Η λυσσαλέα επίθεση του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, εναντίον του Ιράν, στην πρόσφατη ομιλία του ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, αν και αναμενόμενη, δεν μπορεί παρά να προκαλεί ανησυχία στην διεθνή κοινότητα, η οποία νόμιζε ότι η συμφωνία του Ομπάμα με την Τεχεράνη για το πυρηνικό πρόγραμμα της τελευταίας είχε «παγώσει», έστω προσωρινά, ένα δυνητικά «θερμό» μέτωπο επαπειλούμενου πολέμου.

Ο Τραμπ είπε ότι ακριβώς η συμφωνία που συνάφθηκε με το Ιράν με επίκεντρο το πυρηνικό πρόγραμμά του είναι «μία από τις χειρότερες που έχουν ποτέ συμμετάσχει οι ΗΠΑ» και αποτελεί «όνειδος» για την χώρα του. «Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε σε ένα δολοφονικό καθεστώς να συνεχίσει τις αποσταθεροποιητικές του δραστηριότητες (...) και δεν μπορούμε να σεβαστούμε μια συμφωνία που χρησιμεύει για να καλύψει την πιθανή υλοποίηση ενός πυρηνικού προγράμματος» τόνισε ο Τραμπ, χαρακτηρίζοντας το Ιράν «διεφθαρμένη δημοκρατία».

Η αντίληψη του Τραμπ περί διαφθοράς, κυρίως σε ό,τι αφορά στον μουσουλμανικό κόσμο, είναι, ομολογουμένως, εξαιρετικά «ευέλικτη». Μόνο το γεγονός της αναθέρμανσης του διπλωματικού «έρωτα» των ΗΠΑ με την Σαουδική Αραβία το τελευταίο διάστημα αρκεί για να τεκμηριώσει αυτήν την διαπίστωση. Διότι πρόκειται για μια χώρα που ουσιαστικά ιδρύθηκε μετά από μια εμπορική συμφωνία, στην βάση του απόλυτου νεποτισμού και με κράτος δικαίου δομημένο στις αναχρονιστικές, έως βάρβαρες, αρχές του Ουαχαμπισμού, από τις πλέον ακραίες εκδοχές του σουνιτικού Ισλάμ. Ετσι, αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν ο ίδιος ο Τραμπ το συνειδητοποιεί ή όχι, οι ΗΠΑ, εκτός των άλλων, με αυτήν την τακτική έναντι του Ιράν, επιλέγουν στρατόπαιδο σε ένα από τα παλιότερα θρησκευτικά σχίσματα.

Τα σχίσματα στις οργανωμένες θρησκείες χαρακτηρίζονται από το αίμα που προκάλεσαν. Αν και αποτελούν μία έκφανση - και συγκάλυψη - των κάθε φορά βασικών οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων, ωστόσο, η διάρκειά τους ως αφορμή, έστω, πολέμου, είναι αξιοσημείωτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά το βασικό ρήγμα του μουσουλμανικού κόσμου: Το Σιιτικό και Σουνιτικό Ισλάμ.

Ενας μικρός ναός - «κλειδί» για την κατανόηση ενός σχίσματος

Η Kashan είναι μια πόλη το Ιράν, νότια της Τεχεράνης, ανάμεσα σε βουνά και έρημο, με πολλά όμορφα παλιά κτίρια και κήπους. Εκεί βρίσκεται το ιερό του Abu Lolo. Ο Abu Lolo (ή Abu Luluah) ήταν δολοφόνος. Δολοφόνησε τον χαλίφη Ομάρ το 644 μ.Χ. Ήταν Πέρσης και σκλάβος, που φέρεται να αιχμαλωτίστηκε μετά την ήττα των Περσών στη μάχη του al-Qadisiyya το 636 μ.Χ.

Για τον Michael Axworthy, σε ανάλυσή του στο newstatesman.com, η ιστορία αυτού του μικρού ναού είναι ένα κλειδί για την καλύτερη κατανόηση του σχίσματος Σουνιτών - Σιιτών στο Ισλάμ, το οποίο επηρεάζει καταλυτικά τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή, μέχρι σήμερα.

Μέσα σε συνθήκες αυξημένου σεχταρισμού, τα σύμβολα έχουν σημασία. Για τους Σουνίτες μουσουλμάνους, ο δολοφονημένος Ομάρ ήταν ένας από τους τέσσερις Rashidun, τους δίκαιους χαλίφηδες που ήταν οι πρώτοι διάδοχοι του προφήτη Μωάμεθ, δηλαδή, ήταν ένα καθόλα σεβάσμιο πρόσωπο. Από την άλλη πλευρά, οι Σιίτες Μουσουλμάνοι έχουν στο παρελθόν τιμήσει τον Abu Lolo, παρόλο που έγινε θρησκευτική περσόνα από τύχη. Πιθανόν δεν ήταν καν μουσουλμάνος, πόσο μάλλον Σιίτης, και φαίνεται ότι σκότωσε τον Ομάρ για προσωπικούς λόγους. Οι Σιίτες πίστευαν ότι ο Oμάρ άξιζε να πεθάνει επειδή ήταν σφετεριστής. Σύμφωνα με αυτούς, ο φίλος του Μωάμεθ και γαμπρός του, Αλί, θα έπρεπε να έχει ηγηθεί μετά το θάνατο του προφήτη. Αυτή η διαμάχη για τη διαδοχή βρίσκεται στον πυρήνα του σχίσματος Σουνιτών - Σιιτών.

