Οι υποστηρικτές του δισεκατομμυριούχου, νικητή των αμερικανικών προεδρικών εκλογών, χρησιμοποίησαν ευρέως το διαδίκτυο για να διαδίδουν τα ψεύδη τους. Φοβούμενοι μήπως κατηγορηθούν για λογοκρισία, οι γίγαντες του παγκόσμιου ιστού αρνούνται να φιλτράρουν το περιεχόμενο και αρκούνται σε περιορισμένα μέτρα.  

Ο 45ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών εξελέγη χωρίς να κερδίσει την λαϊκή ψήφο. Την Τρίτη 15 Νοεμβρίου, η Χίλαρι Κλίντον προηγείτο μάλιστα κατά 770.000 ψήφους έναντι του Ντόναλντ Τραμπ. Για ορισμένους ρεπουμπλικανούς όμως, η εν λόγω καταμέτρηση δεν έχει αξία, παρά μόνον αν κάποιος πιστεύει τον αμερικανικό τύπο. 

Πράγμα που πολλοί χρήστες του διαδικτύου αρνούνταν να πράξουν, το περασμένο Σαββατοκύριακο, αναφερόμενοι σε μια καταμέτρηση, βάσει της οποίας ο Τραμπ τελικά, είχε 700.000 ψήφους, περισσότερες από την αντίπαλό του. Η πληροφορία αναμεταδόθηκε εκτενώς από το Twitter. Στην Γαλλία, την είδηση αναπαράγει ο οικονομολόγος Jacques Sapir. 

Η ακροδεξιά ιστοσελίδα Dreuz.info σχολιάζει: «Αν ανατρέχετε στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, εξακολουθούν να ψεύδονται, όπως άλλωστε έκαναν - επί μάταιω - καθ’ όλη την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας».  

Ωστόσο, αν υπάρχει ψέμα, αυτό προέρχεται από την πλευρά των συνωμοσιολόγων… Εξαιτίας των επιστολικών ψήφων απομένουν ακόμη επτά εκατομμύρια ψήφοι προς καταμέτρηση, αλλά όλοι οι σχολιαστές συμφωνούν, καταλήγοντας ότι η απόσταση μεταξύ Κλίντον και Τραμπ  θα συνεχίσει να μεγαλώνει, προς όφελος της πρώτης. Η οποία, σύμφωνα με τα παραπάνω αναμένεται να πάρει το λιγότερο ένα εκατομμύριο επιπλέον ψήφους. 

Κάτι, που βεβαίως δεν αλλάζει τίποτα στην έκβαση της ψηφοφορίας: Από την στιγμή που ο Τραμπ συγκέντρωσε περισσότερους εκλέκτορες, κέρδισε εκ των πραγμάτων και την προεδρική εκλογή. 

Ψευδή στοιχεία - Ψεύτικα νούμερα

Αυτή η παραπληροφόρηση σχετικά με την λαϊκή ψήφο που κέρδισε ο Τραμπ είναι το νιοστό παράδειγμα ψευδών ειδήσεων που άνθισαν κατά την διάρκεια της προεδρικής προεκλογικής εκστρατείας. 

Το γεγονός όμως ότι η παραπληροφόρηση εξαπλώθηκε σαν επιδημία  τις τρεις τελευταίες ημέρες, συνέβη κυρίως διότι ένας ιστότοπος, το 70news εμφανίστηκε πρώτο στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google.

Πληκτρολογώντας final elections results («οριστικά αποτελέσματα της εκλογής») στην μηχανή αναζήτησης, οι χρήστες του διαδικτύου έπεφταν όλη την μέρα της Δευτέρας σε ένα άρθρο αυτού του ιστοτόπου ο οποίος έχει στόχο να «μοιράζεται τις πληροφορίες που τα φιλελεύθερα μέσα ενημέρωσης [μάλλον της αριστεράς σύμφωνα με τα αγγλο - σαξωνικά κριτήρια, σ.σ.] δεν θα σας δώσουν».  

Το απόγευμα της Δευτέρας, ο ιστότοπος εξακολουθούσε να βγαίνει στην κορυφή των αποτελεσμάτων της Google. Ακριβώς πάνω από ένα άρθρο της Washington Post που επισήμαινε ότι η Google «παραπέμπει σε ένα σάιτ με ψευδείς πληροφορίες και ψεύτικα νούμερα». Η λάθος πληροφορία παρέμενε ανηρτημένη την Τρίτη, με μια επικαιροποίηση που διευκρίνιζε: «Για όσους αναρωτιούνται πού βρήκα τα νούμερα, ενημερώνω ότι τα βρήκα στο Twitter». 

Η Google ζήτησε συγγνώμη για το ότι προέβαλε ένα άρθρο με ανακριβείς πληροφορίες: «Σκοπός της αναζήτησης είναι η παροχή των πιο αξιόπιστων και χρήσιμων αποτελεσμάτων για τους χρήστες μας. Στην παρούσα περίπτωση υποπέσαμε καταφανώς σε σφάλμα, αλλά εργαζόμαστε ακατάπαυστα για την βελτίωση των αλγορίθμων». 

