Η ιδέα ξεκίνησε πειραματικά το 2011 στο Λονδίνο, σαν μία αυθόρμητη «απάντηση» στην κυρίαρχη κουλτούρα του δυτικού κόσμου που αρνείται να μιλήσει για τον  θάνατο, τη  θνητότητα, την απώλεια, το πένθος. Μέσα σε έξι χρόνια  τα «Death Cafe» έγιναν χιλιάδες.

«Οι άνθρωποι τρώνε περισσότερο στις κηδείες παρά στους γάμους… ο θάνατος έχει το χαρακτηριστικό μιας ‘όμορφης ποιότητας’ υπό την έννοια ότι μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την ίδια τη ζωή» έλεγε ο Jon Underwood  δύο χρόνια μετά τη δημιουργία του Death Cafe.

Η ιστορία ξεκίνησε κάπως έτσι: Το πρώτο Death Cafe στεγάστηκε στο υπόγειο του Jon Underwood στο Χάκνεϊ του Λονδίνου, συγκεντρώνοντας κυρίως φίλους και γνωστούς που μοιράζονταν την κοινή πεποίθηση ότι η συζήτηση γύρω από τον θάνατο και τη θνητότητα, μπορεί τελικά να είναι επωφελής για τη ζωή.

Όπως γράφει το aljazeera.com, στα Death Cafe, όπως σε κάθε συμβατικό καφέ, οι συζητήσεις γίνονται πάνω από ένα φλιτζάνι τσάι ή, καφέ, που συνοδεύεται από κέικ και μπισκότα, σε μία ατμόσφαιρα άνεσης και ασφάλειας. Στο πρώτο εκείνο υπόγειο, τον καφέ και το τσάι είχε αναλάβει η μητέρα του Jon, Susan Barsky Reid. Ήταν 2011 και η Barsky Reid, η οποία είναι ψυχοθεραπεύτρια, θυμάται ότι παρά το γεγονός πως η συγκέντρωση έγινε πειραματικά, λειτούργησε για όλους όσοι συμμετείχαν, ως ένα είδος κάθαρσης.

«Ήταν 25 Σεπτεμβρίου, αλλά έκανε κρύο και ανάψαμε τζάκι. Το είχαμε οργανώσει προσεκτικά, κυρίως επειδή δεν είχαμε ιδέα πώς θα εξελισσόταν. Σκεφτήκαμε να δοκιμάσουμε κάποιες ‘ασκήσεις’. Προτείναμε σε όσους είχαν έρθει να βάλουν τις σκέψεις τους σε ένα χαρτί και μετά να ρίξουν τα σημειώματα στη φωτιά. Το έκαναν, αλλά ήταν ήδη σαφές ότι όλοι είχαν έρθει αναζητώντας μια ευκαιρία να μιλήσουν… Να μιλήσουν για τον θάνατο. Η σύγχρονη κουλτούρα, τουλάχιστον στη Βρετανία, δεν έχει  άνεση με το θέμα, δεν μιλάμε για τον θάνατο… Μετά από εκείνη την πρώτη φορά, καταλήξαμε ότι δεν χρειάζεται κάποια δομημένη διαδικασία, μόνο να πούμε, λοιπόν, είμαστε εδώ να μιλήσουμε για τον θάνατο. Κατά κανόνα αυτό και μόνο αρκεί για να αρχίσουν οι άνθρωποι να μοιράζονται τις σκέψεις τους».

Το Death Cafe είναι μια ομαδική συζήτηση για το θάνατο, χωρίς ατζέντα, στόχους ή θεματολογία. Επί της ουσίας πρόκειται για μία κουβέντα και όχι για συνεδρία συμβουλευτικής ή, κάτι παρόμοιο, εξού και δηλώνει εξαρχής ότι δεν έχει πρόθεση να καθοδηγήσει τους συμμετέχοντες σε κάποιο συμπέρασμα, προϊόν (το Death Cafe είναι μη κερδοσκοπικό, προσδιορίζεται ως «social franchise») ή, τρόπο δράσης.

O Jon Underwood εμπνεύστηκε την ιδέα από το έργο του Ελβετού ανθρωπολόγου Bernard Crettaz και έκτοτε το Death Cafe απογειώθηκε. Από το 2011  λειτουργούν 5.289 Death Cafe σε 51 χώρες του κόσμου, από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ, μέχρι την Ιαπωνία, την Αυστραλία, τη Νότια Αφρική, την Ισπανία και τη Γερμανία.

Ο Crettaz άνοιξε τον δρόμο για το Death Cafe με τα «cafe mortel» του στην Ελβετία - το πρώτο στην πόλη Neuchatel το 2004- ελπίζοντας να σπάσει το ταμπού γύρω από τον θάνατο.
Μία δεκαετία μετά, τον Οκτώβριο του 2014, σε ένα δωμάτιο με καρέκλες και τραπέζια γεμάτα κρασί και ξηρούς καρπούς, ο Crettaz οργάνωσε μια αποχαιρετιστήρια συγκέντρωση, βάζοντας τέλος στη σκέψη που τον κυνηγούσε επί χρόνια  ότι θα πεθάνει κατά τη διάρκεια ενός cafe mortel.

