Κάποιες αναλύσεις «θέλουν» την υποτροπή της τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, την Συρία και, εν μέρει, στο Ιράκ, να συνδέεται και με τις επερχόμενες εκλογές, στις 3 Νοεμβρίου του 2019, οι οποίες θα είναι ταυτόχρονα προεδρικές και βουλευτικές.

Το, έτσι κι αλλιώς «ανήσυχο», πολιτικό σύστημα στην Τουρκία πέρασε διάφορες αναταράξεις τα τελευταία χρόνια, με σημαντικότερες από αυτές να είναι προφανώς η απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούλιο του 2016, το πογκρόμ που εξαπέλυσε ο Ερντογάν εναντίον κάθε αντιπολιτευόμενης φωνής με αφορμή αυτήν την απόπειρα, αλλά και το δημοψήφισμα του Απριλίου του 2017 για τις συνταγματικές αλλαγές προς ενίσχυση των προεδρικών εξουσιών, στο οποίο ο Τούρκος πρόεδρος κατήγαγε πύρρεια νίκη, με ελάχιστα πάνω από το 50% να ψηφίζουν το πολυπόθητο, για την ‘Αγκυρα, «ναι».

Πλέον, όπως εκτιμά η «Le Monde diplomatique», ο Ερντογάν προσπαθεί να «διορθώσει» την πορεία του προς τις εκλογές πατώντας όμως σε περισσότερες «βάρκες» από όσες ίσως αντέχει να ισορροπήσει και αναλαμβάνοντας έμμεσες δεσμεύσεις έναντι πολιτικών δυνάμεων που δεν είναι βέβαιο πως θα βοηθήσουν την εξωτερική πολιτική του στην περίπτωση επανεκλογής.

Ο Τούρκος πρόεδρος έχει συνάψει συμμαχία με το ακροδεξιό MHP (Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος) μπροστά στις επερχόμενες εκλογές. Μπορεί ακόμα να υπολογίζει στους υποστηρικτές του από το κόμμα του, το AKP, αλλά άλλοι ψηφοφόροι, εκτός άμεσης κομματικής επιρροής, του «ξεγλιστρούν».

Όταν η τουρκική Εθνοσυνέλευση τροποποίησε τον εκλογικό νόμο στις 13 Μαρτίου, ξέσπασε σκάνδαλο στο κοινοβούλιο ανάμεσα σε υπερεθνικιστές που συμμάχησαν με το κυβερνών κόμμα AKP του Ερντογάν και σε μέλη του Δημοκρατικού Λαϊκού Κόμματος της αντιπολίτευσης. Με την καταστολή που ακολούθησε το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016 ο νέος νόμος δείχνει την αποφασιστικότητα του Ερντογάν να επεκτείνει τη δύναμή του και να εξασφαλίσει ότι θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές.

Οι εκλογές αυτές αντανακλούν την πρώτη από τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που προέκυψαν μετά το δημοψήφισμα του Απριλίου του 2017, με τις οποίες, το  κοινοβουλευτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από ένα προεδρικό. Ο Ερντογάν έχει προφανώς πάρει το μάθημά του από το «Βατερλό», ουσιαστικά, εκείνου του δημοψηφίσματος, αφού, δεν ήταν μόνο το ισχνό 51,3% που έλαβε η πρότασή του, μακράν χαμηλότερο της λαϊκής επικύρωσης στην οποία είχε ελπίσει, αλλά και το «χαστούκι» του «όχι» που «έφαγε» από τις μεγαλύτερες πόλεις, την Κωνσταντινούπολη, την Άγκυρα και την Σμύρνη. Σκοπεύει τώρα να επανεκλεγεί με πολύ μεγαλύτερο ποσοστό ψήφο, ώστε να μπορεί να διεκδικήσει τη νομιμοποίηση των «φαραωνικών» εορτασμών της εκατονταετηρίδας της τουρκικής δημοκρατίας το 2023. Για να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο της εκλογικής διαδικασίας, στοχεύει στην ενίσχυση της νέας και άνευ προηγουμένου συμμαχίας μεταξύ του κόμματός του, του ισλαμικού, συντηρητικού ΑΚΡ και του υπερεθνικιστικού ακροδεξιού ΜΗΡ, το οποίο είναι αντι-Κουρδικό και αντιευρωπαϊκό, ενώ υποστήριξε την συνταγματική μεταρρύθμιση στο δημοψήφισμα.

