Ο κολομβιανός Πάμπλο Εσκομπάρ, υπήρξε ο μεγαλύτερος βαρώνος ναρκωτικών όλων των εποχών. Στο απόγειο της εγκληματικής δράσης του, το καρτέλ του διακινούσε το 80% της κοκαΐνης που εισερχόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποφέροντάς του έσοδα 22 δισεκατομμυρίων δολαρίων το χρόνο. Ο «βασιλιάς της κοκαΐνης» υπήρξε ο πλουσιότερος εγκληματίας στην ιστορία, ενώ ήταν διαβόητος στις ΗΠΑ και εν γένεια στη Δύση για τις δολοφονίες, τις απαγωγές και τα βασανιστήρια στα θύματά του.

Όμως ο Εσκομπάρ ήταν παράλληλα αγαπητός, τόσο στο Μεδεγίν, τον τόπο καταγωγής του, όσο και σε ολόκληρο το λαό της Κολομβίας. Ήταν ο διασημότερος κολομβιανός πολίτης, θεωρείτο χαρισματικός «επιχειρηματίας» και διατηρούσε ένα προφίλ στα πρότυπα του Ρομπέν των Δασών, που θα του εξασφάλιζε μάλιστα ισχυρότατη θέση εξουσίας στη χώρα του. Ακόμα και σήμερα, 25 χρόνια μετά το θάνατό του, η κληρονομιά της δράσης του αποφέρει κέρδη τόσο στην οικογένειά του όσο και σε μια τεράστια βιομηχανία που έχει στηθεί στα πλαίσια της ναρκοκουλτούρας που έχτισε η αγάπη του κοινού προς το πρόσωπό του. Ποια είναι λοιπόν η ιστορία του περιβόητου βαρώνου των ναρκωτικών και σε τι στηρίζεται η λατρεία του κόσμου;  

Τα πρώτα βήματα του Εσκομπάρ

Ο Πάμπλο Εσκομπάρ γεννήθηκε το 1949 στο Ρινονέγκρο της Κολομβίας. Μεγαλώνοντας στην περιοχή του Μεδεγίν, ξεκίνησε την «καριέρα» του κατά τη διάρκεια της εφηβείας του, κλέβοντας τάφους και πουλώντας τα κλοπιμαία στη μαύρη αγορά. Αφού έκανε ένα σύντομο πέρασμα από το Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεδεγίν (το οποίο και παράτησε πριν την απόκτηση του πτυχίου του), ο Εσκομπάρ ενεπλάκη σε εγκληματικές δραστηριότητες με τον Oscar Benel Aguirre. Οι δυο τους πωλούσαν λαθραία τσιγάρα και ψεύτικα λαχεία, ενώ έκλεβαν ταυτόχρονα αυτοκίνητα.

Η απαρχή μιας μεγάλης αυτοκρατορίας

Στις αρχές του 1970, ενώ ο Εσκομπάρ δρούσε σαν κλέφτης και μπράβος, ξεκίνησε να δουλεύει για λογαριασμό του Alvaro Prieto. Ο Prieto ήταν ένας μεγαλολαθρέμπορος στην περιοχή του Μεδεγίν και μύησε τον Εσκομπάρ στα μεγάλα κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών. Μέσα σε λίγα χρόνια ο Εσκομπάρ θα χτίσει την αυτοκρατορία του. Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της δωροδοκίας, από ανθρώπους της γειτονιάς, μέχρι αστυνομικούς και τραπεζίτες, θα έφτανε να γίνει υπεύθυνος για τη διακίνηση σχεδόν του 80% της κοκαΐνης στις ΗΠΑ. Σύμφωνα δε με τον αδερφό και συνεργάτη του, Ρομπέρτο Εσκομπάρ, ο διάσημος εγκληματίας χρησιμοποιούσε ακόμα και αεροπλάνα και δύο υποβρύχια για τη διακίνησή των ναρκωτικών του. Παιδική φιλοδοξία του ήταν στα 22 του χρόνια να έχει βγάλει το πρώτο του εκατομμύριο. Στα 26 του, θα κατέθετε στην τράπεζα τα πρώτα του 100.