Στο παρελθόν πραγματοποιούνταν ετήσιες εκδηλώσεις στο Ιράν για να γιορτάσουν την δολοφονία του Ομάρ. Ωστόσο, το ιερό του Abu Lolo παραμένει κλειστό από την επανάσταση του 1979, ενώ φρουρείται ώστε να μην μπορεί να μπει κανείς μέσα.  Αλλά και μόνο η ύπαρξη αυτού του ιερού προσβάλλει τους Σουνίτες Μουσουλμάνους και, από από καιρό σε καιρό, ακτιβιστές από άλλες χώρες απαιτούν να κατεδαφιστεί. Το σφράγισμα αυτού του μικρού ιερού δεν ήταν ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός, αλλά συμβόλισε κάτι σημαντικό για την ισλαμική δημοκρατία. Μετά το 1979, ο Αγιατολάχ Χομεϊνί διέταξε τον τερματισμό πολλών πρακτικών προσβλητικών για τους Σουνίτες Μουσουλμάνους, των οποίων το μίσος είχε ενθαρρυνθεί από τους Σιίτες καθοδηγητές του Ιράν σε προηγούμενους αιώνες, συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού στον Abu Lolo.

Ετσι, ο Χομεϊνί μίλησε σκληρά εναντίον του βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας και κάποιων άλλων Αράβων ηγετών, αλλά το έκανε επειδή τους θεωρούσε παρακμιακούς και ασεβείς και επειδή ήταν πολύ στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ και όχι επειδή ήταν Σουνίτες. Προσπάθησε να απευθυνθεί σε όλους τους μουσουλμάνους, αλλά για τους Σουνίτες ο Χομεϊνί αντιπροσώπευε το Σιιτικό Ιράν και έτσι η επιρροή του στον ισλαμικό κόσμο έξω από το Ιράν ήταν περιορισμένη.

Μπορείτε να διαβάσετε επίσης:

Οι σύγχρονες εκφάνσεις μια αρχαίας διαμάχης - Το παράδειγμα της Υεμένης

Η Σαουδική Αραβία διεξάγει τον δικό της πόλεμο στην Υεμένη, η οποία σπαράσσεται από εμφύλια σύγκρουση ήδη από το 2012 μεταξύ των Σιιτών ανταρτών Houthi, οι οποίοι κατέλαβαν μεγάλο μέρος του δυτικού τμήματος της χώρας και της κυβέρνησης του Abd Rabbuh Mansur Hadi που υποστηρίζεται από την Σαουδική Αραβία. Αν και υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι οι Houthi είχαν αρχικά μεγάλη στήριξη από το Ιράν, η Σαουδική Αραβία είναι βέβαιη ότι έχουν υποστηριχθεί από την Τεχεράνη και ότι στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς το Ιράν όσο πιέζονται στο μέτωπο του πολέμου. Ανάλογη βεβαιότητα περί ιρανικής στήριξης στους Houthi έχει συνολικά και η Δύση. Στο μεταξύ, η Υεμένη βυθίζεται στο χάος, την πείνα και τις επιδημίες.


Η κρίση με το Κατάρ, η Συρία και η αμερικανική «τραμπάλα» έναντι του Ιράν

Οι Σαουδάραβες έχουν εμπλακεί επίσης σε αντιπαράθεση με το Κατάρ. Αλλά κέρδισαν, τουλάχιστον μέχρι ενός ορισμένου σημείου, από την αποφασιστικότητα του Τραμπ να αποστασιοποιηθεί από τις πολιτικές του προκατόχου του. Εκεί όπου ο Μπαράκ Ομπάμα κατέληξε σε συμφωνία με το Ιράν για να σταματήσει η εξάπλωση των πυρηνικών όπλων και είχε μια πιο ψύχραιμη στάση έναντι της Σαουδικής Αραβίας, ο Τράμπ έσπευσε να εκφράσει την εύνοια του στους Σαουδάραβες και αύξησε τη ρητορική πίεση στο Ιράν, ανανεώνοντας τη συζήτηση για την αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη. Τόσο το Ιράν όσο και η Σαουδική Αραβία συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον πόλεμο στη Συρία ως επέκταση της περιφερειακής και σεχταριστικής αντιπαλότητάς τους. Παράλληλα, η ήττα του Ισλαμικού Κράτους στην Μοσούλη ανοίγει ξανά το ζήτημα του πώς θα κυβερνηθεί το Ιράκ και από ποιον.


Ο σύγχρονος απόηχος της Ισλαμικής Επανάστασης στο Ιράν το 1979

Πάνω από το 85% των μουσουλμάνων του πλανήτη είναι Σουνίτες και ιστορικά, πολλοί έχουν σταθεί με δυσπιστία και αντιπάθεια έναντι των Σιιτών. Ωστόσο, η Ισλαμική Επανάσταση είχε σημαντική επίδραση εκτός Ιράν. Οι επαναστάτες της ξεκίνησαν να ανατρέψουν την αποδεκτή ιδέα της εποχής: Οτι το μέλλον για τον αναπτυσσόμενο κόσμο γενικά - και ειδικότερα για τη Μέση Ανατολή - ήταν πρόοδος πάνω στο δυτικό μοντέλο.