Η Josefine Speyer, επίσης ψυχοθεραπεύτρια και συνιδρύτρια  του Natural Death Centre, ενός φιλανθρωπικού φορέα που εδρεύει στο Winchester της Αγγλίας, και λειτουργεί ως κέντρο συμβουλευτικής για «όλες τις πτυχές του θανάτου», είναι από τις πιο τακτικές «οικοδέσποινες» των Death Café – διοργανώνει συγκεντρώσεις από το σπίτι της και το «Café Rouge» στο Χάμπστεντ μέχρι την Οξφόρδη.

Η Speyer, που έχει μιλήσει για το θέμα σε διεθνή ΜΜΕ, προσεγγίζει τον θάνατο ως μέρος της ζωής. Όπως γράφει στο προφίλ που διατηρεί στην ιστοσελίδα του Death Cafe «μπορούμε να μιλήσουμε ανοιχτά και ειλικρινά για τα ζητήματα του θανάτου, όπως θα κάναμε για οποιοδήποτε άλλο θέμα. Είναι ένας τρόπος να δημιουργήσουμε μια κοινωνία πιο συμπονετική, να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα, ότι είμαστε όλοι θνητοί και ότι η ζωή και ο πλανήτης στον οποίο ζούμε είναι πολύτιμοι».

«Αρκεί να έχεις κάποιον δίπλα σου»

Η Barsky Reid εξηγεί ότι ο γιος της ξεκίνησε το «κίνημα» του Death Café την εποχή που προσέφερε εθελοντική εργασία στη δομή ενός ξενώνα.  «Τον απασχολούσε το γεγονός ότι δεν μπορούσε να κάνει πολλά για να βοηθήσει τους ανθρώπους και ότι αυτό που όλοι τελικά χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι, στην πραγματικότητα, αρκεί να είναι κάποιος δίπλα μας. Τον θυμάμαι να αφηγείται μια ιστορία. Κάποτε, την εποχή που ήταν εθελοντής, είπε ότι είναι βουδιστής και ότι οι βουδιστές έχουν επίγνωση του θανάτου. Ένας από τους ανθρώπους στον ξενώνα του ζήτησε να πει έναν ψαλμό. Και το έκανε».

Δεν είναι μόνο οι ηλικιωμένοι ή οι ασθενείς στο τελευταίο στάδιο που έχουν ερωτήσεις για τον θάνατο. Στα Death Cafe πηγαίνουν πολλοί νέοι άνθρωποι, στην πλειοψηφία γυναίκες. «Θα έλεγα ότι το 75 % είναι γυναίκες» λέει η Barsky Reid. «Οι νέοι ανταποκρίθηκαν από την αρχή, νομίζω επειδή ενημερώθηκαν για τα  Death Cafe  μέσα από το διαδίκτυο και τα social media.  Συνεχίζουν να έρχονται νέοι, απλά οι γυναίκες είναι πιο πολλές επειδή είναι περισσότερο ανοιχτές να μιλήσουν για τα συναισθήματα τους από ό,τι οι άνδρες. Θυμάμαι ένα Cafe Death στο οποίο συμμετείχαν μόνο γυναίκες».

Πριν από τρεις μήνες, τον περασμένο Ιούλιο, ο Underwood υπέστη μια μοιραία, όπως αποδείχθηκε, εγκεφαλική αιμορραγία. Έπασχε από οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία, αλλά δεν το γνώριζε. Ήταν μόλις 44 ετών. Η Barsky Reid λέει ότι δεν αντιμετωπίζει τα Death Café που δημιούργησε ο γιος της ως κάτι που μπορεί να τη βοηθήσει να ξεπεράσει τον θάνατό του. «Τίποτα δεν μπορεί να σε βοηθήσει όταν χάνεις το παιδί σου πριν φύγεις εσύ από τη ζωή. Ο κόσμος για μένα δεν είναι πια ένας όμορφος τόπος, όπως ήταν όσο εκείνος ζούσε».

Πόσο τρομακτικός είναι ο θάνατος για κάποιον που τον έχει βιώσει από τόσο κοντά; «Δεν ξέρω γιατί δεν είχα να αντιμετωπίσω τον δικό μου θάνατο. Προφανώς θα πεθαίνω, όπως όλοι, αλλά αυτή τη στιγμή δεν αισθάνομαι φόβο. Όταν πέθανε ο Jon ήμουν πλάι του, το ίδιο και όταν πέθαναν οι γονείς μου. Και κανένας από αυτούς τους θανάτους δεν ήταν τρομακτικός, ίσως ήταν θέμα τύχης, ωστόσο κανείς δεν υπέφερε από πόνους ή φώναζε, έφυγαν όλοι ήσυχα».

Η Barsky Reid μαζί με την κόρη της -και αδελφή του Jon- Jools Barsky, έχουν υποσχεθεί να κρατήσουν ζωντανό το όραμά του.