Ο Εσκομπάρ στη σφαίρα της πολιτικής

Όταν ο Εσκομπάρ άρχισε να εδραιώνεται ως δημόσιο πρόσωπο στις αρχές της δεκαετίας του 1980, βρήκε άλλους ανθρώπους πρόθυμους να διηγηθούν την ιστορία του χωρίς επικρίσεις. Τον Απρίλιο του 1983, το εβδομαδιαίο περιοδικό Semana δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Un Robin Hood Paisa» ( «Ο Ρομπέν των Δασών της Paisa»: Η Paisa είναι ο τοπικός όρος για τον λαό της επαρχίας Antioquia, ο οποίος περιέχει το Μεδεγίν). Ο Semana περιέγραψε τον Escobar ως έναν πολιτικά φιλόδοξο 33χρονο επιχειρηματία, που κατείχε ένα τεράστιο ιδιωτικό ράντσο και ένα στόλο ελικοπτέρων και αεροπλάνων. Το περιοδικό απέφυγε τις επερωτήσεις σχετικά με την προέλευση της περιουσίας του Escobar, αναφέροντας μόνο ότι ήταν «αντικείμενο ευρείας κερδοσκοπίας».

Ο Εσκομπάρ είχε πρόσφατα διοργανώσει μια εκστρατεία για την εκλογή του στο Κογκρέσο, δίνοντας έμφαση στις φτωχότερες γειτονιές του Μεδεγίν. Είχε αρχικά προσπαθήσει να ενταχθεί σε μία τάση στο δημοφιλές Φιλελεύθερο Κόμμα της Κολομβίας, υπό την ηγεσία του επίσης δημοφιλούς νεαρού πολιτικού Λουίς Κάρλος Γκαλάν. Η προσπάθεια θα λάμβανε τέλος μετά την κατηγορία του από τον Γκαλάν που τον ονομάτισε ως «μαφιόζο». Ο Εσκομπάρ, εντάχθηκε σε διαφορετική τάση του Κόμματος, με τη βοήθεια ενός ισχυρού και διεφθαρμένου γερουσιαστή, του Αλμπέρτο Σαντοφίμιο.

Εξελέγη στο Κογκρέσο και άρχισε να εργάζεται για να οικοδομήσει μια πολιτική εκλογική περιφέρεια μέσα και γύρω από το Μεδεγίν. «Ο πολιτικός του προσανατολισμός φαίνεται να μην γνωρίζει κανένα όριο», έγραφε τότε η Semana. «Τα πολιτικά του έργα περιλαμβάνουν ολόκληρες γειτονιές, γήπεδα ποδοσφαίρου, συστήματα φωτισμού, προγράμματα αναδάσωσης, δωρεές για τρακτέρ και μπουλντόζες κλπ. Αυτή τη στιγμή προχωράει σε ένα πρόγραμμα κατασκευής χιλίων σπιτιών σε ένα γιγαντιαίο οικόπεδο που διαθέτει. Το είχε αγοράσει έχοντας την ιδέα να οικοδομήσει μια γειτονιά για να μεταφέρει εκατοντάδες φτωχές οικογένειες από τις φτωχογειτονιές του Μεδεγίν, ενώ έχει ήδη δώσει δουλειές σε ορισμένους από αυτές στην κατασκευαστική του εταιρεία».