Μερικοί Σουνίτες στον ευρύτερο ισλαμικό κόσμο, δυσαρεστημένοι από τους δικούς τους κοσμικούς, υλιστικούς, δυτικοκεντρικούς ηγέτες, έλαβαν το μήνυμα αυτό. Δεν ήταν ανοιχτοί στην ιρανική ηγεσία, αλλά ίσως ντρέπονταν από το ιρανικό παράδειγμα. Το Σουνιτικό Ισλάμ ήταν γι’ αυτούς η σωστή μορφή του Ισλάμ, αλλά ήταν η λανθασμένη παράδοση των Σιιτών που είχε αντιταχθεί στην ασυδοσία και την δυτική πολιτισμική επιβολή. Στις 20 Νοεμβρίου του 1979, μόλις δέκα μήνες μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Χομεϊνί και τους οπαδούς του στην Ισλαμική Επανάσταση του Ιράν, ένας Σουνίτης ριζοσπάστης, ο Juhayman al-Otaybi, κατέλαβε το Μεγάλο Τζαμί στη Μέκκα με 200 έως 300 ένοπλους υποστηρικτές. Κατηγορούσαν την οικογένεια Σαούντ για δωροδοκία και για το ότι ήταν πολύ ανοιχτοί στη δυτική επιρροή, καθώς και κληρικούς επειδή δεν μιλούν ενάντια σε αυτά τα κακά.

Ο Juhayman απαίτησε την απαγόρευση της τηλεόρασης, την απέλαση των μη μουσουλμάνων από την Σαουδική Αραβία και κάλεσε τους μουσουλμάνους να απομακρύνουν τους διεφθαρμένους ηγέτες τους και να επιστρέψουν στον τρόπο ζωής και στο παράδειγμα του προφήτη. Ο Juhayman και οι υποστηρικτές του πολιορκήθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας της Σαουδικής Αραβίας για δύο εβδομάδες μέχρι να εξοντωθούν τελικά (η Γαλλία και άλλες χώρες φέρονται να βοήθησαν στην καταστολή) στις αρχές Δεκεμβρίου. Ο Juhayman αποκεφαλίστηκε μαζί με τους περισσότερους από τους επιζώντες υποστηρικτές του.

Η δημιουργία της Σαουδικής εξουσίας στην Αραβία ήταν ένα σύμφωνο μεταξύ της οικογένειας Σαούντ και του μεταρρυθμιστή ιεροκήρυκα Μοχάμεντ Ίμπν Αμπντ αλ-Ουαχάμπ, ο οποίος πέθανε το 1792. Η εκδοχή του Σουνιτικού Ισλάμ που κήρυξε ο Αμπντ αλ-Ουαχάμπ ήταν φονταμενταλιστική και πουριτανική, απέρριπτε την καινοτομία, την ειδωλολατρία και την φυγοπονία.  Όταν ιδρύθηκε το σύγχρονο κράτος της Σαουδικής Αραβίας μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Ουαχαμπισμός (οι υποστηρικτές του συνήθως προτιμούν τον όρο Σαλαφισμός) κατέστη ως το κυρίαρχο δόγμα. Ήταν εχθρικός σε άλλες μουσουλμανικές παραδόσεις και καινοτομίες όπως ο Σιιτισμός ή ο Σουφισμός, με τα προσκυνήματα στους αγίους, τα ιερά και τους τάφους και την ανοχή τους σε μη πνευματικά - με την ουαχαμπική έννοια - ιστορικά στοιχεία, όπως η φιλοσοφία και ο μυστικισμός στη θρησκευτική σκέψη. Ο Ουαχαμπισμός ήταν επίσης εχθρός του Χριστιανισμού, του Ιουδαϊσμού και άλλων θρησκειών.

Για ορισμένους Σαουδάραβες, η κατάληψη της Μέκκας από τον Juhayman εκλήφθηκε σαν ένα «κέντρισμα» της «ένοχης» συνείδησής τους. Η οικογένεια Σαούντ ήταν ευάλωτη σε κατηγορίες ότι είχε παραμελήσει τις δικές της αξίες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Χαλίντ, ο τότε Σαουδικός βασιλιάς, απάντησε, όχι με την καταπολέμηση του θρησκευτικού εξτρεμισμού, αλλά με την κατευνασμό του και το άνοιγμα της κρατικής αγκάλης σε αυτόν του, στρέφοντας τη χώρα από τα δυτικά μοντέλα (τουλάχιστον στην επιφάνεια) πίσω στις σκληρές αρχές του Ουαχαμπισμού.