Βάσει του νέου εκλογικού νόμου, θα γίνουν αποδεκτές και ψήφοι, χωρίς επίσημη σφραγίδα. Με το προηγούμενο εκλογικό σύστημα αυτές οι ψήφοι αποκλείονταν για την αποφυγή νοθείας, αν και στο δημοψήφισμα του 2017, το Ανώτατο Εκλογικό Συμβούλιο δέχθηκε σχεδόν 1,5 εκατομμύρια από αυτές, θέτοντας την αντιπολίτευση σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, αφού εκτιμάται ότι ακριβός αυτός ο αριθμός αντιστοιχεί στο νικηφόρο περιθώριο του Ερντογάν. To CHP (Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα) και οι οκτώ σύμμαχοί του, θεωρούν την τροπολογία αυτή ως μια «ανοιχτή πόρτα για νοθεία και σοβαρή απειλή εναντίον των ελεύθερων και δίκαιων εκλογών».

Περνώντας προς την άκρα Δεξιά

Με κάποιους από τους ψηφοφόρους του να τον εγκαταλείπουν, ο Ερντογάν χρειάζεται νέους υποστηρικτές. Μπορεί ακόμα να ελέγχει την βάση του ΑΚΡ, αλλά οι συμπαθούντες του κινήματος Hizmet (υπηρεσία) του Φετούλαχ Γκιουλέν έχουν αποσύρει την υποστήριξή τους εξαιτίας της άγριας καταστολής, καθώς και των σκανδάλων γύρω από τον πρόεδρο. Η στήριξη στο Ερντογάν εμφανίζεται μειωμένη και μεταξύ των συντηρητικών Κούρδων που ψήφισαν το AKP.

Έτσι, στις 22 Φεβρουαρίου, ελπίζοντας σε νέες «δεξαμενές» ψήφων μεταξύ των υπερεθνικιστών, προχώρησε σε συμφωνία  με τον Ντεβλέτ Μπαχτσελί του MHP. Μετά από εβδομάδες διαπραγματεύσεων, τα δύο μέρη συμφώνησαν να προχωρήσουν μαζί προς τις εκλογές του 2019, σε μια συμμαχία που στο παρελθόν θα ήταν απαγορευτική.

Ο Ερντογάν επαίνεσε το MHP για την «πατριωτική του θέση» στο αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 και εξέφρασε την «αρχή» της συμφωνίας, πως «όταν διακυβεύεται η χώρα, όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς λεπτομέρειες». Σε αντάλλαγμα, ο Μπαχτσελί δεσμεύτηκε ότι θα υποστηρίξει την προεκλογική καμπάνια του Ερντογάν, θέτοντας τον κομματικό μηχανισμό του MHP στις υπηρεσίες του. Αυτό μπορεί να σημαίνει, ότι οι μακροχρόνιοι στενοί δεσμοί του Μπαχτσελί με τους ακροδεξιούς παραστρατιωτικούς «Γκρίζους Λύκους» θα «ξεχαστούν», μαζί με το γεγονός ότι ήταν κάποτε ένας από τους πιο μαχητικούς αντιπάλους του ΑΚΡ, εναντίον του οποίου απευθυνόταν ακόμη και με προσβολές.

Οι αλλαγές στον εκλογικό νόμο που επέτρεψαν την συμμαχία ΑΚΡ και του ΜΗΡ μπορεί να σημαίνει την πολιτική επιβίωση του MHP, καθώς, ένα συμβαλλόμενο μέρος σε μια συμμαχία δεν χρειάζεται να φτάσει στο απαιτούμενο όριο του 10% για να εκλέξει βουλευτές.

