Στη βιομηχανία του αμερικάνικου ονείρου, το Χόλιγουντ, η σεξουαλική παρενόχληση ή και κακοποίηση είναι ένα αρκετά συχνό φαινόμενο. Πολλοί ξέρουν, αλλά λίγοι μιλούν. Ο φόβος, η κακή φήμη και η ντροπή είναι κάποιοι από τους ανασταλτικούς παράγοντες που εμποδίζουν τα θύματα και το περιβάλλον τους να αποκαλύψουν πρόσωπα και ονόματα. Όμως δεν είναι κάτι που ξεκίνησε τώρα. Μιλάμε για μια «αρρώστια» που έχει εξαπλωθεί στην κινηματογραφική και μουσική βιομηχανία εδώ και χρόνια, συντηρώντας ένα σύστημα συστημικού σεξισμού.

Ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά του παραγωγού Χάρβεϊ Γουάινστιν, τον οποίο πολλές ηθοποιοί κατηγορούν για σεξουαλική επίθεση και βιασμό, ήταν γνωστά στο Χόλιγουντ με αρκετές αναφορές έμμεσες ή πιο άμεσες σε ταινίες, συνεντεύξεις και τηλεοπτικές σειρές. Πολλά μέσα ενημέρωσης εντόπισαν σκηνές σε ταινίες, σειρές στην τηλεόραση ή συνεντεύξεις στις οποίες αναφέρονται το όνομα και οι πράξεις του λιγότερο ή περισσότερο ξεκάθαρα, όπως αναφέρει ο Guardian

Στην τελετή απονομής των Όσκαρ το 2013 ο κωμικός και σεναριογράφος Σεθ ΜακΦάρλαν, σχολίασε χαριτολογώντας όταν ανακοίνωνε τα ονόματα των πέντε ηθοποιών που είχαν προταθεί για Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου: «Συγχαρητήρια (…) δεν θα χρειάζεται πια να προσποιείστε ότι σας αρέσει ο Χάρβεϊ Γουάινστιν».  Πολλοί μπορεί να το πήραν σαν ένα κακόγουστο αστείο και να μην έδωσαν την δέουσα προσοχή, αλλά αυτό είναι κάτι που συμβαίνει στην πραγματικότητα για σχεδόν 100 χρόνια στο Χόλιγουντ.

Γιατί όμως οι περισσότεροι κρατούν το στόμα τους κλειστό για αυτήν την ακραία μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης; Η ανισότητα στην εξουσία ανάμεσα σε μία γυναίκα που θέλει να γίνει διάσημη και τους μεγάλους παραγωγούς μεταφέρεται συχνά στην μεγάλη οθόνη και κανείς δεν παίρνει το θέμα στα σοβαρά.

Πολλές είναι μάλιστα οι σταρ που ανά τους καιρούς κατηγόρησαν μεγάλα ονόματα της MGM και της Columbia. H Μέρλιν Μονρόε δε δίστασε να χαρακτηρίσει το Χόλιγουντ ως ένα «μεγάλο πορνείο», ενώ η Τζόαν Κόλινς έχει παραδεχτεί ότι έχασε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Κλεοπάτρας, επειδή αρνήθηκε να υποταχθεί στις ορέξεις του παραγωγού της 20th Century Fox, Μπάντι Άντλερ.

Πριν ακόμα η αμερικάνικη κινηματογραφική βιομηχανία μετακομίσει στην Καλιφόρνια, δεν υπήρχαν κινηματογραφικοί αστέρες και τα στούντιο διάλεγαν δημοκρατικά το cast και το συνεργείο. Τα πιο γνωστά πρόσωπα που εμφανίζονταν στις ταινίες της εποχής ήταν γνωστά μόνο από το εμπορικό όνομα του στούντιο τους, όπως για παράδειγμα το «κορίτσι της Vitagraph», και το «κορίτσι της Biograph». Αλλά το 1909, ο Carl Laemmle, επικεφαλής του στούντιο Independent Moving Pictures (IMP), ο οποίος αργότερα ίδρυσε την Universal Pictures, ήθελε να δημιούργησε ένα πραγματικό αστέρι. Και το κατάφερε με τον πιο περίεργο τρόπο.

Έχοντας προσλάβει τη Florence Lawrence από την Biograph, διέδωσε μία ψεύτικη φήμη στον τύπο, σύμφωνα με την οποία η κοπέλα σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τραμ. Αφού οι πολίτες εξέφρασαν την απογοήτευσή τους, που δεν θα ξανάβλεπαν το «κορίτσι της Biograph», ο  Laemmle έβαλε ανακοίνωσε ότι η είδηση ήταν ψεύτικη και ανήγγειλε την επανεμφάνιση της σε επερχόμενες ταινίες της IMP, με το πραγματικό της όνομα.

