Την επιλογή της Τζίνα Χάσπελ ως επικεφαλής της CIA, πρώτης γυναίκας σε αυτή τη θέση, ανακοίνωσε σήμερα ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.

«Η Τζίνα Χάσπελ, η αναπληρώτρια διευθύντρια της CIA, επελέγη να αντικαταστήσει τον διευθυντή (Μάικ) Πομπέο και θα είναι η πρώτη διευθύντρια της CIA, ένα ιστορικό ορόσημο. Ο Μάικ (Πομπέο) και η Τζίνα (Χάσπελ) έχουν συνεργαστεί για πάνω από έναν χρόνο και έχουν αναπτύξει βαθύ, αμοιβαίο σεβασμό», ανέφερε ο Τραμπ σε δήλωσή του προς την Washington Post.

Σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα, η ίδια η Χάσπελ σε ανακοίνωσή της δήλωσε ενθουσιασμένη με την προαγωγή της.

«Ύστερα από 30 χρόνια ως αξιωματούχος στη CIA, ήταν τιμή μου που υπηρέτησα ως αναπληρώτρια διευθύντρια δίπλα στον Μάικ Πομπέο τον περασμένο χρόνο», ανέφερε η Χάσπελ, σύμφωνα με την Washington Post. «Είμαι ευγνώμων στον πρόεδρο Τραμπ για την ευκαιρία», δήλωσε η Χάσπελ, και εξέφρασε την ελπίδα να φανεί αντάξια «της εμπιστοσύνης του σε εμένα, να με επιλέξει για τη θέση της επόμενης διευθύντριας της CIA».

Ποια όμως είναι η Τζίνα Χάσπελ;

Η Τζίνα Χάσπελ είναι η πρώτη γυναίκα που διορίζεται επικεφαλής της CIA, όμως ο ρόλος αυτής της πρώην αρμόδιας για τις κρυφές επιχειρήσεις μέσα στις μυστικές φυλακές όπου οι κρατούμενοι βασανίζονταν μπορεί να περιπλέξει τον διορισμό της ως διευθύντριας μιας από τις μεγαλύτερες υπηρεσίες πληροφοριών στον κόσμο.

Κατάσκοπος με μεγάλη εμπειρία στις κρυφές επιχειρήσεις, εντάχθηκε στην υπηρεσία το 1985 και υπηρέτησε σε πολλά μέρη του κόσμου, μεταξύ άλλων στο Λονδίνο στα τέλη της δεκαετίας του 2000.

«Η Τζίνα είναι υποδειγματική κατάσκοπος και αφοσιωμένη πατριώτισσα και φέρνει πάνω από 30 χρόνια πείρας στην υπηρεσία. Είναι επίσης μια έμπειρη ηγέτης με φανταστική ικανότητα να πράτει και να εμπνέει αυτούς που την περιβάλλουν», είχε δηλώσει ο Μάικ Πομπέο όταν την είχε διορίσει δεύτερη στην ιεραρχία της CIA, πριν από έναν χρόνο.

Τρεις πρώην διευθυντές της CIA και άλλοι αξιωματούχοι, μεταξύ των οποίων ο Τζέιμς Κλάπερ, πρώην διευθυντής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, είχαν υποστηρίξει την Χάσπελ. Αντίθετα δύο δημοκρατικοί γερουσιαστές είχαν εκφράσει επιφυλάξεις για τον διορισμό της σε επιστολή τους προς τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.

«Η διαδρομή της δείχνει πως δεν είναι κατάλληλη γι' αυτή τη θέση», δήλωναν οι γερουσιαστές Ρον Γουάιντεν και Μάρτιν Χάινριτς.

Η Χάσπελ είχε διοριστεί το 2013 επικεφαλής των κρυφών επιχειρήσεων της CIA, αλλά είχε αντικατασταθεί έπειτα από μερικές μόνο εβδομάδες, προφανώς λόγω των πιθανολογούμενων ευθυνών της για τη δημιουργία μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 μυστικών φυλακών στο εξωτερικό στις οποίες χρησιμοποιούνταν ανακριτικές μέθοδοι που προσιδιάζουν σε βασανιστήρια.

Η Χάσπελ ήταν υπεύθυνη για μία μυστική φυλακή της CIA στην Ταϊλάνδη όπου κρατούσαν μέλη της Αλ Κάιντα.

Σύμφωνα με αναφορές της CIA, κρατούμενοι οι οποίοι μετά την 11η Σεπτεμβρίου θεωρούνταν ύποπτοι για συμμετοχή στην Αλ Κάιντα, που είχαν απαχθεί χωρίς να τους έχουν απαγγελθεί κατηγορίες και χωρίς να έχουν δικαίωμα σε δίκη ή υπεράσπιση, υπέστησαν συστηματικά, απάνθρωπες απαγορευμένες τεχνικές βασανισμού, μεταξύ αυτών και το βασανιστήριο του εικονικού πνιγμού (waterboarding).

Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν καταθέσει αγωγές εναντίον της Χάσπελ ζητώντας την άμεση σύλληψή της σε περίπτωση εισόδου σε ευρωπαϊκές χώρες ενώ ακόμη και ο Χοσέ Ροντρίγκεζ, τότε διοικητής της αντιτρομοκρατικής πτέρυγας της CIA, την είχε κατηγορήσει ότι διέταξε την καταστροφή δεκάδων βιντεοταινιών, στις οποίες απεικονίζονταν τα βασανιστήρια στην μυστική φυλακή που διοικούσε, στην Ταϊλάνδη.