Αυτή η οπισθοδρόμηση είχε, μεταξύ άλλων, εμφανείς αλλαγές στην καθημερινότητα. Οι κώδικες ένδυσης αναθεωρήθηκαν. Οι δυτικές ενδυμασίες εγκαταλείφθηκαν, οι άνδρες και οι γυναίκες επέστρεψαν στις παραδοσιακές ρόμπες και τα hijabs και οι κινηματογράφοι έκλεισαν. Ο κλήρος ανέλαβε μεγαλύτερο ρόλο στην κυβέρνηση, ειδικά στην εκπαίδευση, και η διδασκαλία πήρε μια πιο παραδοσιακή στροφή. Η κυβέρνηση αύξησε την υποστήριξη και την (πλούσια) χρηματοδότησή της στο κήρυγμα του Ουαχαμπισμού σε άλλες χώρες του κόσμου, δημιουργώντας τζαμιά και σχολεία, συμπεριλαμβανομένων πολλών στη Βρετανία.

Αυτό είχε σκοπό να αντιμετωπίσει την ιδεολογική απειλή από το Ιράν του Χομεϊνί, το οποίο συνέχισε να κηρύττει κατά της παρακμής των Σουνιτών Αράβων κυβερνώντων και ήταν ύποπτος ότι προκάλεσε αναταραχές μεταξύ των Σιιτών στο Κουβέιτ και στις ανατολικές επαρχίες της Σαουδικής Αραβίας.

Ο σαουδαραβικός Ουαχαμπισμός ως «αντίδοτο» της σουνιτικής «ταπείνωσης» στο Ιράκ

Από το 1979, η πρόοδος του Ουαχαμπισμού που χρηματοδοτούνταν από τη Σαουδική Αραβία ήταν εντυπωσιακή. Ένας δείκτης ήταν η εξάπλωση του niqab σε χώρες όπου προηγουμένως ήταν άγνωστο, όπως το Πακιστάν και η Αίγυπτος, καθώς και στις μουσουλμανικές κοινότητες στην Ευρώπη. Το Διαδίκτυο επιτάχυνε την εξάπλωση του Ουαχαμπισμού. Πολλοί ιστότοποι, κοινωνικά δίκτυα και ΜΜΕ χαρακτηρίζονται έντονα από προκαταλήψεις εμπνευσμένες από τον Ουαχαμπισμό, συμπεριλαμβανομένων των κηρυγμάτων μίσους εναντίον των Σιιτών.

Πέρα από τον Ουαχαμπισμό, μια άλλη πτυχή της αποστροφής των Σαουδαράβων για τους Σιίτες και για άλλους Σουνίτες ηγέτες των ισχυρών χωρών στον αραβικό κόσμο, προέρχεται από τα παραδοσιακά κοινωνικά και πολιτικά πρότυπα στην περιοχή. Πριν από το 1918, οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν περιφερειακές Σουνιτικές ελίτ για να επιβάλουν την εξουσία τους στις επαρχίες της αυτοκρατορίας τους. Όταν η αυτοκρατορία και το Σουνιτικό χαλιφάτο τερματίστηκαν μετά το 1918, αυτές οι ελίτ συνέχισαν να ασκούν επιρροή σε μεγάλο μέρος της πρώην οθωμανικής επικράτειας, αν και υπό την εξουσία των νέων αποικιακών κυβερνήσεων πλέον. Ακόμη και όταν οι αυτοκρατορικές κυβερνήσεις εξαφανίστηκαν και ο αραβικός εθνικισμός κατέστη μια ανανεωμένη πολιτική δύναμη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι περισσότεροι από τους νέους, κοσμικούς εθνικιστές που κυβερνούσαν στην Αίγυπτο, το Ιράκ και αλλού ήταν σουνιτικής προέλευσης. Ο Σαντάμ Χουσεΐν ήταν ένα τυπικό παράδειγμα.

Η πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν το 2003 και η αντικατάστασή του από μια εκλεγμένη σιιτική κυβέρνηση ήταν σοκ για τους Σουνίτες και ιδιαίτερα για τις μοναρχίες του Κόλπου, των οποίων οι σουνιτικές ελίτ ίσως δεν χώνευαν  τον Σαντάμ, αλλά τους άρεσε ακόμη λιγότερο το καθεστώς των Σιιτών και έβλεπαν κάθε είδους βελτίωση της θέσης τους ως ένα ακόμη μέτωπο για την περιφερειακή πρόοδο του Ιράν. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από την ανάληψη της πρωθυπουργίας το 2006 από τον Νουρί αλ Μαλίκι και την φιλοσιιτική κυβέρνηση του. Αυτό έκανε τους Ιρακινούς Σουνίτες να αισθάνονται ακόμα πιο περιθωριοποιημένοι, αφού πολλοί από αυτούς είχαν εκτοπιστεί από το στρατό και την κυβέρνηση, η οποία καθοδηγούνταν από τον συνασπισμό υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.


