Ο ρατσιστής δολοφόνος και ηγετικό στέλεχος της Κου Κλουξ, Έντγκαρ Ρέι Κίλεν Κλαν, πέθανε σε ηλικία 92 ετών στην φυλακή, ενώ εξέτιε ποινή κάθειρξης 60 ετών, για τρεις ρατσιστικές δολοφονίες, οι οποίες ενέπνευσαν την ταινία «Ο Μισισιπής Καίγεται» (Mississippi Burning, 1988) του σκηνοθέτη Άλαν Πάρκερ.

Τον Ιούνιο του 1964, κατά τη διάρκεια του «καλοκαιριού της ελευθερίας», οι δολοφονίες του Άντριου Γκούντμαν, 20 ετών, του Μάικλ Σουέρνερ, 24 ετών, και του Τζέιμς Τσέινι, 21 ετών, είχαν συγκλονίσει την Αμερική.

Οκτώ πρόσωπα καταδικάστηκαν το 1967 σε ποινές φυλάκισης και κάθειρξης, που δεν ξεπερνούσαν τα έξι χρόνια, για τις «παραβιάσεις των πολιτικών δικαιωμάτων» των τριών νεαρών που είχαν εξαφανιστεί, δύο νεοϋορκέζων εβραίων κι ενός μαύρου, που είχαν πάει στον αμερικανικό νότο, όπου ο φυλετικός διαχωρισμός ακόμη παρέμενε κυρίαρχος, για να βοηθήσουν τους Αφροαμερικανούς να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους.

Η πρώτη και μοναδική καταδίκη για φόνο δεν επρόκειτο να επιβληθεί παρά το 2005: ο Έντγκαρ Ρέι Κίλεν ζούσε για δεκαετίες χωρίς να ανησυχεί για τίποτα. Του ασκήθηκε δίωξη στις αρχές της δεκαετίας του 2000, στη βάση νέων αποδεικτικών στοιχείων που έφθασαν στη δικαιοσύνη.

Μετά τη σύλληψή τους την 21η Ιουνίου 1964 δι' ασήμαντη αφορμή από την τοπική αστυνομία, στην οποία είχε παρεισφρήσει η KKK, οι Γκούντμαν, Σουέρνερ και Τσέινι αφέθηκαν ελεύθεροι μέσα στη νύχτα για να πέσουν στην ενέδρα που τους είχαν στήσει τα μέλη της Κλαν.

Αφού λιντσαρίστηκαν βάρβαρα, εκτελέστηκαν εντέλει με σφαίρες. Τα πτώματά τους βρέθηκαν 44 ημέρες αργότερα, μέσα σε ένα αγρόκτημα, μετά την έρευνα του FBI.

Ο φάκελος της υπόθεσης έκλεισε ξανά τον Ιούνιο του 2016, μετά τον επίσημο τερματισμό της έρευνας για τις εμβληματικές αυτές δολοφονίες.