Οι περισσότεροι από εμάς δεν θέλουν να σκέφτονται ή να μιλούν για τον θάνατο, ωστόσο κάποιοι άνθρωποι όχι απλά μπορούν, αλλά πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα.

Στην Τοράγια της Ινδονησίας, οι νεκροί αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας.

«Πως είναι ο πατέρας σου;» ρωτάει κάποιος και η ατμόσφαιρα αλλάζει. Η ομήγυρη στρέφει το βλέμμα στη γωνιά του δωματίου, εκεί όπου ένας γέροντας κείτεται σε ένα πολύχρωμο κρεβάτι.

«Είναι ακόμα άρρωστος», απαντά ήρεμα η κόρη του, Mamak Lisa.

Η γυναίκα σηκώνεται χαμογελώντας και περπατά προς τον άνδρα. «Πατέρα έχουμε επισκέπτες. Ήρθαν να σε δουν. Ελπίζω να μην θύμωσες», λέει.

Ο Paulo Cirinda είναι ακίνητος. Το δέρμα του δείχνει τραχύ και γκρίζο, διάστικτο σαν φαγωμένο από έντομα. Το σώμα είναι ντυμένο.

Τα εγγόνια του τρέχουν και παίζουν στο δωμάτιο. «Γιατί ο παππούς κοιμάται συνέχεια;» ρωτά ένα από αυτά με ένα πονηρό χαμόγελο.

«Παππού, ξύπνα να φάμε!» λέει ένα άλλο. «Μην ενοχλείτε τον παππού, κοιμάται» λέει η Mamak Lisa στα παιδιά. «Θα θυμώσει».

Ο Paulo Cirinda πέθανε πριν από 12 χρόνια, αλλά για την οικογένεια του παραμένει πάρα πολύ ζωντανός.

Η πιθανότητα να κρατήσει κάποιος το σώμα ενός νεκρού στο σπίτι -και δη, σε κοινή θέα- μοιάζει, αν μη τι άλλο, εξωπραγματική.

Όμως, όπως γράφει το BBC, για τους κατοίκους της επαρχίας Τοράγια στην ανατολική Ινδονησία -ο λόγος για περισσότερο από 1 εκατ. ανθρώπους- αποτελεί παράδοση αιώνων.

Σε αυτό το σημείο του κόσμου, οι ανιμιστές πιστεύουν ότι η γραμμή, το όριο μεταξύ αυτής και της άλλης, της επόμενης ζωής, είναι ασαφές, πεποίθηση η οποία συνεπάγεται ότι οι νεκροί παραμένουν παρόντες στον κόσμο των ζωντανών.

Με τον όρο ανιμισμός (από το λατινικό animus που σημαίνει ψυχή) στη θρησκειολογία και την ανθρωπολογία εννοείται η αρχέγονη ανθρώπινη θρησκεία, η οποία θεμελιώνεται στην πεποίθηση της ύπαρξης πνευματικών υπάρξεων που εμψυχώνουν κάθε μορφή και εκδήλωση του φυσικού κόσμου.


Το εξαιρετικό βίντεο του National Geographic

Όταν κάποιος πεθαίνει…

Όταν κάποιος πεθαίνει, μπορεί να περάσουν μήνες, ακόμη και χρόνια, μέχρι να γίνει η κηδεία. Εντωμεταξύ, οι οικογένειες διατηρούν τα σώματα των νεκρών στο σπίτι και τα φροντίζουν ως να επρόκειτο για ασθενείς. Φέρνουν φαγητό, νερό και τσιγάρα δύο φορές την ημέρα. Διατηρούν καθαρά τα σώματα και αλλάζουν τα ρούχα με τα οποία τα ντύνουν συχνά. Οι νεκροί έχουν κοντά τους ακόμη και «δοχείο» -είναι η τουαλέτα τους.

Επιπλέον, ο θανών δεν μένει ποτέ μόνος, ενώ μόλις πέφτει το φως της μέρας, ανάβουν τα φώτα.

Οι οικογένειες ανησυχούν ότι αν δεν ασχοληθούν με τους νεκρούς τους σωστά, το πνεύμα τους θα τους δημιουργήσει προβλήματα.