Η ταπείνωση των Σουνιτών στο Ιράκ και η εξάπλωση της ιδεολογίας του Ουαχαμπισμού οδήγησαν στη στήριξη της Αλ Κάιντα και των βομβιστικών επιθέσεων, από το 2003, εναντίον σιιτικών στόχων, όπως η καταστροφή του θόλου του ιερού στη Σαμάρα το Φεβρουάριο του 2006. Μεγάλος αριθμός Σιιτών έχασαν την ζωή τους σε βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας και εκρήξεις παγιδευμένων αυτοκινήτων. Οι Σιίτες απάντησαν το 2004-2005 με εκτεταμένες δολοφονίες Σουνιτών από παραστρατιωτικά τάγματα θανάτου. Οι θρησκευτικές δολοφονίες και από τις δύο πλευρές εντατικοποιήθηκαν στο Ιράκ μέχρι το 2007, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Τζωρτζ Μπους έστειλε 20.000 επιπλέον στρατιώτες στην επαρχία της Βαγδάτης και στην Άμπαρ για να καταστείλει τις εξεγέρσεις και να σταθεροποιήσει την ιρακινή κυβέρνηση. Οι Σουνιτικές ομάδες που οι ΗΠΑ ενθάρρυναν να στραφούν εναντίον της Αλ Κάιντα, αισθάνθηκαν εγκαταλειμμένες αργότερα. Παρέμειναν βαθιά εχθρικές προς την κυβέρνηση Μαλίκι και αυτό συνέβαλε στη δημιουργία των συνθηκών για την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους.

Η Συρία και το ISIS

Όπως και με τις σουνιτικές εξεγέρσεις πριν από το 2007, το ISIS προσέλκυσε στρατολόγους από όλη την περιοχή και πέρα από αυτήν, αλλά περισσότερο από τη Σαουδική Αραβία, αν εξαιρεθεί η Τυνησία. Όποιο και αν είναι το επίπεδο υποστήριξης από την Σαουδική Αραβία στο ISIS, είναι σαφές ότι η κυβέρνησή της υποστήριξε άλλες σουνιτικές ομάδες και οργανώσεις στην Συρία που μάχονταν το καθεστώς Ασσαντ, συμπεριλαμβανομένης της Al-Nusra (παρακλάδι της Al-Qaeda) προκειμένου να στραφούν εναντίον του Ιράν. Το Ιράν έχει υποστηρίξει και χρηματοδοτήσει τους δικούς του «πληρεξούσιους» στην Συρία, συμπεριλαμβανομένης της λιβανικής Χεζμπολάχ, καθώς και της κυβέρνησης του ‘Ασσαντ.


Βέβαια, η χρονική απόσταση ανάμεσα στον Abu Lolo και το «Ισλαμικό Κράτος» είναι τεράστια, αλλά η σύνδεση είναι άμεση. Επίσης, καμία πλευρά της ιρανο-σαουδικής αντιπαράθεσης έχει κάτι σαν μονοπώλιο «αρετής». Το ιρανικό καθεστώς είναι αυταρχικό και πατερναλιστικό, καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα και κατηγορείται για υποστήριξη της τρομοκρατίας, αλλά για τα περισσότερα από αυτά, δεν είναι το χειρότερο στην περιοχή.

Η παλαιότερη ρητορική του Ιράν συνέβαλε στις θρησκευτικές εντάσεις και η στήριξη της χώρας στις πολιτοφυλακές που χρησιμοποιούν βία εναντίον των Σουνιτών, προκαλεί περαιτέρω ζημιές. Αλλά το ιρανικό καθεστώς έχει αποστασιοποιηθεί από τον σιιτικό εξτρεμισμό του παρελθόντος. Δεν υπάρχει τίποτα στην ιρανική ή την σιιτική πλευρά που να συγκρίνεται με τις καταστροφές που προκλήθηκαν από τις ακραίες απόψεις του Ουαχαμπισμού, που οδήγησε στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, τις φρικαλεότητες του ISIS στο Ιράκ και την Συρία, αλλά και τις επιθέσεις στο Παρίσι, την Νίκαια, το Μάντσεστερ. Όσο παρανοϊκοί κι αν είναι οι Σαουδάραβες και όποιος και αν είναι ο βαθμός στον οποίο πιστεύουν την δική τους προπαγάνδα για το Ιράν, γνωρίζουν πολύ καλά,  ότι η μεγαλύτερη απειλή για τη διατήρηση της εξουσίας στη Σαουδική Αραβία προέρχεται από τους εξτρεμιστές που προέρχονται από τον Ουαχαμπισμό.


Η ιρανική πολιτική, τουλάχιστον μετά από το τέλος του πολέμου Ιράν-Ιράκ το 1988, είναι ουσιαστικά αμυντική. Η αμυντική της δαπάνη είναι χαμηλή και για πάνω από μια δεκαετία δεν ξεπερνά τη μισή αντίστοιχη της Σαουδικής Αραβίας. Η θέση του Ιράν έναντι του Ισραήλ, η οποία χειροτέρευσε από τις σχέσεις των Ιρανών Φρουρών της Επανάστασης με την λιβανέζικη Χεζμπολάχ και τις έντονες αντισημιτικές εκρήξεις, αποτελεί εξαίρεση. Η επίσημη θέση τόσο του Ιράν όσο και της Χεζμπολάχ είναι ότι όλα τα μέσα, συμπεριλαμβανομένης της βίας, είναι νόμιμα για αντίσταση στο Ισραήλ. Αυτή η θέση είναι που επιτρέπει την παραπλανητική κατηγορία, η οποία ακούγεται όλο και συχνότερα, ότι το Ιράν είναι ο πρώτος «χορηγός» της τρομοκρατίας παγκοσμίως. Ωστόσο φαίνεται ότι οι Ιρανοί έπαψαν να υποστηρίζουν την Χαμάς από το 2013, ενώ, ακόμη και η Χεζμπολάχ έχει μειώσει την βίαιη δράση της έναντι του Ισραήλ, καθώς προσπαθεί να παρουσιαστεί ως πολιτικό κόμμα του Λιβάνου και όχι ως παραστρατιωτική ομάδα. Η πραγματικότητα είναι ότι η περισσότερη ισλαμική τρομοκρατία σε διεθνές επίπεδο συνδέεται με σουνιτικές ομάδες.

