Η δολοφονημένη Μαλτέζα δημοσιογράφος Δάφνη Καρουάνα Γκαλίθια αστειευόταν συχνά ότι κάποιος θα την σκοτώσει. Τα αστεία της όμως δεν ήταν αβάσιμα. Έξι μέρες πριν τον θάνατό της είχε ηχογραφήσει μια συνομιλία της στην οποία περιέγραφε πως είχε αναδειχθεί σε έναν εθνικό αποδιοπομπαίο τράγο έχοντας δεχθεί επί δεκαετίες απειλές για την ζωή της.

Το ντοκουμέντο αυτό έφερε στο φως η ομάδα Forbidden Stories (μτφ: Απαγορευμένα Ρεπορτάζ), μια διεθνή ομάδα δημοσιογράφων, που έχει ως στόχο να συνεχίσει την έρευνα που άφησαν συνάδελφοί τους, οι οποίοι είτε φυλακίστηκαν είτε δολοφονήθηκαν για να μην πουν την αλήθεια. Στην ίδια ομάδα, ο σύζυγος της δημοσιογράφου, Πίτερ, δήλωσε πως «η κυβέρνηση της Μάλτας προστατεύει αυτόν που έδωσε την εντολή για την εκτέλεση» της Δάφνης.

Το ντοκουμέντο είναι ένα απόσπασμα από μια συζήτηση με ερευνητές του Συμβουλίου της Ευρώπης, του διεθνούς οργανισμού για τα δικαιώματα του Ανθρώπου, οι οποίοι της είχαν ζητήσει να περιγράψει τις απειλές που έχει δεχθεί στη ζωή της, ώστε να τα συμπεριλάβουν σε μια σχετική μελέτη.

«Με έχουν μετατρέψει ουσιαστικά σε έναν εθνικό αποδιοπομπαίο τράγο. Αυτό συμβαίνει τα τελευταία τριάντα χρόνια», ακούγεται να λέει.

«Πλέον άνθρωποι που δεν ξέρουν να διαβάσουν αγγλικά, άρα δεν διαβάζουν και τα όσα γράφω, ξέρουν ποια είμαι και ότι πρέπει να με μισούν. Όχι για αυτά που γράφω, αλλά για εμένα σαν πρόσωπο, που τους έχουν πει ότι πρέπει να μισούν», συνεχίζει.

Ακούστε το ηχητικό ντοκουμέντο:

Οι απόπειρες να την φιμώσουν είχαν ξεκινήσει από πολύ νωρίς. Το 1995 η οικογένεια είχε βρει τον σκύλο της νεκρό, καθώς κάποιος του είχε κόψει το λαιμό. Λίγο καιρό πριν είχε αποκαλύψει την δράση ενός εμπόρου ναρκωτικών. Έντεκα χρόνια αργότερα, το 2006, έπεσαν θύματα εμπρηστικής επίθεσης. Ήταν βράδυ και η οικογένεια στο σπίτι. Οι δράστες στοίβαξαν λάστιχα φορτηγών στην πίσω πόρτα του σπιτιού και τους έβαλαν φωτιά.

Το 2008 κατά την προεκλογική περίοδο, η Γκαλίθια με τον μικρότερο γιο της, Πωλ, πήγαν σε ένα ντιμπέητ στο Πανεπιστήμιο της Μάλτας. Τους φωτογράφιζαν και τους βιντεοσκοπούσαν από πολύ κοντά. Λίγο αργότερα ΜΜΕ προσκείμενα στο Εργατικό κόμμα ανέβασαν το υλικό στο διαδίκτυο, ονομάζοντάς την μέλος της κυβερνούσας ελίτ επειδή ανέκαθεν υποστήριζε το Εθνικιστικό κόμμα.

Το 2013 ο δήμαχος μιας πόλης της Μάλτας την πήρε στο κυνήγι ακολουθούμενος από έναν όχλο που φώναζε συνθήματα εναντίον της. Εκείνη κατέφυγε σε ένα μοναστήρι και οι μοναχές σφράγισαν την πόρτα και κάλεσαν την αστυνομία.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ένιωθε τον κλοιό να σφίγγει. Μέλη του κυβερνώντος Εργατικού κόμματος είχαν ενθαρρύνει το κοινό να την βιντεοσκοπεί και να την φωτογραφίζει οπουδήποτε και αν βρίσκεται και κατόπιν να ανεβάζει αυτό το υλικό στα social media. Πλέον φοβόταν να συναντήσει τις πηγές της σε δημόσιο χώρο και σπάνια έβγαινε από το σπίτι.

Κλείνοντας την συνομιλία της στους ερευνητές του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι «δεν υπάρχει ούτε ένας πολιτικός στο κοινοβούλιο σήμερα, από οποιοδήποτε κόμμα, που να ήταν εκεί όταν ξεκίνησα να δουλεύω. Τους έχω δει όλους να φεύγουν. Εγώ είμαι ακόμη εδώ να πολεμώ τον ίδιο μηχανισμό».