Παλαιότερα, για να διατηρήσουν τα σώματα χρησιμοποιούσαν βότανα. Σήμερα, γίνεται έγχυση φορμόλης -το διάλυμα αφήνει στο δωμάτιο μια έντονη δυσοσμία.

Χριστιανοί και ανιμιστές 

Η Mamak Lisa λέει ότι εξακολουθεί να αισθάνεται μια ισχυρή συναισθηματική σύνδεση με τον πατέρα της. «Παρά το γεγονός ότι είμαστε όλοι Χριστιανοί» εξηγεί, βάζοντας το χέρι στο μέρος της καρδιάς, «οι συγγενείς τον επισκέπτονται συχνά ή τηλεφωνούν για να δουν τί κάνει. Πιστεύουμε ότι μας ακούσει και εξακολουθεί να είναι εδώ».

Και προσθέτει ότι ο πατέρας της τη βοήθησε στο πένθος της.


H Mamak Lisa

Περίπου το 80% των κατοίκων της περιοχής έχει εγκαταλείψει πλέον τον ανιμισμό.

Οι Ολλανδοί ιεραπόστολοι έφτασαν στην Τοράγια περίπου έναν αιώνα πριν και έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να απαγορεύσουν τις ανιμιστικές θρησκείες.

Ήδη όμως, από τη δεκαετία του 1950, συνειδητοποίησαν ότι αν ήθελαν οι άνθρωποι να αποδεχθούν τη νέα πίστη, θα έπρεπε να επιδείξουν ευελιξία και να τους επιτρέψουν να συνεχίσουν τις τελετουργίες τους.

Η λαμπρή αναχώρηση 

Στην Τοράγια οι άνθρωποι εργάζονται σκληρά όχι με σκοπό μία πολυτελή ζωή, αλλά μία λαμπρή αναχώρηση. Μία κηδεία μπορεί να κοστίσει ακόμη και 50.000 δολάρια, ποσό το οποίο ισοδυναμεί με 10 φορές το ετήσιο εισόδημα.

Η σορός του Paulo Cirinda θα παραμείνει στο σπίτι έως ότου η οικογένεια του νιώσει έτοιμη να τον αποχαιρετήσει. Το σώμα του θα αφήσει το σπίτι της οικογένειας με μια αφάνταστα πλούσια κηδεία και μια μεγάλη περιφορά γύρω από το χωριό.

Στην Τοράγια πιστεύουν ότι η κηδεία -κάποιες διαρκούν ακόμη και τέσσερις μέρες- είναι το σημείο κατά το οποίο η ψυχή εγκαταλείπει τον γήινο κόσμο και ξεκινά το μακρύ και δύσκολο ταξίδι προς την Pooya, το τελικό στάδιο της μεταθανάτιας ζωής, εκεί όπου γίνεται η μετενσάρκωση.

Μόνο μετά την κηδεία ο αποθανών εισέρχεται στον κόσμο των νεκρών.

Μa'nene και tau tau

Το επίσης, ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι όταν τελικά οι νεκροί θάβονται, η ταφή γίνεται σε σπηλιές -μέσα αλλά και έξω από αυτές- ή σε μεγάλα δέντρα.

Επίσης, οι μορφές των ευγενών, ανδρών και γυναικών σκαλίζονται σε ξύλο.

Τα ξύλινα γλυπτά, γνωστά ως tau tau, φορούν ρούχα, κοσμήματα, ενώ φέρουν ακόμη και τα μαλλιά του νεκρού, σιωπηλοί φρουροί που στέκουν κοιτάζοντας πέρα από τον κόσμο τούτο…

Αλλά ακόμα και η ταφή δεν σημαίνει οριστικό αντίο. Η φυσική σχέση μεταξύ νεκρών και ζωντανών συνεχίζεται πολύ μετά, μέσα από ένα τελετουργικό που ονομάζεται ma'nene, ή«κάθαρση από τα πτώματα».

Κάθε δύο χρόνια, οι οικογένειες βγάζουν τα φέρετρα των νεκρών τους έξω από τους τάφους τους και τα ανοίγουν, σε ένα μεγάλο, ιδιότυπο reunion.

Προσφέρουν φαγητό και τσιγάρα στους νεκρούς και μετά ποζάρουν μαζί τους για τα νέα οικογενειακά πορτρέτα…