Η δίωξη του Εσκομπάρ

Η λαϊκιστική πολιτική του Εσκομπάρ διαμορφωνόταν φυσικά με γνώμονα τη συνέχιση του μοντέλου δωροδοκιών που είχε ακολουθήσει χτίζοντας την αυτοκρατορία του. Οι εκλογικές του φιλοδοξίες όμως δεν θα έφταναν πολύ μακριά. Ο βαρώνος των ναρκωτικών, σύντομα καταγγέλθηκε ως γκάνγκστερ από την Υπουργό Δικαιοσύνης της Κολομβίας, Rodrigo Lara Bonilla. Ο Εσκομπάρ θα τον κατηγορούσε τότε για ψευδείς και ανυπόσταστες κατηγορίες. Όμως τότε, ένας επιφανής δημοσιογράφος της εποχής, ο Guillermo Cano, θα ξέθαβε μια παλιά ιστορία που υποδείκνυε ότι ο Εσκομπάρ είχε συλληφθεί επτά χρόνια πριν, με την κατηγορία της κατοχής τριάντα εννέα κιλών κοκαΐνης. Ο Εσκομπάρ απεβλήθη από το Κογκρέσο και το F.B.I. άρχισε να τον ερευνά. Θα ήταν η αρχή μιας τεράστιας καταδίωξης.

Τον Μάρτιο του 1984, Κολομβιανοί και Αμερικανοί πράκτορες εισέβαλαν στην έδρα του καρτέλ του Εσκομπάρ. Γνωστή ως Tranquilandia, ήταν ένα τεράστιο συγκρότημα που περιλάμβανε τουλάχιστον επτά εργαστήρια, διάφορα αεροσκάφη και κοκαΐνη αξίας μεγαλύτερης από ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Ένα μήνα αργότερα όμως, ο Εσκομπάρ θα έπαιρνε την εκδίκησή του: δύο από τους άντρες του θα ανέτρεπαν το αυτοκίνητο του Rodrigo Lara Bonilla στην Μπογκοτά, σκοτώνοντας τον ακαριαία.

Ο Εσκομπάρ θα περνούσε επτά χρόνια ως φυγάς, αλλά ανησυχούσε πολύ λιγότερο για το κολομβιανό σύστημα δικαιοσύνης και περισσότερο για το σώμα δίωξης ναρκωτικών των Ηνωμένων Πολιτειών. Για να αναγκάσει το κράτος της Κολομβίας να αρνηθεί την έκδοσή του στις ΗΠΑ, ο ίδιος και οι συνεργάτες του θα πρόσφεραν δωροδοκίες σε δικαστές και εισαγγελείς. Οι εκτελεστές του καρτέλ του, οι λεγόμενοι sicarios, σκότωσαν εκατοντάδες ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από διακοσίων πενήντα αστυνομικών στο Μεδεγίν.

Το 1986, οι άνδρες του δολοφόνησαν τον δημοσιογράφο Cano και το 1989 τον παλαιότερο πολιτικό εχθρό του, Λουίς Κάρλος Γκαλάν, σε μια εμφάνισή του στην προεκλογική του περιοδεία. Επίσης, πολλοί αθώοι πολίτες δολοφονήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων εκατό επτά επιβατών και του πληρώματος ενός αεροπλάνου Avianca που ο Escobar διέταξε να ανατιναχθεί το 1989, επειδή πίστευε λανθασμένα ότι επέβαινε σε αυτό ένας πολιτικός του αντίπαλος. Για να αναγκάσει την κυβέρνηση να διαπραγματευτεί, απήγαγε επιφανείς Κολομβιανούς, πολλούς δημοσιογράφους και την κόρη ενός πρώην Προέδρου. Το δόγμα του Εσκομπάρ ήταν το «plata o plomo», που σήμαινε «τα λεφτά μου ή μια σφαίρα». Στις 2 Δεκεμβρίου του 1993, η αστυνομία εντόπισε ένα τηλεφώνημα μεταξύ του Εσκομπάρ και του γιου του, Χουάν Πάμπλο, σε ένα κρησφύγετο στην περιοχή Los Pinos του Μεδεγίν. Ειδικές δυνάμεις αμέσως εισέβαλαν στο χώρο. Ο Εσκομπάρ θα έπεφτε νεκρός από τρεις σφαίρες, ενώ κρεμόταν από τη σκεπή του προσπαθώντας να διαφύγει. 