Η παρανόηση της μηχανής αναζήτησης είναι ενδεικτική ενός φαινομένου που αναδείχθηκε στην διάρκεια αυτής της καμπάνιας: οι ιστοσελίδες και τα άρθρα που μετέδιδαν δήθεν αποκαλύψεις έτυχαν σημαντικής κάλυψης, εμφανιζόμενα μπροστά ή τουλάχιστον στο ίδιο επίπεδο με επαληθευμένες ειδήσεις.  

Απολυμένοι συντάκτες 

Στην διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ένα άλλο μέσο της Silicon Valley έγινε αντικείμενο πολεμικής. Το Facebook, όπου ανθεί η επιχείρηση ιστοσελίδων παραπληροφόρησης. Το κοινωνικό δίκτυο υποδεικνύεται ως ένας από τους παράγοντες υπεύθυνους για την εκλογή του Τραμπ. Κυρίως, λόγω των προσωποποιημένων φίλτρων που εφαρμόζει ανάλογα με τις προτιμήσεις και το ιστορικό περιήγησης των χρηστών του, πράγμα που συνέτεινε στο να ευνοηθεί η ψήφος Τραμπ.

Λίγες μέρες μετά την εκλογή - έκπληξη του Τραμπ, ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ επιχειρεί πάντως να κατευνάσει τα πνεύματα: σε μια ανάρτηση το Σάββατο βράδυ, διαβεβαιώνει ότι «στο Facebook, πάνω από το 99% του περιεχομένου που βλέπουν οι άνθρωποι είναι αυθεντικό. […] Γενικά, υπάρχουν λοιπόν ελάχιστες πιθανότητες απάτες ή φάρσες να έχουν αλλοιώσει την έκβαση των εκλογών προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση». Ένα ποσοστό που δεν είναι δυνατόν να επαληθευτεί εφόσον οι μελέτες διεξάγονται από ερευνητές του Facebook, για το Facebook. 

Μια έρευνα που έγινε για λογαριασμό του Buzzfeed σε δείγμα των έξι πιο στρατευμένων σελίδων κοινωνικής δικτύωσης, αποκάλυψε πριν από λίγες εβδομάδες ότι ψευδείς πληροφορίες περιείχε μόλις το 19% των αριστερών αναρτήσεων, σε σχέση με το 38% των ακροδεξιών. Ενώ τα άρθρα με τις περισσότερες κοινοποιήσεις ήταν κυρίως αυτά που μετέδιδαν ψευδείς, παρά εκείνα που παρείχαν ακριβείς πληροφορίες. 

Το να φτάσει κανείς να κατηγορεί το Facebook θα ήταν εντούτοις «μια αρκετά τρελή ιδέα», σύμφωνα με τον διευθύνοντα το κοινωνικό δίκτυο. Συνετό, αλλά όχι αρκετά πειστικό. Το επιχείρημα προέρχεται από έναν άνθρωπο που μέχρι πρότινος δεν έπαυε να υπενθυμίζει ότι το κοινωνικό του δίκτυο δεν ήταν «επιχείρηση του τομέα μαζικής ενημέρωσης» την στιγμή που, σύμφωνα με μια έρευνα του Pew Research Center, 44% των Αμερικανών αναφέρουν το Facebook ως πηγή ενημέρωσης. 

Η Zeynep Tufekci, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Β. Καρολίνας, υπενθυμίζει στην εφημερίδα New York Times ότι μια ψευδής δημοσίευση που διαβεβαίωνε ότι ο Πάπας Φραγκίσκος υποστήριζε δημοσίως τον Ντόναλντ Τραμπ κοινοποιήθηκε πάνω από ένα εκατομμύριο φορές. Δύσκολο, σε αυτήν την περίπτωση, εξηγεί, να ισχυρίζεσαι ότι το να αφεθούν να κυκλοφορούν στο κοινωνικό δίκτυο τα fake news (ψεύτικα νέα) δεν είχε ουδεμία επίδραση στην εκλογή.

Πλατύτερο κοινό

Η συζήτηση άναψε για τα καλά εντός της εταιρείας. Σύμφωνα με τους New York Times, οι ιθύνοντες του Facebook φέρονται να συζήτησαν την ίδια την ημέρα των εκλογών τον ρόλο που διαδραμάτισε η εταιρεία τους στην ψηφοφορία. 

Η ειδικευόμενη στις ειδήσεις των νέων τεχνολογιών ιστοσελίδα Gizmodo αποκάλυψε την Δευτέρα ότι το εν λόγω κοινωνικό δίκτυο απασχολούσε ήδη από τον περασμένο Μάιο το θέμα της  διασποράς ψευδών ειδήσεων. Είχε μάλιστα ετοιμαστεί και μία επικαιροποίηση του νήματος των πληροφοριών (που θα του επέτρεπε να εντοπίζει πλαστά περιστατικά και να τα εξαφανίζει). Δεν παρουσιάστηκε ποτέ στο κοινό. Οι αρμόδιοι φοβήθηκαν πιθανότατα ότι θα τους κατηγορούσαν οι συντηρητικοί για μεροληψία, αν αποφάσιζαν να καταργήσουν συγκεκριμένα περιεχόμενα.  