Το Ιράν κατηγορείται επίσης ότι επιδιώκει ηγεμονία ή αποσταθεροποιεί την περιοχή μέσω της υποστήριξής του στις πολιτοφυλακές στο Ιράκ, αλλά αυτή η κατηγορία είναι διαστρεβλωτική. Παραβλέπει πως, είτε αρέσει είτε όχι, αυτές οι πολιτοφυλακές αποτελούν πρωταρχικό  στήριγμα για την κυβέρνηση του Ιράκ υπό την ηγεσία των Σιιτών, την οποία υποστηρίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία και έχουν αποτελέσει βασικό πυλώνα στην μάχη ενάντια στο ISIS στην Μοσούλη και αλλού.

Οι πολιτοφυλακές έχουν διαπράξει βίαιες πράξεις εναντίον των Σουνιτών στο Ιράκ (οι «πληρεξούσιοι» του Ιράν στην Συρία έχουν «μοιράσει» επίσης φρίκη) και μπορεί να δημιουργήσουν μελλοντικά προβλήματα, αλλά είναι ουσιαστικά ένα φαινόμενο του Ιράκ. Οι Ιρακινοί Σιίτες έχουν μια αμφιλεγόμενη στάση απέναντι στο Ιράν, συμμεριζόμενοι μεγάλο μέρος της δυσπιστίας που έχουν οι Σουνίτες Ιρακινοί και άλλοι Άραβες έναντι των Ιρανών. Πολλοί Ιρακινοί Σιίτες (συμπεριλαμβανομένου του Moqtada al-Sadr, ενός Σιίτη κληρικού που οδήγησε τη λεγόμενη πολιτοφυλακή των Mahdi εναντίον των δυνάμεων του συνασπισμού στο Ιράκ μέχρι να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν το Ιράν το 2007), θεωρούν τις στενότερες σχέσεις με το Ιράν ένα ελκυστικό ή μόνιμο «παρελκόμενο».

Τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και το Ιράν ακολουθούν περιφερειακές πολιτικές που υποστηρίζονται από φόβο και ανασφάλεια. Οι Ιρανοί κοιτούν τον χάρτη και βλέπουν τον εαυτό τους να περικλείεται από τα σουνιτικά, αντισιιτικά κράτη και από τις ΗΠΑ που επεκτείνονται στην περιοχή. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να στηρίζουν και να επιδοκιμάζουν την άποψη της Σαουδικής Αραβίας σχετικά με την περιφερειακή ένταση.

Είναι όντως το Ιράν ο πραγματικός εχθρός της Δύσης;

Η άποψη του Ιράν για τον κόσμο διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από την εμπειρία του από τον αιματηρό πόλεμο Ιράν-Ιράκ (1980-88), τον οποίο διεξήγαγε μεμονωμένα εναντίον ενός παρόμοιου «αστερισμού» ανοιχτών και συγκαλυμμένων εχθρών. Οι Σαουδάραβες και άλλοι Άραβες του Κόλπου φοβούνται το Ιράν εν μέρει λόγω μιας δικαιολογημένη δυσαρέσκειας για την παλαιότερη ιρανική ρητορική, αλλά και επειδή γνωρίζουν τον εύθραυστο χαρακτήρα  της δικής τους θέσης στην εξουσία. Είναι κράτη που εξαρτώνται από τα χρήματα από το πετρέλαιο για να κρατήσουν τους λαούς τους υπάκουους, με ένοπλες δυνάμεις αμφίβολης αποτελεσματικότητας που πρέπει να ενισχύονται από μισθοφόρους (από το Πακιστάν και την Κολομβία, για παράδειγμα) όταν υπάρχουν σοβαρές απειλές. Είναι επίσης τρομοκρατημένοι από τους εξτρεμιστές που βοήθησαν στη χάραξη των πολιτικών τους.

Οι δυτικοί πολιτικοί επιστήμονες, συχνά με μαρξιστικές αντιλήψεις, θεωρούν ότι ο θρησκευτικός διαχωρισμός δεν είναι παρά ένα φύλλο συκής για το κύριο, δηλαδή την κατάκτηση της ηγεμονίας στην περιοχή που είναι και η αιτία και ο στόχος της αντιπαλότητας μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας.  Ωστόσο, μια άλλη «ανάγνωση» θεωρεί ότι η πραγματικότητα διαψεύδει αυτήν την αναγωγική άποψη. Το χάσμα μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών νομιμοποιεί πράξεις και παρεμβάσεις που διαφορετικά θα ήταν απαράδεκτες. Διεγείρει και εμβαθύνει την  παράνοια και ενθαρρύνει την υπερβολή, τις ψευδαισθήσεις και την λανθασμένη εκτίμηση των κινήτρων και των ενεργειών της άλλης πλευράς.

