Σπανίως ο πόλεμος ήταν η πρώτη επιλογή για τις χώρες που ήθελαν να διατηρήσουν ή να ενισχύσουν τις στρατηγικές τους θέσεις. Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Βόρειος Κορέα θα ήθελαν να αποφύγουν μια σύγκρουση στην κορεατική χερσόννησο, που θα περιέπλεκε περισσότερο τα πράγματα και θα ήταν κοστοβόρα για όλες τις πλευρές. Κανείς δεν θέλει τον πόλεμο, και κάθε πλευρά θα προτιμούσε να λύσει την κρίση που έχει δημιουργηθεί με εναλλακτικούς τρόπους. Όμως οι διαφορετικές στρατηγικές φιλοδοξίες όπως και οι επιθυμητές εκβάσεις αφήνουν ελάχιστο περιθώριο για συμβιβασμούς. 

Όσο η Βόρειος Κορέα πλησιάζει τον στόχο της να κατασκευάσει διηπειρωτικούς πυραύλους, κάτι που ονομάζει εγγύηση ασφαλείας, οι ΗΠΑ δέχονται ολοένα και περισσότερες πιέσεις για να αναλάβουν δράση. Αλλά όσο η Ουάσιγκτον προσπαθεί να πείσει την Βόρειο Κορέα να τερματίσει το πρόγραμμά της για "έξυπνα" όπλα, η Πιονγιανγκ αισθάνεται αναγκασμένη να επιταχύνει την ανάπτυξη των πυρηνικών της πυραύλων. Κάθε πλευρά, όμως, δρα βάσει των συμφερόντων της - που τελικώς τους ωθούν σε φυσική αναμέτρηση. 

To λογικό συμπέρασμα

Τα γεωπολιτικά προβλήματα μας μαθαίνουν πως να σκεφτόμαστε λογικά, λαμβάνοντας υπόψη τους συντελεστές σε διεθνές επίπεδο. Το συμπέρασμα δεν οδηγεί στην υπόθεση ότι οι ηγέτες καθοδηγούνται με βάση το θυμικό τους, την παραπληροφόρηση ή τους λάθους υπολογισμούς. Παρόλα αυτά αναγνωρίζει πως υπάρχουν δυνάμεις που δρουν βαθύτερα από την επιφάνεια όπου βλέπουμε τις αλληλεπιδράσεις των ανθρώπων και των καταστάσεων που διαμορφώνουν τα εθνικά χαρακτηριστικά και τις στρατηγικές των συστημάτων και των κρατών στο πέρασμα της ιστορίας. Κανένας ηγέτης δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από αυτούς τους παράγοντες. Παρόλο που ακόμη κρατούν τα σκήπτρα στις πολιτικές αποφάσεις, αυτό το κάνουν εντός των ορίων που που καθορίζει ένα ευρύ φάσμα παραγόντων του περιβάλλοντός τους. Η ιστορία, η οικονομία και η γεωγραφία είναι κάποιοι από αυτούς τους παράγοντες. 

Το κλειδί, λοιπόν, είναι να κατανοήσουμε τι οδηγεί ένα κράτος σε λογικές αποφάσεις τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κυβέρνησης. Εξάλλου ένα άτομο μόνο του δεν κυβερνά έναν τόπο, αφού δεν θα μπορούσε να ασκήσει εξουσία σε έναν ολόκληρο πληθυσμό χωρίς την βοήθεια μεσαζόντων. Κάθε επίπεδο διακυβέρνησης βάζει μια ακόμη στρώση παραγόντων που επηρεάζουν την άσκηση εξουσίας. Διαφωνίες προκύπτουν τόσο εντός μιας κυβέρνησης, όσο και ανάμεσα στην κυβέρνηση και στον λαό τον οποίο κυβερνά. Όμως, οι δυνάμεις που επηρεάζουν τις αποφάσεις των ηγετών είναι πολύ ισχυρότερες από τις σκέψεις των ατόμων. Οι αναλυτές αντιλαμβάνονται και εξηγούν αυτούς τους παράγοντες, ενώ οι πολιτικοί λαμβάνοντας υπόψη την ανάλυση αυτή πράττουν προς το συμφέρον. 

