Από τις εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερα, η Γερμανία μοιάζει να βρίσκεται σε μια βαθιά ενδοσκόπηση. Ακόμη και εσωστρέφεια. Η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης μοιάζει να έχει απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας του πολιτικού σκηνικού της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα κόμματα να προσπαθούν να βρουν κοινά σημεία επαφής σε ζητήματα όπως τα δημοσιονομικά (φορολογικές ελαφρύνσεις, αυξήσεις στις κοινωνικές παροχές, δημόσιες δαπάνες), το ασφαλιστικό αλλά και η ευρωπαϊκή πολιτική.

Ως προς το τελευταίο, οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες σχεδόν ταυτίζονται με τις προτάσεις του Γάλλου προέδρου Μακρόν που στοχεύουν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες - και κυρίως οι Χριστιανοκοινωνιστές, ο μικρότερος εταίρος του κόμματος της Μέρκελ - διατηρούν τις επιφυλάξεις. Ωστόσο, αυτή η «ενδοσκόπηση» και «εσωστρέφεια» είναι φαινομενικές. Ο γενικός γραμματέας του SPD (Σοσιαλδημοκράτες) Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, σε δήλωσή του για την πορεία των διαβουλεύσεων, είπε, μεταξύ άλλων, πως «τα νέα δεδομένα στην Ευρώπη και η νέα σύνθεση του γερμανικού κοινοβουλίου δείχνει ότι βρισκόμαστε σε μια νέα εποχή, η οποία απαιτεί μια νέα πολιτική (…)».

Ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η πολιτική; Και πώς βλέπει τον ρόλο της στα «νέα δεδομένα» στην Ευρώπη - και όχι μόνο - η ίδια η Γερμανία; Η αλήθεια είναι - και αυτό αποτελεί γεγονός και για την γερμανική κοινωνία - ότι η φράση «διεθνής ρόλος» και «Γερμανία», στην ίδια πρόταση, δεν προκαλεί ευχάριστους συνειρμούς. Είναι επίσης γεγονός, το οποίο επιβεβαιώνει την προηγούμενη πραγματικότητα, πως από την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι σήμερα, η Γερμανία δείχνει να κάνει ό,τι μπορεί για να αποβάλλει την ιδιότητα της χώρας από την οποία ξεκίνησαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι του 20ού αιώνα. Για αυτόν τον λόγο εξάλλου εδώ και δεκαετίες διατηρεί περιορισμένο ρόλο στη διεθνή γεωστρατηγική σκακιέρα.

Η δίκη προθέσεων δεν είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αυτό που μπορεί να κριθεί είναι το δηλούμενο. Ως προς τον ρόλο που θέλει να παίξει η Γερμανία, λοιπόν, στην διεθνή σκηνή, σε μια εποχή που η «πλανητική» κυριαρχία των ΗΠΑ έχει υποστεί σοβαρά χτυπήματα, το Spiegel είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό.

Σε άρθρο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «’Ηρθε η ώρα για την Γερμανία να μάθει να ηγείται», το περιοδικό υπενθυμίζει μία φράση της Μέρκελ στις 28 Μαϊου, κατά την διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης στο Μόναχο: «Οι εποχές που μπορούσαμε πλήρως να βασιστούμε σε άλλους έχουν σχεδόν παρέλθει». «’Εκανε ό,τι μπορούσε για να εμφανίσει αυτήν την φράση απλή και ασήμαντη» αναφέρει το άρθρο. «Δεν μιλούσε μπροστά από την Πύλη του Βρανδεμβούργου στο Βερολίνο - ήταν σε ένα φεστιβάλ στο Μόναχο, με τη μυρωδιά της μπύρας να επικρέμεται στον αέρα (…) παρόλο που ήταν σαφές ότι μιλούσε για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η επίδραση των λέξεών της ήταν αναμφισβήτητη», διότι, η Γερμανίδα καγκελάριος «είχε αναγγείλει ουσιαστικά το τέλος μιας συμμαχίας που είχε εξασφαλίσει την προστασία της Γερμανίας για μισό αιώνα, διαμορφώνοντας την πολιτική και τις αξίες της».