Η «παρακαταθήκη» του Εσκομπάρ

Στις μέρες μας, η κληρονομιά του Εσκομπάρ συνεχίζει να αποφέρει χρήματα και δόξα στην οικογένειά του. Ο αδερφός του, Ρομπέρτο Εσκομπάρ, έχοντας εκτίσει ποινή 14 ετών στη φυλακή, βιοπορίζεται σήμερα κάνοντας ναρκο-ξεναγήσεις σε ένα από τα πρώην κρησφύγετα της οικογένειας. Το 2014, ο Ρομπέρτο ίδρυσε μια εταιρεία, την Escobar Inc., για να κατοχυρώσει την άδεια για τη χρήση του ονόματος της οικογένειας. Είναι όμως ένας ασήμαντος παράγοντας σε μια όλο και αναπτυσσόμενη βιομηχανία. Ένας αυξανόμενος αριθμός ατόμων που γνώριζαν τον Εσκομπάρ - υπάλληλοί του, συγγενείς και εχθροί- προσπαθούν να πουλήσουν με κάθε τρόπο εκδοχές της επικής ζωής και του θανάτου του, ενθαρρύνοντας μια βιομηχανία από βιβλία, τηλεοπτικές εκπομπές και ντοκιμαντέρ. Μαζί με τις ναρκο-ξεναγήσεις που γίνονται στο Μεδεγίν μπορεί κανείς να βρει σουβενίρ όπως μπρελόκ, κούπες και τασάκια με τη φιγούρα του μεγάλου βαρώνου.

Αντίστοιχο φαίνεται πως είναι και το ενδιαφέρον από το Hollywood, με παραγωγές ταινιών όπως οι «Escobar: Paradise Lost» με το Benicio Del Toro, «The Infiltrator» με το Bryan Cranston ως διπλό πράκτορα και το πιο πρόσφατο «Loving Pablo» με τους Penélope Cruz και Javier Bardem. Η απεικόνιση που είναι πιο υπεύθυνη για την έκρηξη αυτή δεν είναι άλλη από τη σειρά του Netflix, «Narcos», στην οποία ο βραζιλιάνος ηθοποιός, Wagner Moura, παίζει τον Εσκομπάρ, τόσο ως έναν ψυχοπαθή εγκληματία, όσο και ως έναν οικογενειάρχη. Το Netflix δεν αποκαλύπτει τους πραγματικούς αριθμούς τηλεθεατών της σειράς, αλλά το κοινό για την εκπομπή, που θα προβληθεί για τέταρτη σεζόν της φέτος, εκτιμάται στα τρία εκατομμύρια. Το 2016 μάλιστα, η Escobar Inc. απέστειλε επιστολή στο Netflix, απαιτώντας αποζημιώσεις για την οικειοποίηση της οικογενειακής της ιστορίας.

Η μάχη ενάντια στη ναρκοκουλτούρα

Από τότε που ο Federico Gutiérrez έγινε δήμαρχος του Μεδεγίν, το 2016, διεξάγει μια εκστρατεία για να απορρίψει αυτό που ο ίδιος ονομάζει «το παρελθόν - την κληρονομιά των ναρκωτικών και της βίας». Στο απόγειο της δραστηριότητας του Εσκομπάρ, το Μεδεγίν ήταν η «πρωτεύουσα των δολοφονιών» όλου του κόσμου, με περισσότερες από έξι χιλιάδες ανθρωποκτονίες το 1991. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, έχει μεταμορφωθεί, με σημαντικές επενδύσεις στις δημόσιες συγκοινωνίες, συμπεριλαμβανομένου ενός τελεφερίκ που συνδέει τις φτωχογειτονιές με το κέντρο της πόλης που έχει ανανεωθεί με έναν βοτανικό κήπο, έναν χώρο συναυλιών και ένα διαδραστικό μουσείο επιστημών για τα παιδιά. Πολλές από τις φτωχογειτονιές της πόλης εξακολουθούν να ελέγχονται από συμμορίες, αλλά η ασφάλεια έχει σίγουρα βελτιωθεί. πέρυσι, υπήρξαν πενήντα εβδομήντα επτά δολοφονίες.

