Η Ιαπωνία έδωσε στη δημοσιότητα τα ονόματα χιλιάδων μελών της εγκληματικής Unit 731, της συγκαλυμμένης μονάδας βιολογικής και χημικής έρευνας του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατoύ, που διεξήγαγε θανατηφόρα πειράματα σε Κινέζους πολίτες τις δεκαετίες του '30 και του ’40, με σκοπό την ανάπτυξη χημικών και βιολογικών όπλων.

Τα εθνικά αρχεία της χώρας διαβίβασαν τα ονόματα 3.607 ατόμων στον Katsuo Nishiyama, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Ιατρικής Επιστήμης της Shiga, απαντώντας στο αίτημά του, κίνηση που θεωρείται βέβαιο ότι θα αναζωπυρώσει τον δημόσιο διάλογο για τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι Ιάπωνες στην υπό κατοχή Κίνα πριν και κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

«Είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτεται επίσημο έγγραφο με τα πραγματικά ονόματα σχεδόν όλων των μελών της Μονάδας 731», δήλωσε ο Nishiyama στην εφημερίδα Mainichi Shimbun. «Ο κατάλογος είναι μία εξαιρετικά σημαντική απόδειξη καθώς υποστηρίζει τις μαρτυρίες και η δημοσιοποίησή του αποτελεί ένα μεγάλο βήμα προς την πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων που συγκαλύφθηκαν».

Σύμφωνα με τον Guardian, στο έγγραφο με ημερομηνία 1η Ιανουαρίου 1945 καταγράφονται με κάθε λεπτομέρεια τα μέλη του Τμήματος Πρόληψης Επιδημιών και Καθαρισμού Υδάτων του Στρατού Κουαντούνγκ- όπως ήταν επισήμως το όνομα της Μονάδας: Ονόματα, βαθμοί και στοιχεία επικοινωνίας περισσότερων από 1.000 στρατιωτικών γιατρών, χειρουργών, νοσηλευτών και μηχανικών.

Ο Nishiyama σκοπεύει να δώσει στη δημοσιότητα τη λίστα -όπως γράφει ο Guardian, θα την ανεβάσει on line στο διαδίκτυο- προκειμένου να ενθαρρύνει την ιστορική έρευνα για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη Μονάδα.

Η Ιαπωνία παραδέχτηκε με μεγάλη απροθυμία την ύπαρξη του «ιαπωνικού Άουσβιτς» μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1990, αρνούμενη ωστόσο, να ανοίξει οποιαδήποτε συζήτηση για τη δράση της. Ό,τι έγινε γνωστό βασίστηκε σε μαρτυρίες πρώην μελών, φωτογραφίες και ντοκουμέντα, αλλά όχι σε επίσημα έγγραφα.

Το 2006, η νοσηλεύτρια Toyo Ishii αποκάλυψε ότι συμμετείχε σε ταφή λειψάνων έξω από το Τόκιο, την ώρα που οι αμερικανικές δυνάμεις εισέρχονταν στην ιαπωνική πρωτεύουσα με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η 88χρονη τότε Ishii, είπε ότι είχε λάβει εντολή να προχωρήσει μαζί με συναδέλφους της στην ταφή ενός μεγάλου αριθμού σορών -οστών και μελών σωμάτων- εξηγώντας πως ήταν ό,τι είχε απομείνει από τους ανθρώπους οι οποίοι είχαν χρησιμοποιηθεί ως πειραματόζωα στο πρόγραμμα βιολογικού πολέμου της Ιαπωνίας. Η ταφή έγινε με την παράδοση της Ιαπωνίας τον Αύγουστο του 1945.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, παρόμοια πειράματα είχαν γίνει και σε άλλες ασιατικές χώρες. Το 2006, ο γιατρός Akira Makino ομολόγησε ότι είχε δώσει εντολή για διεξαγωγή πειραμάτων σε κατάδικους στο νησί Μιντανάο των Φιλιππίνων.

Η Μονάδα 731 δημιουργήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1930, στην πόλη Χαρμπίν της βορειοδυτικής Κίνας για τη διεξαγωγή φονικών πειραμάτων σε περισσότερους από 3.000 αιχμαλώτους πολέμου κατά κύριο λόγο Κινέζους, Κορεάτες και Μογγόλους.

Τα θύματα του ανείπωτου αυτού εγκλήματος, άνδρες και γυναίκες τους οποίους οι γιατροί - βασανιστές αποκαλούσαν «κούτσουρα» υποβάλλονταν «σε ζωοτομία χωρίς αναισθησία» αφού προηγουμένως είχαν σκοπίμως μολυνθεί από ασθένειες όπως ο τύφος και η χολέρα. Οι ακρωτηριασμοί άκρων και η αφαίρεση οργάνων ήταν στην ημερησία διάταξη.