Το Spiegel εμφανίζεται να συμμερίζεται τους αρνητικούς συνειρμούς, σημειώνοντας, ότι ακόμη και σήμερα, η «ριζοσπαστικότητα» αυτής της δήλωσης «έχει αγνοηθεί εν πολλοίς, ίσως γιατί διαφορετικά θα ήταν υπερβολικά οδυνηρή ή ανησυχητική». «Οι Γερμανοί προτιμούν να αποφύγουν μια τέτοια ενδοσκόπηση. Έτσι, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να εμφανίζονται ως ο σημαντικότερος εταίρος (σημ: εκτός ΕΕ) και κυβερνητικοί αξιωματούχοι διαβεβαιώνουν ότι συμμαχία του ΝΑΤΟ εξακολουθεί να παραμένει άθικτη. Αυτό μπορεί να ισχύει. Αλλά για πόσο ακόμη;».

Μόλις το Βερολίνο αποκτήσει και πάλι κυβερνητικό συνασπισμό ικανό να διαχειριστεί διεθνείς υποθέσεις, «θα αντιμετωπίσει συνθήκες που έχουν αλλάξει δραματικά». «Η παγκόσμια τάξη πραγμάτων που οι ΗΠΑ ξόδεψαν επτά δεκαετίες για να χτίσουν, αποδομείται». Οι ΗΠΑ με την πολιτική του Τραμπ φαίνεται να υποχωρούν ως ηγέτης - «κλειδί» της διεθνούς κοινότητας, να χάνουν τον ρόλο της κυρίαρχης δύναμης της Δύσης.

«Τι μπορεί να επιφυλάσσει το μέλλον χωρίς τις ΗΠΑ στο τιμόνι; Πώς θα είναι το μέλλον όταν δεν υπάρχει πλέον η πιο σημαντική σταθερά της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής; Με τι θα μοιάζει ένα μέλλον εάν όλες οι χώρες επιδιώξουν να μιμηθούν το “Η Αμερική Πρώτα;”», διερωτάται το Spiegel. Για την Γερμανία, σημειώνει το αρθρο, αυτό θα σήμαινε το τέλος αυτού που αποτελεί ουσιαστικά «προστατευόμενη» εξωτερική πολιτική, «στην οποία οι άλλοι αναλάμβαναν συχνά να πάρουν τις πιο δύσκολες αποφάσεις» αντί για τη Γερμανία. Τα τελευταία χρόνια, η Γερμανία έχει δείξει μεγαλύτερη προθυμία να αναλάβει ευθύνη ανάλογη μιας χώρα που είναι η πιο ισχυρή οικονομικά και πολυπληθέστερη στην Ευρωπαϊκή ‘Ενωση. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, έχει προτιμήσει την αντίδραση αντί της πρόληψης και της πρωτοβουλίας, όπως φαίνεται στην περίπτωση της Ουκρανίας και της κρίσης του ευρώ.

Για χρόνια, αναφέρει το γερμανικό περιοδικό, η Γερμανία μπορούσε να ξεφεύγει με μια εξωτερική πολιτική που δεν απαιτούσε την ανάληψη μεγάλης ευθύνης. «Η δυτικογερμανική κυριαρχία ήταν περιορισμένη για ιστορικούς λόγους. Η διαιρεμένη χώρα ήταν επίσης πολύ μικρή για να διαδραματίσει ρόλο στη διεθνή πολιτική. Αν κοιτάξουμε μπροστά, όμως, η Γερμανία θα πρέπει να αναλάβει ρόλο καθοδηγητή. Αλλά προς τα πού; Η πιο ρηξικέλευθη συνέπεια της νέας κατάστασης στις παγκόσμιες υποθέσεις είναι ότι οι Γερμανοί πρέπει τώρα να ξεκαθαρίσουν τι θέλουν. Αυτό μπορεί να ακούγεται κοινότατο, αλλά δεν είναι. Η παγκόσμια αποχή της Γερμανίας της επέτρεψε να έχει την πολυτέλεια να βασίζει την εξωτερική της πολιτική σε μεγάλο βαθμό προβάλλοντας (σσ. ηθικές) αξίες, την ώρα που άλλοι ασχολούνταν με το πραγματικά πολιτικό βρόμικο έργο». «Η νέα παγκόσμια κατάσταση θα σημάνει μια απόκλιση από την "καλή" Γερμανία. Όταν οι αρχές συγκρούονται με τον πραγματισμό, όταν οι αξίες έρχονται σε σύγκρουση με συμφέροντα, το Βερολίνο θα αναγκαστεί να πάρει αποφάσεις». 