Ο Gutiérrez ανέφερε στο New Yorker ότι αυτός και η ομάδα του αγωνίστηκαν για να διεκδικήσουν πίσω την ιστορία του Μεδεγίν. «Εάν δεν πείτε μόνοι σας την ιστορία σας, θα βρεθούν άλλοι να την πουν για σας». Σύντομα θα εγκαινιάσει μια νέα έκθεση στο Μουσείο Μνήμης της πόλης, για να δείξει την πλευρά των θυμάτων της ιστορίας. «Δεν πρόκειται να αποκρύψουμε την αληθινή ιστορία και δεν θέλουμε όσοι έκαναν τόσο κακό να είναι σε θέση να αναδεικνύονται ως ήρωες. Οι πραγματικοί ήρωες είναι τα θύματά τους. Θέλουμε να είμαστε ένα σύμβολο του τι συνέβη- μια πόλη που κατέρρευσε, αλλά ξαναπάτησε στα πόδια της».

Οι Κολομβιανοί έχουν περάσει δεκαετίες προσπαθώντας να συμφιλιωθούν με τα έργα και της ημέρες του Εσκομπάρ. Το 1993, ο συγγραφέας Gabriel García Márquez ασχολήθηκε με την ιστορία στο βιβλίο του «Η είδηση μια απαγωγής» (εκδ. Λιβάνης, 1996). Το βιβλίο παρουσίαζε ιστορίες των Κολομβιανών που ο Εσκομπάρ είχε απαγάγει, καθώς προσπαθούσε να αναγκάσει την κυβέρνηση να απορρίψει την έκδοσή του. Ο García Márquez χαρακτήρισε τότε τον Εσκομπάρ ως τερατώδη: «Στο απόγειο της λαμπρότητάς του, οι πολίτες έχτιζαν βωμούς με την εικόνα του και άναβαν κεριά σε αυτόν στις φτωχογειτονιές του Μεδεγίν. Θεωρούσαν ότι μπορούσε να κάνει θαύματα. Κανένας Κολομβιανός στην ιστορία δεν διέθετε ή άσκησε ένα ταλέντο όπως το δικό του για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Και κανείς δεν είχε μεγαλύτερη δύναμη στη διαφθορά. Η πιο ανησυχητική και επικίνδυνη πτυχή της προσωπικότητάς του ήταν η πλήρης αδυναμία του να διακρίνει ανάμεσα στο καλό και το κακό».

Η επιρροή του Εσκομπάρ

Ο Εσκομπάρ αντιπροσώπευε μια μορφή οικονομικής κινητικότητας: «Όταν δεν υπάρχουν κανονικά μονοπάτια για να βγεις από εκεί που είσαι, ο ληστής είναι αυτός που το κάνει - αυτός που μπορεί να πηδήξει μπροστά» αναφέρει ο αδερφός του στο New Yorker. Η άνοδος του καρτέλ του Μεδεγίν συνέπεσε με την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ευρώπη, η οποία με τη σειρά της βοήθησε να τερματιστεί το μεγαλύτερο μέρος της σοσιαλιστικής επανάστασης στη λατινική Αμερική. Μετά τον Εσκομπάρ, η ιδέα της εξέγερσης με βάση την ιδεολογία αντικαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από την εγκληματική επιδίωξη του κέρδους και της εξουσίας. Σε μέρη κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού των ναρκωτικών - συμπεριλαμβανομένου του Μεξικού και της Κεντρικής Αμερικής - τα απομεινάρια της επιχείρησής του έχουν εξελιχθεί σε αντάρτικες συμμορίες και τα κράτη έχουν υποκύψει στη διαφθορά και τις εσωτερικές συγκρούσεις.

Το καρτέλ του Εσκομπάρ πέθανε μαζί του, αλλά παρά τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών, έχει κοστίσει χιλιάδες ζωές και περισσότερα από εννέα δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η διεθνής κατανάλωση έχει εξαπλωθεί σε μεγάλο βαθμό και η οικονομία των ναρκωτικών παραμένει ισχυρή. Το περασμένο έτος, τα Ηνωμένα Έθνη ανέφεραν ότι η Κολομβία ήταν ο μεγαλύτερος παραγωγός κοκαΐνης στον κόσμο.