η Στέλλα  (Ιωάννα Κολλιοπούλου) ερωτεύεται άλλον και .... το “πρόγραμμα” όπως χαρακτηριστικά επαναλαμβάνουν οι συγγενείς, κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα. Η φωνή της μικρής αδερφής, η φωνή του συστήματος κραυγάζει “Θέλει να μπει στην πολιτική ρε μαλάκα , να ξεπλύνει το όνομα μας, κι εσύ πας να του τα χαλάσεις όλα “ και “δεν ξέρεις ποιος είναι ο πατέρας σου ρε, θα σας σκοτώσει ρε μαλακισμένο”. 

Θείος, θεία αδερφή ή κατά το σενάριο «τα εξαρτώμενα μέλη» προσπαθούν να την πείσουν να “μην τα κάνει όλα πουτάνα” γιατί ...”ο έρωτας είναι για τον όχλο κι εδώ υπάρχει μηχανισμός πίσω απ’το σενάριο γάμος” και στην τελική αν θέλει έρωτες ας το κάνει όπως  πολλές από τις  εύπορες κυρίες “Παντρέψου τον Αδαμόπουλο κι έχε όσους εραστές θέλεις”. Όλα αυτά υπό το κράτος του φόβου της εισόδου από ώρα σε ώρα του πάτερα - μαφιόζου που τα έχει ανακαλύψει όλα. 

Η Στέλλα κοντράρεται με όλο το σύστημα το οποίο εκφράζεται από όλους τους υπόλοιπους ρόλους του έργου, είτε με την επίμονη προτροπή να συμμορφωθεί στις υποδείξεις (ρόλος αδερφής), είτε με τη χλιαρή ουδετερότητα (ρόλος αδερφού) είτε με έναν υπέρμετρο ναρκισσισμό (ρόλος μάνας). Είναι η μόνη που προσπαθεί να διατηρήσει μια ελπίδα ανθρωπιάς ψάχνοντας τον τρόπο την ίδια στιγμή. Αγγίζει το σώμα της, σαν να ψάχνει τη λύσει μέσα της ή σαν να προσπαθεί να προστατεύσει τον εαυτό της που είναι βορά στα θηρία. Επιτίθεται , αναδιπλώνεται προσπαθεί να μη λυγίσει. Δεν εκλογικεύει εκπορεύεται από αίσθημα και παρόρμηση. Χτυπιέται σαν το αγρίμι στο κλουβί. 

Ο Οικονομίδης τα τραβάει όλα στα άκρα. Πέφτουν σφαλιάρες, βρισιές, ο ένας τσαλαπατάει την πληγή του άλλου στρέφονται όλοι ενάντιων όλων, βγαίνουν τα άπλυτα στη φόρα κι όποιος προλάβει να τα πετάξει στο πρόσωπο του άλλου σπεύδει. Όλα στο όνομα της οικογένειας του χρήματος και της εξουσίας

“Θέλω λίγη αγάπη ρε παιδιά , πονάει η καρδούλα μου” Η Στέλλα που κουνάει συθέμελα το σύστημα ενώ στοιχίζεται κι η ίδια μέσω του ύφους στη μπρουτάλ νοοτροπία της οικογένειας, είναι έτοιμη να τα βάλει με τα θηρία, τινάζεται τεντώνεται, χτυπιέται  για ν’ αποτινάξει την αρρώστια. Από γύρω της ; Από μέσα της; Ο Οικονομίδης το αφήνει ανοιχτό. Εξάλλου όπως και στις ταινίες του έτσι κι εδώ κάθε ενέργεια έχει διπλό και τριπλό συμβολισμό.

Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας κατασπαράζουν τη Στέλλα  σαν όρνια σωματικά και ψυχικά και η βία που ανακυκλώνεται -αφού τραβήχτηκε πλέον το σεντόνι - φτάνει στον θεατή και τον δονεί, όχι σαν θέαμα αλλά σαν βίωμα, σαν μνήμη.

Ο Οικονομίδης επέλεξε εξαιρετικό καστ και η δουλειά που έκανε με τον καθένα φαίνεται τόσο από τη σχέση που δημιουργούν μεταξύ τους πάνω στη σκηνή όσο κι από την καθετότητα με την οποία μπήκε ο καθένας και η καθεμία στον ρόλο. Ο ίδιος  εξάλλου αφήνει πάντα μεγάλα περιθώρια στον αυτοσχεδιασμό. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το ότι φτάνεις στο τέλος της παράστασης για να αντιληφθείς πως τα παιδιά παπαγάλιζαν χειρονομίες και φράσεις του πάτερα  αφέντη περασμένα από το προσωπικό φίλτρο των αναγκών τους.

Εξαιρετικός ο Στάθης Σταμουλακάτος σ’ έναν όχι μόνο απαιτητικό αλλά εξαντλητικό ρόλο τα δίνει όλα για όλα τόσο που αναρωτιέται κανείς πως θα βγάλει τη σεζόν. Το ίδιο και η απίστευτα σωματική στην έκφρασή Ιωάννα Κολιοπάνου . Ο ρόλος της Στέλλας προβλέπω ότι θα την ακολουθεί χρόνια. Εξαιρετικοί και οι νεότεροι Ελλη Τρίγγου και Γιάννης Νιάρρος η Μάγια Κώνστα και ο Αντώνης Ιορδάνου στους ρόλους των θείων και ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος στο ρόλο του φίλου της Στέλλας.

Ο Γιάννης Οικονομίδης αν και σκηνοθέτης του κινηματογράφου, δημιουργεί μια ιδανική ισορροπία στον ρυθμό της παράστασης πάνω στο σανίδι. Οι ζωηρές σκηνές διακόπτονται από σιωπές το περιβάλλον των οποίων διατηρεί όμως την ένταση των συναισθημάτων και δημιουργεί ένα περιβάλλον τόσο ρεαλιστικό, που μεταδίδει στον θεατή ανατριχιαστική οικειότητα.  Σε αυτό συμβάλλει και η δυναμική συμβολή του Μπάμπη Παπαδόπουλου στη μουσική ο οποίος υπογραμμίζει διακριτικά τον υπόκωφο βόμβο του ψυχισμού των ηρώων που τεντώνουν διαρκώς το σχοινί.

Ο Οικονομίδης παραθέτει  στη σκηνή αρχετυπικές σχέσεις και ταυτόχρονα βάζει τον θεατή  να αναρωτηθεί απαντήσει  αφενός σε προσωπικά υπαρξιακά ερωτήματα αλλά και αφετέρου στη συμμετοχή - συνοχή του σε ένα σάπιο και εντελώς διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Εξάλλου οι συνειρμοί που παραπέμπουν σε πρόσωπα της πολιτικής ζωής είναι μοιραία. 

Με λίγα λόγια , παρακολουθήσαμε μία από τις παραστάσεις της χρονιάς, ίσως την καλύτερη δουλειά του Οικονομίδη κι ευχόμαστε να μην είναι περαστικός από το θέατρο αλλά να ήρθε για να μείνει!