Η Lawrence χειραγωγήθηκε πλήρως από το μεγάλο αφεντικό του στούντιο και στη συνέχεια άρχισαν να ανακοινώνονται οι σχέσεις εξουσίας μεταξύ των παράγων και των νέων ηθοποιών που προσπαθούσαν να χτίσουν μια καριέρα.

Η υπόθεση της Lawrence ήταν μόνο η αρχή. Όταν η κινηματογραφική επιχείρηση μετακόμισε στην Καλιφόρνια, χιλιάδες νεαρές γυναίκες έφτασαν στο Χόλιγουντ ελπίζοντας να γίνουν διάσημες. Εισερχόμενες όμως στο χώρο του κινηματογράφου, ήταν πιο πιθανό να καταλήξουν σερβιτόρες ή «σκλάβες του σεξ», πλάι στους μεγάλους παραγωγούς.

Η ηθοποιός Louise Brooks είχε δηλώσει μάλιστα, ότι η διαδικασία επιλογής στις ταινίες και τα συμβόλαια δεν γίνονταν βάση ταλέντου, αλλά βάση των επιδόσεων στον «καναπέ». Έδωσε μάλιστα το παράδειγμα ενός χορευτή που εισήλθε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου με τον μεγαλοεπιχειρηματία, Lord Beaverbrook και λίγες μέρες αργότερα απέκτησε συμβόλαιο στη MGM.

Ήταν ένα διεφθαρμένο σύστημα γεμάτο από κινδύνους, που είχε αρχίσει να γίνεται γνωστό στο κοινό. Ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ιστορία του Χόλιγουντ συνέβη το 1921 όταν η ηθοποιός Virginia Rappe πέθανε λίγες ημέρες μετά από ένα πάρτι σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Σαν Φρανσίσκο. Η αιτία θανάτου ήταν η κάκωση της ουροδόχου κύστης και ο κωμικός παραγωγός, Roscoe "Fatty" Arbuckle, κατηγορήθηκε για τον θάνατο, καθώς τη βίασε ενώ ήταν σε κώμα, προκαλώντας το σκίσιμο της ουροδόχου κύστης.

Ο Arbuckle τελικά αθωώθηκε. Η απόφαση έδειξε ότι η βλάβη στα εσωτερικά όργανα είχε προκληθεί από αφροδίσια νοσήματα ή εκτρώσεις, αλλά παρόλο αυτά ο Arbuckle μπήκε για πάντα στη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ.

Ωστόσο, το κοινό είχε πάρει μια γεύση από την πρόστυχη μεριά της κινηματογραφικής επιχείρησης, καθώς το σκάνδαλο συγκέντρωσε πάνω του το φώτα της δημοσιότητας προκαλώντας ανησυχίες για πολλά νέα κορίτσια. Η λύση φάνηκε να έρχεται με τον ερχομό του Will Hays, ο οποίος διορίστηκε το 1922 πρόεδρος των νεοσύστατων παραγωγών κινηματογραφικών ταινιών και διανομών της Αμερικής.

Ο Hays βρήκε ένα μεγαλύτερο σπίτι για το Girls Studio Club, όπου έμεναν τα νεαρά κορίτσια που ήθελαν να κάνουν καριέρα στο Χόλιγουντ. Είχε ιδρυθεί το 1916 από μια ομάδα γυναικών του Χόλιγουντ, αλλά άλλαξε το 1926 με στόχο να αντικαταστήσει την εικόνα του «πονηρού κοριτσιού» σε ένα «έξυπνο και ευγενικό κορίτσι του στούντιο». Ωστόσο, φάνηκε ότι προσπάθησε να λύσει το θέμα επιφανειακά, αδιαφορώντας για την κύρια αιτία του προβλήματος. Με αυτόν τον τρόπο, ηθοποιοί όπως η Gloria Swanson και η Clara Bow έγιναν ιδιοκτησία του στούντιο για το οποίο εργάζονταν.

Το Χόλιντουντ άρχισε να αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς και ο κινηματογράφος μετατράπηκε σε μια κερδοφόρα επιχείρηση, μόνο που αυτό που έφερνε την επιτυχία στην πραγματικότητα, ήταν τα ονόματα των αστέρων και όχι οι παραγωγές που πουλούσαν εισιτήρια.

