«Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» (1774) είναι στην αφετηρία τους ένα επιστολικό μυθιστόρημα, που προαγγέλλει τον Ρομαντισμό στην Ευρώπη. Ο νέος Βέρθερος, σύμβολο του κινήματος «Sturm and Drang» (Θύελλα και Ορμή), αδιόρθωτα ερωτευμένος με την Λόττε διαπληκτίζεται με το πάθος του γιατί η νέα είναι ερωτευμένη με τον σύζυγό της Άλμπερτ.

Το πάθος του ευαίσθητου ποιητή Βέρθερου παραμένει αδιέξοδο. Ο ίδιος ασφυκτιά αυτοέγκλειστος στα τοιχώματα του πάθους. Η ζωή δεν του έχει επιφυλάξει καμία ηδονή. Ακόμη και η ποίηση τον οδηγεί στη ματαιότητα της πλήξεως, αφού η προσδοκία κατάκτησης της πηγής της (η Λόττε) αρνείται να αναβλύσει το νάμα για να τον ξεδιψάσει. Έτσι, στο τέλος – που όφειλε να είναι αρχή ζωής για εκείνον – αυτοκτονεί. Το έργο του Γκαίτε, όπως και ο «Φάουστ», του ίδιου κορυφαίου Γερμανού ποιητή, έχει εμπνεύσει πλήθος καλλιτεχνών. Υπενθυμίζω εδώ την όπερα του Ζυλ Μασνέ «Τα πάθη του Βέρθερου».

 

Ο Αλέξανδρος Διαμαντής αναζήτησε να στοιχήσει την πρώτη του θεατρική δουλειά μέσα στο αρχετυπικό αυτό έργο. Δημιούργησε έτσι ένα σύμπαν πρωτοεπίπεδης ανάγνωσης, όπου το κείμενο του Γκαίτε ακούγεται χωρίς ουσιαστικά κενά ενώ ο θεατής μπορεί να παρακολουθήσει την τραγική μοίρα του ήρωα, που ωστόσο στη σκηνή δεν είναι τραγική, αλλά πληροφοριακή. Η παράσταση πραγματεύεται σεμνά, χωρίς διακυμάνσεις, που σημαίνει χωρίς πάθη, την ιστορία του Βέρθερου. Ο Αλέξανδρος Διαμαντής δεν καταφάσκει την ερωτική ιστορία, παρακάμπτει τον έρωτα, δεν τον δραματοποιεί, απλώς τον ιστορεί. Όμως αυτό δίνει μια επίπεδη παράσταση που η λιτότητά της δεν έχει τίποτα το ανάγλυφο. Σχηματικές οι ερωτικές σκηνές υπονομεύουν με το επιδερμικό στήσιμό τους την κατά τα άλλα καλή πρόθεση του σκηνοθέτη να δημιουργήσει σημαίνουσα ατμόσφαιρα και να υπογραμμίσει το συγκρουσιακό στοιχείο του αφηγήματος.

Με το υλικό των ηθοποιών που είχε στη διάθεσή του, ο Αλέξανδρος Διαμαντής μπορούσε να τολμήσει κάτι περισσότερο, αλλά εδώ απαιτείται μακροχρόνια έρευνα και αναζήτηση μεθόδου που ο νέος δημιουργός υπόσχεται να αποκτήσει στο μέλλον. Έτσι, δύσκολα θα μπορούσε να κρίνει κανείς τους ηθοποιούς, αφού η καθοδήγηση τούς έχει στερήσει τη δέουσα σκηνική εκπαίδευση. Την πρωτόλεια πρόταση ακολουθεί ο Νίκος Λεκάκης ως Βέρθερος με επίπεδη παρουσία, με έναν μάλιστα επαναλαμβανόμενο ναρκισσισμό, που ωστόσο αναδείχνει τη στόφα ηθοποιού με μέλλον στο θέατρο. Ο Θανάσης Πατριαρχέας προχωρεί λίγο περισσότερο, δημιουργώντας έναν ζωηρό Άλμπερτ που αν μη τι άλλο αντιπαρατίθεται στην παθητικότητα του Βέρθερου. Ξεχωρίζει η Λόττε της Χρυσούλας Παππά. Ο Γιώργος Κοσκορέλλος ανταποκρίνεται με ενάργεια στο ρόλο του Πρίγκιπα. Το ίδιο ισχύει και για τους Μάγια Ανδρέου, Βασιλική Γεωργικοπούλου, Δημήτρη Νάκο και Ναταλία Σουίφτ που υποδύονται τα υπόλοιπα πρόσωπα.

 Αξίζει να σημειώσουμε τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα και τους φωτισμούς της Άννας Σμπώκου στα θετικά στοιχεία της παράστασης. Κατά την άποψή μου, ο  Αλέξανδρος Διαμαντής διαθέτει προσόντα και οφείλει να συνεχίσει την αναμέτρηση με τον «Βέρθερο», να επεξεργαστεί τις βαθιές δομές του κειμένου, να επιλέξει και να φωτίσει πτυχές του, να καταθέσει πρόταση, δίνοντας έμφαση στην αποφυγή του μονοεπίπεδου, που μπορεί να προκαλέσει την πλήξη.

*Ο Νεκτάριος – Γεώργιος Κωνσταντινίδης είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, κριτικός και μεταφραστής θεάτρου.