Αμερική

Οι Γερμανοί αναλυτές της εξωτερικής πολιτικής εξακολουθούν να συζητούν κατά πόσο είναι ριζική η αποξένωση μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Οι θερμότεροι υποστηρικτές αυτής της σχέσης υποστηρίζουν πως θα πρέπει να υπάρχει αισιοδοξία, αν και μέχρι στιγμής ο Τραμπ έχει επιβεβαιώσει τις ανησυχίες των απαισιόδοξων. «Συνεχίζουν να έχουν την ψευδαίσθηση ότι, αν εξαιρεθεί ο Τραμπ, οι διατλαντικές σχέσεις είναι στην πραγματικότητα εντελώς άθικτες. Το πρόβλημα με αυτή την άποψη, ωστόσο, είναι, ότι η υποχώρηση της Αμερικής από το ρόλο της ως διαμορφωτή της παγκόσμιας πολιτικής άρχισε πριν από τον Τραμπ και δεν θα τελειώσει και με την αποχώρησή του», υποστηρίζει το Spiegel και προσθέτει: Στον απόηχο της αποστροφής της Μέρκελ στην συγκέντρωση του περασμένου Μαΐου στο Μόναχο, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Σίγκμαρ Γκάμπριελ, σε μια σημαντική ομιλία για την εξωτερική πολιτική πριν από λίγες εβδομάδες, δήλωσε ότι η Γερμανία μπορεί να χρειαστεί να προχωρήσει χωρίς την Αμερική αν χρειαστεί.

Όμως το Spiegel εκφράζει επιφυλάξεις για το κατά πόσο μπορεί η Γερμανία να ανταποκριθεί σε ένα τέτοιο ρόλο, καθώς «πολιτικά και οικονομικά, δεν είναι αρκετά ισχυρή». Αλλά και στρατιωτικά, όπως γράφει, διαθέτει μόνο μέτρια εξοπλισμένες ένοπλες δυνάμεις χωρίς «πυρηνικά αποτρεπτικά όπλα». Επιπλέον, η αδυναμία της Γερμανίας να σχηματίσει κυβερνητικό συνασπισμό δείχνει πως το Βερολίνο δεν έχει ανοσία στις κρίσεις. «Η Γερμανία δεν μπορεί να σώσει τη Δύση αλλά, μαζί με τη Γαλλία, θα μπορούσε να κάνει πολύ περισσότερα στην Ευρώπη από ό, τι έκανε στο παρελθόν», υπογραμμίζεται στο δημοσίευμα: «Η Ευρώπη πρέπει να επιτρέψει στις αξίες της. Πρέπει να σταθεί στο επίκεντρο του ανταγωνισμού με άλλα κοινωνικά μοντέλα. Μαζί με τον Εμμανουέλ Μακρόν η Γερμανία έχει τώρα την ευκαιρία να κάνει την Ευρώπη ελκυστική ξανά [...] Δεν είναι πλέον αρκετό για κάθε έθνος να σχεδιάζει και να σκέφτεται για τον εαυτό του. Εάν το Βερολίνο και το Παρίσι θέλουν να ηγηθούν από κοινού, τότε θα πρέπει επίσης να σκεφτούν από κοινού. Το Γερμανικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας (SWP), το πιο σημαντικό think tank της Γερμανίας για την εξωτερική πολιτική, πρότεινε πρόσφατα τη δημιουργία μιας κοινής γερμανο-γαλλικής "λευκής βίβλου". Αυτό, τουλάχιστον, θα ήταν μια αρχή».