Στη δεκαετία του 1920, όπως το περιγράφει ο Brooks, όταν οι παραγωγοί συνειδητοποίησαν ότι οι γυναίκες ηθοποιοί απειλούσαν την κυριαρχία τους, διεξήγαγαν έναν πόλεμο στο «star system». Έτσι εκμεταλλεύτηκαν την εξουσία τους για να σταματήσουν τη σταυροδρόμια μιας πετυχημένης ηθοποιού. Οι γυναίκες συγγραφείς και παραγωγοί, όπως η Frances Marion και June Mathis, οι οποίες κατείχαν ανώτερες θέσεις στη βιομηχανία ταινιών, άρχισαν να χάνουν τις θέσεις τους και από τη δεκαετία του '30 ο κινηματογράφος άρχισε να διοικείται μόνο από άντρες, οι οποίοι επέλεγαν τις περισσότερες φορές τις πρωταγωνίστριες.

Οι παραγωγοί συχνά αποφάσιζαν να αλλάζουν τα όνομα των ηθοποιών και τους δίνουν νέα προφίλ, άλλη εμφάνιση και πολλές φορές άλλη εθνικότητα. Η Margarita Cansino έγινε Rita Hayworth και η Lucille LeSueur έγινε η Joan Crawford, αλλάζοντας τελείως μαλλιά, στιλ και νοοτροπία.

Στις αρχές της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ, το 1937, αποκαλύφθηκαν δύο περιστατικά που έδειχναν την εξουσία που ασκούσαν οι μεγιστάνες του κινηματογράφου πάνω στις ηθοποιούς. Το ένα ήταν η κυκλοφορία της ταινίας «A Star is Born», η ιστορία του διάσημου σταρ του Χόλιγουντ που βρίσκει μια νεαρή κοπελιά και την αναδεικνύει. Ερωτεύονται και παντρεύονται, αλλά όσο αυτή αρχίζει να διαπρέπει και να γίνεται πρώτο όνομα, τόσο αυτός πέφτει στον αλκοολισμό και η δικιά του καριέρα βουλιάζει. Αυτό το ρομαντικό δράμα υπήρξε μια αντιπροσωπευτική ταινία για το τι συμβαίνει στο κινηματογραφικό σύστημα.

Επίσης το 1937, η 20χρονη χορεύτρια Patricia Douglas έλαβε ένα τηλεφώνημα για δουλειά στο Χόλιγουντ, που διοργάνωνε ο παραγωγός κωμωδιών Hal Roach στο ράντσο του στην ύπαιθρο. Η Ντάγκλας δεν ήξερε ότι πρόκειται για πάρτι. Τη μετέφεραν σε ένα έρημο μέρος μαζί με άλλες 120 γυναίκες και το μόνο που τους είπαν είναι ότι θα δε θα συμμετάσχουν σε κάποια ταινία, αλλά θα χορέψουν στο πάρτι. Το πάρτι άρχισε να παίρνει άλλη τροπή και ο διευθυντής πωλήσεων της MGM έβαλε στο μάτι στη Douglas, την έσυρε στο αυτοκίνητό του και τη βίασε.

Η MGM και ο παραγωγός Eddie Mannix φοβήθηκαν ότι θα ξεσπάσει άλλο ένα σκάνδαλο σαν της Rappe και του Arbuckle, προσπάθησαν να συγκαλύψουν την ιστορία του Ντάγκλας, αφού πρώτα σιγουρεύτηκαν ότι δε θα αναμειχθεί στα μέσα το όνομα της εταιρίας παραγωγής.  Η ιστορία του Ντάγκλας ανακαλύφθηκε αργότερα από τον ιστορικό κινηματογράφου, Ντέιβιντ Στέν, στο ντοκιμαντέρ «Girl 27».

Η ταινία και το σκάνδαλο του 1937, απέδειξαν πόσο αποτελεσματικά τα στούντιο του Χόλιγουντ μπορούσαν να δημιουργήσουν τις δικές τους ιστορίες και να ασκήσουν επιρροή  στον κόσμο της επιβολής του νόμου, της ιατρικής, των δικαστηρίων και των μέσων ενημέρωσης.

Με το πέρασμα τον χρόνων άρχισαν να αποκτούν όλο και μεγαλύτερη δύναμη και οι σκηνοθέτες, εκτός από τους παραγωγούς. Η κύριος πυρήνας αφορούσε πάλι τους άνδρες, ο οποίοι κατείχαν ένα ποσοστό 96% στο χώρο του συστήματος.

Ο Γούντι Άλεν, ο οποίος έχει υποστεί σοβαρές κατηγορίες για σεξουαλική παρενόχληση στην ιδιωτική του ζωή, έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο το 1966 με την ταινία «What’s Up, Tiger Lily». Στην ταινία βλέπουμε έναν παραγωγό ταινιών που υπόσχεται σε μία νεαρή χορεύτρια να πάρει μία θέση σε ταινία, αν του κάνει ένα καλό στριπτίζ.