Θα έπρεπε να είναι προφανές ότι σε αυτήν  την καυτή ατμόσφαιρα, είναι ανόητο να για την Δύση να στηρίζει την ισοπεδωτική παγκόσμια άποψη της μιας πλευράς έναντι της άλλης. Αλλά αυτό ακριβώς κάνουν οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Εκείνοι που υπερασπίζονται την πολιτική της Βρετανίας έναντι της Σαουδικής Αραβίας το κάνουν με την περίεργη αιτία ότι δεν θα επιτύχουμε τίποτα παίρνοντας μια πιο ξεκάθαρη στάση. ‘Οτι οι Σαουδάραβες δεν θα αλλάξουν και ότι απλώς θα η Δύση θα χάσει πολιτική επιρροή και κερδοφόρες συμβάσεις πώλησης όπλων. Αλλά οι Σαουδάραβες ήθελαν να ακούσουν την Δύση να συμφωνεί μαζί τους.

Όσον αφορά το Ιράν, θα πρέπει να είναι δυνατή η αργή αποκατάσταση καλύτερων σχέσεων, αλλά η Δύση πρέπει να δείξει ότι θέλει να το πράξει και να το εννοεί. Αν, αντιθέτως, συμπεριφέρεται σαν το πιο σημαντικό πράγμα σε σχέση με το Ιράν να είναι η αποφυγή ζημιάς στις σχέσεις της με την Σαουδική Αραβία, δεν θα φτάσει πουθενά. Στις 4 Ιουνίου, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Λονδίνο, η Τερέζα Μέι είπε ότι υπήρξε «υπερβολική ανοχή» του ισλαμικού εξτρεμισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο. Λοιπόν, ναι, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, ο εξτρεμισμός ενισχύθηκε και χρηματοδοτήθηκε από τη Σαουδική κυβέρνηση και ιδιώτες Σαουδάραβες.

Στις 5 Ιουλίου, δημοσιεύθηκε από την Henry Jackson Society μια έκθεση («Ισλαμιστικός εξτρεμισμός στο Ηνωμένο Βασίλειο που χρηματοδοτείται από το εξωτερικό»), η οποία έδειξε τη σχέση ανάμεσα στη χρηματοδότηση της Σαουδικής Αραβίας στον ουαχαμπικό εξτρεμισμό εκτός των συνόρων της και τις τρομοκρατικές πράξεις που διαπράχθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μεταξύ άλλων η έκθεση αναφέρει, ότι «η ξένη χρηματοδότηση του ισλαμικού εξτρεμισμού στη Βρετανία προέρχεται κυρίως από κυβερνήσεις και κυβερνητικά ιδρύματα που εδρεύουν στον Κόλπο, καθώς και το Ιράν. Πρωταρχικό μεταξύ αυτών είναι η Σαουδική Αραβία, η οποία από τη δεκαετία του 1960 έχει υποστηρίξει μια προσπάθεια πολλών εκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγωγή του ουαχαμπικού Ισλάμ σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των μουσουλμανικών κοινοτήτων στη Δύση». Αυτό δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη για κανέναν, αλλά τώρα θα έχει συνέπειες στην πολιτική της Δύσης έναντι της Σαουδικής Αραβίας. Πρέπει να πιέσει τους Σαουδάραβες να σταματήσουν τη χρηματοδότησή τους στο μίσος τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και σε όλο τον κόσμο.

Η τραμπική πολιτική - «ταύρος σε υαλοπωλείο»

Και τι γίνεται με το ενθουσιώδες ταξίδι του Τραμπ στη Σαουδική Αραβία τον Μάιο του 2017 και την καταγγελία του για το Ιράν ως την κεντρική αιτία της τρομοκρατίας και της αστάθειας στη Μέση Ανατολή; Υπάρχει μια ιδιαιτερότητα σχετικά με τη σαουδαραβική πολιτική του Τραμπ. Πριν εκλεγεί ως πρόεδρος των ΗΠΑ, έκανε πολλές, εξαιρετικά επικριτικές δηλώσεις σχετικά με τη Σαουδική Αραβία, συμπεριλαμβανομένης της ακόλουθης χαρακτηριστικής το 2011: «Είναι ο μεγαλύτερος φορέας της τρομοκρατίας στον κόσμο. Η Σαουδική Αραβία διοχετεύει τα πετροδόλαρά μας, τα δικά μας χρήματα, στην χρηματοδότηση τρομοκρατών που θέλουν να καταστρέψουν τον λαό μας».