Και ευλόγως, διότι μια άλλη έρευνα του Gizmodo επιβεβαίωνε ότι οι εργαζόμενοι του Facebook που είχαν την ευθύνη να ενημερώνουν την στήλη trending («τάσεις») - μη διαθέσιμη ακόμη στην Ευρώπη - καταργούσαν θέματα που αφορούσαν τους συντηρητικούς. Το Facebook μάταια προσπάθησε να  αρνηθεί αυτούς τους ισχυρισμούς, η ομάδα των συντακτών απολύθηκε και ο τομέας trending αφέθηκε στα χέρια ενός μοναδικού αλγόριθμου. Δίχως την παραμικρή ανθρώπινη ματιά. Αποτέλεσμα, άρθρα που διέδιδαν ψευδείς πληροφορίες έκαναν την εμφάνισή τους σε αυτόν τον τομέα του ιστοτόπου. 

Έτσι, οι εξ Αμερικής χρήστες του διαδικτύου μπόρεσαν να ανακαλύψουν ότι η Megyn Kelly, δημοσιογράφος του καναλιού Fox News, απολύθηκε διότι είχε υποστηρίξει την Χίλαρι Κλίντον ή ότι οι τρομοκρατικές ενέργειες της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν αποτέλεσμα συνωμοσίας. Μετά από αυτό, αποκαταστάθηκε ομάδα με σκοπό να αναθεωρεί τα άρθρα που εμφανίζονται στην στήλη, αλλά καθώς η δικαιοδοσία τους είναι περιορισμένη, το πρόβλημα των ψευδών ειδήσεων εξακολουθεί να υφίσταται. Για να αποφύγει, λοιπόν το Facebook, να θίξει τους συντηρητικούς ή να κατηγορηθεί για λογοκρισία, επέλεξε προς στιγμήν, ούτε λίγο ούτε πολύ, να αφήσει τα πράγματα ως έχουν. Κάτι που δεν αρέσει σε όλους τους εργαζομένους σε αυτό. 

Σύμφωνα με το Buzzfeed, ορισμένοι από τους υπαλλήλους του οργανώθηκαν σε ανεπίσημη μονάδα επέμβασης με στόχο να εξετάσουν τον ρόλο του σάιτ στην προαγωγή πλαστών ειδήσεων και να αναλύσουν το κατά πόσον είχαν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να εμποδιστεί η άνοδός τους στο Facebook. Το οποίο οχυρώνεται πίσω από την ιδέα βάσει της οποίας η παραπληροφόρηση υπήρχε πάντοτε στον δημόσιο διάλογο. Όμως χάρις στα κοινωνικά δίκτυα οι ψευδείς ειδήσεις κυκλοφορούν πολύ πιο γρήγορα και δύνανται να φτάσουν σε ένα πολύ πιο πλατύ κοινό. 

Ο Craig Silverman, δημοσιογράφος του Buzzfeed και συντάκτης  μιας έκθεσης σχετικά με την παραπληροφόρηση, εξηγεί στην Libération ότι το Facebook δεν θέλει με κανέναν τρόπο «να καταρτίσει μαύρη λίστα ιστοσελίδων που θα αποκλείονταν λόγω των αλγορίθμων τους, καθώς έτσι, θα κατηγορούνταν ακόμη μια φορά για λογοκρισία». Μόνο που οι αλγόριθμοι εμπεριέχουν επίσης προκατάληψη, όπως εξηγεί: «Πάντα υπήρχε μια ανησυχία ως προς την μεροληψία των δημοσιογράφων, και αυτό πρέπει να το έχουμε κατά νου. Πρέπει όμως να λάβουμε επίσης υπόψη και την μεροληψία των αλγορίθμων, την επιρροή τους και την έλλειψη διαφάνειας που τους περιβάλλει». 

Η Google και το Facebook ανακοίνωσαν το βράδυ της Δευτέρας παρόμοια μέτρα. Τα fake news θα αποκλείονται στο εξής από τα διαφημιστικά τους συστήματα και ως εκ τούτου δεν θα μπορούν να αποφέρουν έσοδα. Επιπλέον, η Google θα εφαρμόσει σύντομα στην Γαλλία έναν λογότυπο fact check για να επισημαίνει στους χρήστες ότι το αναφερόμενο άρθρο προέρχεται από ιστότοπο επαλήθευσης πληροφοριών. Τον Ιανουάριο του 2015, το Facebook βεβαίωνε ήδη ότι έπαιρνε πολύ σοβαρά το εν λόγω πρόβλημα, προσθέτοντας ένα πλήκτρο που επιτρέπει να αναφέρουμε τις πλαστές ειδήσεις. Μέχρι στιγμής, η μοναδική αυτή επιλογή δεν έχει δώσει απτά αποτελέσματα.

Πηγή: Libération

Μετάφραση - Επιμέλεια: Γεωργία Πρωτογέρου