Αλλά και ο Alfred Hitchcock, ήταν γνωστός για τις προτιμήσεις του. «Οι ξανθές κάνουν τα καλύτερα θύματα. Είναι σαν το παρθένο χιόνι που εμφανίζει τα αιματηρά ίχνη», είχε πει σε συνέντευξη του. Η ταλαντούχα ηθοποιός της ταινίας του «The Birds», Tippi Hedren, έγραψε στα απομνημονεύματά της ότι είχε πέσει θύμα του Hitchcock, όταν αυτός της ρίχτηκε και την παρενόχλησε σεξουαλικά.

Αλλά και η Maria Schneider, η οποία πρωταγωνίστησε μαζί με τον Marlon Brando στο «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» το 1972, περιέγραψε ότι αισθάνθηκε «ταπεινωμένος και βιασμένη από τον σκηνοθέτη Bernardo Bertolucci. Ο σκηνοθέτης παραδέχεται ότι ο Brando και ο ίδιος σκόπευαν να γυρίσουν την σκηνή του βιασμού χωρίς να πουν στην Schneider όλες τις λεπτομέρειες. Με λίγα λόγια, η σκηνή του βιασμού με το βούτυρο δεν είχε την συναίνεση της ηθοποιού, η οποία ως μικρή και άπειρη τότε δεν ήξερε πως να αντιδράσει σε αυτή την παραβίαση του ψυχισμού της.

Η Molly Ringwald έχει αναφέρει διάφορα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης στην καριέρα της, συμπεριλαμβανομένου ενός σκηνοθέτη που την επιτέθηκε στο σετ. Πρόσφατα μάλιστα και η Reese Witherspoon μίλησε ανοιχτά σχετικά με τη δική της εμπειρία σεξουαλικής βίας, αποκαλύπτοντας πως είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά όταν ήταν 16 ετών, ενώ μετά το περιστατικό οι παραγωγοί την ανάγκασαν να μην αποκαλύψει την είδηση για να μην χαλάσει η καριέρα της.

Η χιονοστιβάδα αποκαλύψεων που ακολούθησε το σκάνδαλο Γουινστάιν, έκανε και την Ιρλανδή τραγουδίστρια Björk να δηλώσει ότι παρενοχλήθηκε από Δανό σκηνοθέτη κατά την διάρκεια των γυρισμάτων. «Συνειδητοποίησα ότι ένας σκηνοθέτης μπορεί να αγγίζει ή να παρενοχλεί σεξουαλικά τις ηθοποιούς του, όπως θέλει, είναι παγκόσμιο φαινόμενο και ο θεσμός του κινηματογράφου το επιτρέπει», αναφέρει.«Επειδή δεν ενέδωσα στον σκηνοθέτη, με τιμώρησε λέγοντας στην ομάδα ότι ήμουν προβληματική ηθοποιός και ότι έκανα τη δύσκολη», γράφει, χωρίς να αναφέρει το όνομά του. Ολοι ωστόσο κατάλαβαν ότι πρόκειται για τον Δανό σκηνοθέτη Lars von Trier, με τον οποίο η Björk γύρισε το 2000 το Dancer in The Dark, ταινία η οποία είχε βραβευθεί στο Φεστιβάλ των Καννών και η τραγουδίστρια είχε πάρει το Βραβείο Ερμηνείας. Ωστόσο, ο Trier αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της.

Σύμφωνα με τις πρόσφατες αναλύσεις ταινιών του Χόλιγουντ, πάντα υπήρχαν έντονα παραδείγματα μεγάλης διαφοράς ηλικίας ανάμεσα στους άνδρες και στις γυναίκες. Επίσης οι άνδρες εμφανίζονται και έχουν πιο ενεργούν ρόλους στις ταινίες, αφήνοντας πολλές φορές ερωτήματα για τη θέση της γυναίκας και την υπονόμευση της.

Σίγουρα δεν είναι τυχαίος αυτός ο συστημικός σεξισμός του Χόλιγουντ. Πρόκειται για ένα καλοστημένο παιχνίδι που ξέρει να προβάλει τη γυναίκα σε μία υποδεέστερη θέση, συνήθως υποταγμένη στον άνδρα. Κι αυτό προκύπτει από τις επιθυμίες και τις επιλογές των εκάστοτε παραγωγών και σκηνοθετών. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σινεμά είναι η πιο αποτελεσματική μηχανή προπαγάνδας στον κόσμο, καταλήγει ο Guardian