Στην επιστημονική φρίκη της Μονάδας 731

Η πανίσχυρη «Κεμπετάι» διατηρούσε τον έλεγχο των εγκαταστάσεων και των κρατουμένων.  Ο αριθμός των θυμάτων του σχεδίου που εκπονήθηκε με διαταγή του ίδιου του αυτοκράτορα παραμένει απροσδιόριστος.

Η ιδέα πάντως ήταν του παρασημοφορημένου στρατιωτικού γιατρού Σίρο Ίσι. 

Τα εγκλήματα αποσιωπήθηκαν εξαιτίας της συμφωνίας αμνηστίας των ενόχων. Όμως, υπήρξαν αναφορές για πειράματα ακόμη και σε βρέφη τριών μηνών.  Ο Σίρο Ίσι είχε εντυπωσιαστεί από τη χρήση χημικών όπλων στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μπορεί η Συνθήκη της Γενεύης να τα είχε απαγορεύσει, αλλά το Τόκιο ήταν μακριά. 

Οι δραστηριότητες της Μονάδας 731 εγκαινιάστηκαν με τη μόλυνση ποταμών και λιμνών που βρίσκονταν στο αντίπαλο έδαφος. Στελέχη πανώλης, χολέρας, άνθρακα -ακόμη και σε ψύλλους- έφεραν επιδημίες και εκατοντάδες χιλιάδες νεκρών. Αιχμάλωτοι μολύνθηκαν απευθείας με διάφορες γνωστές ή άγνωστες (τότε) αρρώστιες. Στο χειρουργικό τραπέζι, ζωντανοί -ακόμη- άνθρωποι ανοίγονταν για να μελετηθούν οι συνέπειες και οι αλλοιώσεις. Αφαιρούσαν  όργανα ή τα ένωναν μεταξύ τους και κατέγραφαν τις τελευταίες στιγμές των αιχμαλώτων. 

Άτομα κάθε ηλικίας εκτέθηκαν σε ακραίες θερμοκρασίες. Μπήκαν σε θαλάμους πίεσης ή απουσίας οξυγόνου. Θάφτηκαν ζωντανοί. Ακρωτηριάστηκαν και τεμαχίστηκαν μέλη τους και συγκολλήθηκαν ξανά, αφού προηγουμένως είχαν μπει στην κατάψυξη. Αφαιρέθηκαν νεφροί, μέρη των πνευμόνων, έντερα, για να διαπιστωθεί πόσο μπορεί να ζήσει κανείς χωρίς αυτά -ή, από αιμορραγία. 

Στα χρόνια της λειτουργίας του, οι μόνοι που βγήκαν ζωντανοί από εκεί ήταν άντρες και γυναίκες που είχαν προσβληθεί από αφροδίσια και άλλα μεταδιδόμενα νοσήματα. Έτσι κι αλλιώς θα πέθαιναν αργότερα, έχοντας προλάβει να μολύνουν και άλλους.

Η «συμφωνία κυρίων»

Μετά το διπλό πυρηνικό χτύπημα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι η Ιαπωνία σύρθηκε σε άνευ όρων συνθηκολόγηση. Από τις απαιτήσεις των Συμμάχων δεν ξέφυγε ούτε ο αυτοκράτορας. Το οικοδόμημα καταρρέει, όπως και οι εγκαταστάσεις της Μονάδας που καταστρέφονται, εξαφανίζοντας κάθε ενοχοποιητικό στοιχείο. Ουδείς λογοδότησε ή, τιμωρήθηκε. Σε επιστολή του προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ ο στρατηγός Μακ Άρθουρ γράφει: «Πρόσθετα δεδομένα, ίσως κάποιες πληροφορίες από τον Ίσι, πιθανώς μπορούν να αποκτηθούν πληροφορώντας τους εμπλεκόμενους Ιάπωνες ότι τα στοιχεία θα διαφυλαχθούν από μυστικές υπηρεσίες και δεν θα χρησιμοποιηθούν ως αποδείξεις εγκλημάτων πολέμου». Όπως σωστά, υπενθυμίζει ο Guardian, με το τέλος του πολέμου οι Αμερικανοί τους απάλλαξαν από κάθε δίωξη με αντάλλαγμα την πρόσβαση στην έρευνα τους. Οι περισσότεροι απόλαυσαν λαμπρή σταδιοδρομία στην ιατρική, στις επιχειρήσεις και ως ακαδημαϊκοί.