Μετά την εκλογή του ο Τραμπ άλλαξε γνώμη, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο γιατί. Κάποιοι θεωρούν ότι έχει συνειδητοποιήσει τη σημασία της Σαουδικής Αραβίας για τον εφοδιασμό των ΗΠΑ με πετρέλαιο ή για την υποστήριξη του αμερικανικού δολαρίου. Θέλει επίσης να δείξει στους οπαδούς του στις ΗΠΑ ότι θα κάνει διεθνείς συμφωνίες που θα τους ωφελήσουν από πλευράς θέσεων εργασίας και εσόδων από εξαγωγές, στη Σαουδική Αραβία και αλλού. Ωστόσο, ίσως το βασικό του κίνητρο είναι να παγιωθεί η στήριξη των Ρεπουμπλικάνων στο πρόσωπό του, αντιστρέφοντας την μεσανατολική πολιτική του Ομπάμα και να επιτεθεί στο Ιράν.

Η ανοησία της υπερβολικής φιλο-Σαουδικής γραμμής του Τραμπ έγινε γρήγορα εμφανής. Αμέσως μετά την επίσκεψή του στο βασίλειο, οι Σαουδάραβες έκαναν επιθετικές και αδικαιολόγητες ενέργειες εναντίον του Κατάρ, κόβοντας χερσαίες και αεροπορικές συνδέσεις, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Αιγύπτου και άλλων. Ο σκοπός αυτής της ενέργειας ήταν να πιέσει το Κατάρ να σπάσει τις σχέσεις του με τις τρομοκρατικές οργανώσεις, αλλά είχε επίσης ως στόχο να φιμώσει το επιτυχημένο ειδησεογραφικό δίκτυο «Al Jazeera» που εδρεύει στο Κατάρ και να αναγκάσει τους Καταριανούς να εγκαταλείψουν την ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική τους.

Το να κατηγορεί η Δύση το Ιράν και το Κατάρ ότι υποστηρίζουν την τρομοκρατία, ενώ «χαριεντίζεται» με την Σαουδική Αραβία, είναι παράλογο και ο παραλογισμός είναι εμφανής σε πολλούς, όχι μόνο σε δημοσιογράφους και ακαδημαϊκούς. Αν τώρα, όπως φαίνεται να είναι η πρόθεσή του, ο Τραμπ αναγκάζει τον αμερικανικό μηχανισμό χάραξης πολιτικής να δηλώσει ότι το Ιράν παραβιάζει - ενάντια σε όλα τα αποδεικτικά περί του αντιθέτου στοιχεία - την πυρηνική συμφωνία που συμφωνήθηκε το 2015 και διευρύνει ακόμη περισσότερο το χάσμα μεταξύ πολιτικής και πραγματικότητας, αφαιρέστε μία από τις λίγες δυνάμεις σταθερότητας στην ταραγμένη Μέση Ανατολή και φέρτε τις ΗΠΑ πιο κοντά στον πόλεμο με το Ιράν.

Χρήσιμες πληροφορίες για τους Σιίτες

Χασάν Ρουχανί - Πρόεδρος του Ιράν


Τώρα στη δεύτερη θητεία του, ο Ρουχανί θεωρείται μεταρρυθμιστής, υποσχόμενος ένα σύγχρονο και εξωστρεφή Ιράν. Επιβλέπει την ολοκλήρωση της συμφωνίας του 2015 για τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.

Σεγιέτ Αλί Χαμενεΐ - Ανώτατος ηγέτης του Ιράν


Ο επικεφαλής της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν και ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων διατηρεί στενή σχέση με την Επαναστατική Φρουρά. Είναι ο δεύτερος σε διάρκεια αρχηγός κράτους στη Μέση Ανατολή.

Ebrahim Raisi - Προεξέχων κληρικός στο Ιράν


Θεωρείται φαβορί στο να γίνει ο επόμενος ανώτατος ηγέτης του Ιράν. Είναι επίσης ο «θεματοφύλακας» του Astan Quds Razavi, του πλουσιότερου φιλανθρωπικού οργανισμού στον μουσουλμανικό κόσμο. Ήταν επιλαχών στις προεδρικές εκλογές του Μαΐου.

Χάιντερ αλ-Αμπάντι - Πρωθυπουργός του Ιράκ


Αφού επέστρεψε από την εξορία το 2003, κατείχε αρκετές εξέχουσες κυβερνητικές θέσεις πριν γίνει πρωθυπουργός του Ιράκ το 2014. Προσπάθησε να αυξήσει τη συμμετοχή των Σουνιτών στην κυβέρνηση και τέθηκε επικεφαλής της εκστρατείας για την εξόντωση του Ισλαμικού Κράτους.

Σεϊχ Χασάν Νασράλα - Ηγέτης της Χεζμπολάχ


Ως επικεφαλής της Χεζμπολάχ με έδρα το Λίβανο (και υποστηριζόμενης από το Ιράν), έχει μεγάλη επιρροή στην περιοχή, κυρίως στη Συρία, όπου οι δυνάμεις του έχουν ενισχύσει το καθεστώς του Μπασάρ αλ-Ασαντ.

Αγιατολάχ Σέικ Ισά Κασίμ - Βίαιος Σιίτης κληρικός από το Μπαχρέιν και ηγέτης της αντιπολίτευσης


Ο πνευματικός ηγέτης του Al Wefaq, της μεγαλύτερης αντιπολιτευτικής ομάδας του Μπαχρέιν, ήταν ισχυρός επικριτής της κυβέρνησης κατά την «αραβική άνοιξη» και του αφαιρέθηκε η ιθαγένεια το 2016.