Ακόμη και έτσι, όμως, πολλές φορές στις διεθνείς σχέσεις δεν βλέπουμε αυτή τη λογική. Σε αρκετές περιπτώσεις οι ηγέτες δεν ακολουθούν το επιθυμητό μονοπάτι με τον αναμενόμενο τρόπο και δρουν παράλογα. Αν κάποιος καταλήξει σε λάθος συμπεράσματα για έναν εχθρό (ή ακόμη και σύμμαχο), το αποτέλεσμα μπορεί να απέχει πολύ από το επιθυμητό. 

Από την άλλη πλευρά, ακόμη και η καλή κατανόηση του αντιπάλου δεν συνεπάγεται το επιθυμητό αποτέλεσμα. Διαφορές που δεν μπορούν να τεθούν σε συμβιβασμό, όπως τα εκατέρωθεν συμφέροντα και η αντίληψη του ρίσκου, μπορούν να ωθήσουν προς ένα ναυάγιο. Η πιο σωστή λύση είναι η διαρκής αναπροσαρμογή της στάσης κάποιου απέναντι σε αυτά τα εμπόδια ακόμη και αν αποδειχθούν απροσπέλαστα. Κάποιες φορές, βέβαια, οι διαφορές είναι τόσο βαθιές που οδηγούν τα κράτη σε συγκρούσεις, όταν αυτά επιδιώκουν στόχους που προκαλούν στον αντίπαλο φόβο και ανασφάλεια. Στο παράδειγμα της Βορείου Κορέας και των ΗΠΑ, το επιταχυνόμενο πυρηνικό πρόγραμμα της πρώτης σε βαθμό που να απειλεί εδαφικά τις δεύτερες, είναι μια τέτοια περίπτωση. 

Μια αμοιβαία παρανόηση

Για δεκαετίες οι σχέσεις μεταξύ των δυο αυτών κρατών βασίζονται σε παρανοήσεις, άστοχα συμπεράσματα και στόχους που δεν επετεύχθησαν. Η Ουάσιγκτον περίμενε - ή τουλάχιστον ήλπιζε - πως η Βόρειος Κορέα θα καταρρεύσει μόνη της υπό το βάρος των οικονομικών και κοινωνικών πιέσεων. Το λάθος συμπέρασμα έβλεπε την χώρα σαν το ασιατικό αντίγραφο του ανατολικού μπλοκ, που περίμενε πότε θα καταρρεύσει η Σοβιετική Ένωση ώστε να ξεφύγει από αυτή την δομή εξουσίας. Όμως η Βόρειος Κορέα δεν κατέρρευσε. Αντιθέτως, δε, όταν βρισκόταν σε αστάθεια οι γειτονικές της χώρες (ακόμη και οι ΗΠΑ) την βοήθησαν να σταθεί στα πόδια της, καθώς ο φόβος των συνεπειών της διάλυσής της ήταν μεγαλύτερος από από εκείνον για όσες ενείχε η επιβίωσή της. Ταυτόχρονα η Β. Κορέα θεωρούσε τον εαυτό της στόχο των ΗΠΑ - μια αντίληψη που έμεινε ζωντανή από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. 

Οι δυο τους είχαν πολλές ευκαιρίες στην ιστορία να βρουν μια κοινή λύση. Οι αλλαγές στις προτεραιότητες, οι απειλές, οι ψευδείς δεσμεύσεις και οι εξωτερικοί παράγοντες, όμως, εμπόδισαν μια τέτοια λύση. Όμως όσο η Β. Κορέα πλησιάζει τον στόχο της για τα πυρηνικά όπλα, οι ΗΠΑ θα πρέπει να αποφασίσουν είτε να τη δεχθούν ως μια πυρηνική δύναμη και να ζήσουν με αυτό ή να αναλάβουν δράση για να την αφοπλίσουν. Και τα δυο ενδεχόμενα έχουν κόστος και ρίσκο.