Η δημοσιογραφία ποτέ δεν ήταν ισχυρή στην Τουρκία, ειδικά εάν δεν συμμαχούσε με τα εθνικιστικά και θρησκευτικά πιστεύω της εξουσίας.

Μπορώ να πω ότι το ξέρω καλά, αφού είχα περάσει 7,5 μήνες στην φυλακή το 1999 επειδή είχα δημοσιεύσει μια συνέντευξη με τον Οτσαλάν. Βέβαια, τέτοιες συνεντεύξεις ήταν κοινότυπες εκείνη την περίοδο. Όπως και οι καταδίκες, είναι αλήθεια.

Τίποτα, από ό,τι φαίνεται, δεν έχει αλλάξει αυτά τα 20 χρόνια, αφού με καταδίκασαν σε 18 μήνες φυλακή.

Οφείλω να επισημάνω ευθύς, πως αυτό που συμβαίνει σε μένα είναι ψύλλος στ’ άχυρα συγκριτικά με τα όσα έχουν πάθει οι συνάδελφοί μου που βρίσκονται στην φυλακή, μαζί με τους απολυμένους ακαδημαϊκούς και τους χιλιάδες εκείνους δημόσιους υπαλλήλους που έπεσαν θύματα της Κατάστασης Εκτάκτου Ανάγκης και των νομοθετικών διαταγμάτων. 

Επιπλέον, εμείς οι δημοσιογράφοι κανονικά πρέπει να λέμε τις ειδήσεις, όχι να γινόμαστε το θέμα ή οι ήρωες των ειδήσεων. Όμως μ’ αυτό το καθεστώς...

Σήμερα εφαρμόζεται μόνο ένας νόμος. Αυτός του πιο ισχυρού, όπως στους μύθους του Αισώπου. Αλίμονο στους δημοσιογράφους και στους αντιπάλους που είχαν το θάρρος να διαταράξουν την μεγαλοπρέπεια αυτού του ισχυρού!

Ένα παράδειγμα είναι ο φίλος και συνάδελφός μου, Αχμέτ Σικ, που ήδη έχει κάνει ένα χρόνο φυλακή, επειδή έγραψε ένα βιβλίο που κατήγγειλε τις ενέργειες των Γκιουλενιστών. Σήμερα, βρίσκεται πάλι φυλακισμένος, κατηγορούμενος αυτή τη φορά για «προπαγάνδα υπέρ των Γκουλενιστών». Το κερασάκι στην τούρτα και «χωρίς πολλές διαδικασίες», που θα έλεγε κανείς.

Επιπλέον, δυο συνάδελφοί μας, ο Αχμέτ Αλτάν και ο Μεχμέτ Αλτάν, είναι και οι δυο στην φυλακή εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο: Κατηγορήθηκαν πως μετέφεραν «ανατρεπτικά υποσυνείδητα μηνύματα» σε μια τηλεοπτική εκπομπή, την παραμονή της περιβόητης «απόπειρας του πραξικοπήματος» τον Ιούλιο του 2016. Οι ίδιοι οι Κινέζοι εισαγγελείς (που συναγωνίζονται τους Τούρκους συναδέλφους τους για την παγκόσμια πρωτιά στην δίωξη δημοσιογράφων) δεν θα είχαν διανοηθεί την ύπαρξη ενός εισαγγελέα με τόση φαντασία!

Και παρότι, κατ’ εξαίρεση, το Συνταγματικό Δικαστήριο επιχείρησε να διατάξει την απελευθέρωση του Μεχμέτ Αλτάν και του Σαφίν Αλπάϊ, λόγω «έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων στον φάκελο της υπόθεσης», ο υπουργός «δικαιοσύνης» βιάστηκε να κατηγορήσει δημοσίως το ανώτατο δικαστήριο «ότι ξεπερνά τα όρια της δικαιοδοσίας του». Κατά συνέπεια, το πρωτοδικείο αρνήθηκε να συμμορφωθεί με αυτή την απόφαση, που υποτίθεται ήταν «άμεσα εκτελεστή».

Πρόκειται για το 13ο Ποινικό Δικαστήριο, που είναι δυστυχώς διαβόητο για τις διαδικαστικές ατέλειές του και για το αβάσιμο σκεπτικό του. Πρόκειται για το ίδιο δικαστήριο, που προσφάτως με καταδίκασε, μαζί με άλλους δυο συναδέλφους, για «προπαγάνδα υπέρ μιας τρομοκρατικής οργάνωσης».

