Υπέρ της αναβάθμισης της Παλαιστίνης σε κράτος παρατηρητή – μη μέλος του ΟΗΕ θα ψηφίσει η Ελλάδα στη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών την Πέμπτη, όπως ανακοινώθηκε από το υπουργείο Εξωτερικών. Η ψηφοφορία αποτελεί μια ακόμα προσπάθεια των Παλαιστινίων να αναβαθμίσουν τη θέση τους στα Ηνωμένα Έθνη, ενισχύοντας παράλληλα τη θέση τους στις συνομιλίες με τους Ισραηλινούς για αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους. Υπέρ της πρότασης έχουν ταχθεί μέχρι τώρα οι Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία, Ελβετία, Δανία, Νορβηγία και Ισπανία. Κατά της πρότασης η Γερμανία. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες εκτιμάται ότι θα υπερψηφίσουν την αναβάθμισμη της θέσης των Παλαιστινίων.  

 
Μέχρι τώρα, όπως αναφέρει το Al Jazeera, οι Παλαιστίνιοι αναγνωρίζονται ως «οντότητα» χωρίς δικαίωμα ψήφου στον ΟΗΕ. Αν το αίτημα των Παλαιστινίων υπερψηφιστεί τότε θα πρόκειται για μία έμεση αναγνώριση των αιτημάτων για «κρατική υπόσταση στη Δυτική Όχθη, την Ανατολική Ιερουσαλήμ και τη Λωρίδα της Γάζας». Παράλληλα θα τους επιτραπεί να συμμετάσχουν σε μια σειρά υπηρεσιών του ΟΗΕ, καθώς και στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
 
Ο Hanan Ashrawi από την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) σημειώνει πως πρόκειται για μία «ύστατη προσπάθεια» σημειώνοντας πως επιθυμία των Παλαιστίνιων είναι «η διασφάλιση πως η διεθνής κοινότητα συνεχίζει να επιθυμεί της δημιουργία ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους το οποίο θα αντιμετωπίζεται ως ισότιμο στις διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ».
 
Για την έγκριση του παλαιστινιακού αιτήματος απαιτείται απλή πλειοψηφία στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ που αριθμεί 193 μέλη. Μέσω της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ουσιαστικά παρακάμπτεται το Συμβούλιο Ασφαλείας, όπου το Ισραήλ και οι ΗΠΑ έχουν δικαίωμα βέτο.
 
Οι δύο σύμμαχοι, ΗΠΑ και Ισραήλ, κατηγορούν τους Παλαιστίνιους πως προσπαθούν να επιτύχουν την αναγνώριση ως κράτος μέσω των Ηνωμένων Εθνών και όχι μέσω διαπραγματεύσεων, όπως όριζε η Συνθήκη του Όσλο του 1993. Ωστόσο μια προσπάθεια το 2011 των Παλαιστίνιων σε αυτό το πλαίσιο αποδείχθηκε βραχύβια, καθώς οι ΗΠΑ και το Ισραήλ αντιτάχθηκαν, σημειώνοντας πως η δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους θα πρέπει να έχει την έγκριση του Ισραήλ, όπως σημειώνεται από το Al Jazeera.
 
Υπέρ της αναβάθμισης του καθεστώτος των Παλαιστινίων τάσσονται εκτός από την Ελλάδα οι Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία, Ελβετία, Δανία, Νορβηγία, Ισπανία κ.α. Σημειώνεται ωστόσο πως η Βρετανία έχει ζητήσει εγγυήσεις προκειμένου να στηρίξει την παλαιστινιακή πρόταση, και ειδικότερα ζητά την επιστροφή των παλαιστινίων στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων χωρίς προϋοποθέσεις και τη μη άσκηση διώξεων απο τους Παλαιστίνιους κατά του Ισραήλ στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Όπως είπε ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, εάν δεν ληφθούν αυτές οι εγγυήσεις, η χώρα του θα απόσχει από την αυριανή ψηφοφορία. Αντίθετα η Γερμανία έχει ανακοινώσει ότι θα καταψηφίσει την πρόταση. Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αναμένεται να υπερψηφίσουν την αναβάθμιση των Παλαιστινίων.
 
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ υποστηρίζουν πως ο μόνος τρόπος για την αναγνώριση ενός παλαιστινιακού κράτους είναι μέσω μιας ειρηνευτικής συμφωνίας με το Ισραήλ, η οποία θα προκύψει από απευθείας συνομιλίες μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Ωστόσο οι ειρηνευτικές συνομιλίες έχουν παγώσει λόγων των  ισραηλινών εποικισμών στην Δυτική  Όχθη.
 
Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών σε ανακοίνωσή του αναφέρει πως «η απόφαση για υπερψήφιση της πρότασης είναι συνεπής προς την πάγια θέση αρχής της Ελλάδας για την επίλυση του Μεσανατολικού προβλήματος στην βάση των δύο κρατών, ήτοι ενός ανεξάρτητου και βιώσιμου Παλαιστινιακού κράτους, που θα συμβιώνει με ειρήνη και ασφάλεια με το κράτος του Ισραήλ».
 
«Με τις ιστορικές εξελίξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, η Ελλάδα πιστεύει ότι ήλθε πλέον η ώρα Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι να ζήσουν, όπως έχουν αναφαίρετο δικαίωμα, με ασφάλεια στα κράτη τους», αναφέρεται στην ανακοίνωση και εκτιμάται ότι «η λύση των δύο κρατών, που περιγράφεται σε διαδοχικές Αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και επιβεβαιώνεται στο σχέδιο Απόφασης που είναι ενώπιόν μας, είναι η μόνη που διασφαλίζει μακροχρόνια τα συμφέροντα των δύο λαών και την ειρήνη και σταθερότητα στην περιοχή».
 

Τέλος, για μία ακόμη φορά, επισημαίνεται ότι η επίλυση του προβλήματος «δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο μερών, τα οποία φέρουν την ευθύνη να επιλύσουν, με ρεαλισμό και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, όλα τα θέματα του τελικού καθεστώτος». Στο πλαίσιο αυτό, από πλευράς υπουργείου αξιολογείται ως άκρως θετική η πρόβλεψη του σχεδίου απόφασης για άμεση και χωρίς προϋποθέσεις επιστροφή των δύο μερών στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Κλείνοντας, το υπουργείο Εξωτερικών εκφράζει την ελπίδα ότι «τα δύο μέρη θα επωφεληθούν από την νέα αυτή ευκαιρία για ειρήνευση και θα αποφύγουν οποιαδήποτε ενέργεια θα μπορούσε να δυναμιτίσει το κλίμα και να υπονομεύσει τις απευθείας διαπραγματεύσεις».