Πρέπει να πω ότι αυτό με ενοχλεί. Καταρχήν γιατί δεν είμαι μέλος παρά σε έξι οργανώσεις: Δυο επαγγελματικές ενώσεις δημοσιογράφων, μια μεταφραστών συνεδρίων, στην Ένωση Ελληνοτουρκικής Φιλίας, στην ένωση των απόφοιτων του Λυκείου του Γαλατά και φυσικά στην ένωση της ποδοσφαιρικής μου ομάδας της Galatasaray. Σίγουρα οι φίλαθλοί μας κάποιες φορές είναι ιδιαίτερα ευέξαπτοι - ειδικά κατά το ντέρμπι με την Fenerbahçe, αλλά σας διαβεβαιώ πως καμία από αυτές τις οργανώσεις δεν είναι τρομοκρατικές.

Επίσης, ποτέ δεν έχω αγγίξει όπλο, εκτός από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία μου, που και πάλι! Πάντα ήμουν ενάντια στην τρομοκρατία. 

Αλλά αυτό που με έχει πληγώσει περισσότερο, είναι ότι με κατηγορούν για «προπαγάνδα». Εμένα... έναν δημοσιογράφο!

Είναι αλήθεια πως σήμερα, η «προπαγάνδα» είναι ένας τομέας στον οποίο διαπρέπουν τα ΜΜΕ που βρίσκονται στην υπηρεσία της εξουσίας. Όσο χυδαιότερα τόσο το καλύτερο. Και βέβαια, είναι αυτό ή αλλιώς ανεργία. Αχ, ξέρουν καλά πως να το κάνουν!  

Εμείς ήμασταν διαφορετική περίπτωση. Εμείς είμασταν μόνο ένοχοι για μια συμβολική δράση αλληλεγγύης προς την πρώτη ημερήσια κουρδική εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης, Özgür Gündem.

«Εμείς»: Πρόκειται για 57 δημοσιογράφους με διαφορετικούς προσανατολισμούς. Το «έγκλημά» μας: Κάθε ένας από εμάς κυκλικά έγινε «συνδιευθυντής έκδοσης» για μια ημέρα και παρευρέθηκε συμβολικά σε συνεδριάσεις της ομάδας σύνταξης, ως ένδειξη αλληλεγγύης προς τους συναδέλφους μας που βάλλονται από την κυβέρνηση.

Λοιπόν, εάν είναι έγκλημα να είσαι αλληλέγγυος με μια εφημερίδα, τότε θα πρέπει να καταδικαστούμε και για τις δράσεις αλληλεγγύης μας προς τους κεμαλιστές συναδέλφους της Cumhuriyet, τους οποίους οι φανατικοί φονταμενταλιστές ήθελαν να απολύσουν γιατί εξέδωσαν μια τουρκική έκδοση του Charlie Hebdo (μετά την σφαγή του Ιανουαρίου του 2015). Ή για τις δράσεις μας προς τους φιλελεύθερους συναδέλφους μας της Hürriyet, που λιθοβολήθηκαν από φανατικούς του ΑΚΡ τον Σεπτέμβριο του 2015. Ή προς τους ισλαμιστές συναδέλφους της Zaman, που η ομάδα σύνταξής της, δέχθηκε σφοδρή κυβερνητική επίθεση το καλοκαίρι του 2016.

Το δικαστήριο, από την άλλη, δεν μπήκε καν στον κόπο να θυμηθεί την προηγούμενη απόφασή του, όταν μας είχε χορηγήσει αναστολή της ποινής. Αρνήθηκε επίσης να μας δικάσει μαζικά, ενώ επέλεξε να μας καταδικάσει έναν προς έναν, σίγουρα από φόβο για δράσεις αλληλεγγύης υπέρ μας.

Είμαστε, επίσης, πολλοί αυτοί που έχουμε φύγει στο εξωτερικό για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να κάνουμε την δουλειά μας. Είναι αλήθεια πως όσο πιο μακριά από τον Ερντογάν βρισκόμαστε, τόσο πιο ελεύθεροι είμαστε να γράφουμε αυτά που σκεφτόμαστε.

Βαδίζοντας σιγά-σιγά στα 64 μου, μπορώ να πω ότι είδα πολλούς προέδρους και πρωθυπουργούς. Όλοι αργά ή γρήγορα φεύγουν. Έτσι θα γίνει και μ’ αυτόν.