Παρεμπιπτόντως, σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις, το MHP είναι απίθανο να περάσι αυτό το ποσοστιαίο «κατώφλι» το 2019.

Αυτό, ευλόγως, εξόργισε την αντιπολίτευση. Ο Meral Danış Beştaş του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP), μια προοδευτική, φιλοκουρδική οργάνωση που έχει αποδεκατιστεί από συλλήψεις και καταστολή, σχολίασε, ότι «αυτή η εκλογική μεταρρύθμιση εγκατέστησε τον φασισμό στη χώρα μας». Ο Σελαχατίν Ντεμιρτάς, εκ των ηγετών του HDP, ο οποίος βρίσκεται στην φυλακή από τον Νοέμβριο του 2016 κατηγορούμενος για «δεσμούς« με το ΡΚΚ και μπορούσε να καταδικαστεί σε περισσότερα από 142 χρόνια, έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα είναι έτοιμος να επανέλθει στην ηγεσία του HDP και δεν θα κατέβει ως υποψήφιος στις εκλογές του 2019.

Η αντιπολίτευση φοβάται, ότι η ταχύτητα με την οποία θεσπίστηκε ο νέος νόμος σημαίνει πως οι εκλογές θα γίνουν νωρίτερα. Για να συμβεί όμως αυτό, το κοινοβούλιο θα πρέπει να αναστείλει την τρέχουσα κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η οποία παρατείνεται περιοδικά από το 2016, με αφορμή το αποτυχημένο πραξικόπημα, με τελευταία ανανέωση τον περασμένο Ιανουάριο.

Οι βουλευτές του HDP και του CHP υποπτεύονται, ότι ο Ερντογάν θέλει να επωφεληθεί από την ανάγκη για εθνική ενότητα που προέκυψε από το αποτυχημένο πραξικόπημα και από την επέμβαση του τουρκικού στρατού στηω βόρεια Συρία κατά των αραβο-κουρδικών δυνάμεων των YPG, του ένοπλου βραχίονα του Δημοκρατικού Ενωτικού Κόμματος (PYD), για το οποίο η Άγκυρα θεωρεί πως έχει «δεσμούς» με το PKK.

Εθνικιστής ή ισλαμιστής;

Τον Μάρτιο, ο Ερντογάν αρνήθηκε πως ήθελε πρόωρες εκλογές, αλλά δεν έπεισε την αντιπολίτευση, ούτε καν τον Τύπο, ο οποίος, μετά την καταστολή και στα ΜΜΕ, είναι πλέον στην μεγάλη του πλειοψηφία υπέρ του ΑΚΡ. «Αν έχει ένα παράθυρο ευκαιρίας, ο πρόεδρος θα πάει σε πρόωρες τις εκλογές», δήλωσε ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας «Milliyet» στην «Le Monde diplomatique». «Η μεγαλύτερη ανησυχία του είναι ότι η εκλογική του βάση αλλάζει μαζικά πλευρές, ταυτόχρονα».

Είναι, άραγε, ο Ερντογάν καθοδηγούμενος από την εκλογική «αριθμητική» και τις συγκυριακές πολιτικές ανάγκες ή υπάρχει πραγματικά σύγκλιση μεταξύ των πεποιθήσεών του και του MHP; Το MHP έχει εδώ και  καιρό το θρησκευτικό στοιχείο: Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ο ιδρυτής του, Alparslan Türkeş, δήλωσε ότι ο εθνικισμός ήταν πολιτική του κόμματός του, αλλά το Ισλάμ ήταν η ψυχή του. Υπήρξε και μια διάσπαση στη δεκαετία του 1990, όταν ορισμένοι από τους σκληροπυρηνικούς επέκριναν τις κοσμικές τάσεις του κόμματος. Κάποιοι εντάχθηκαν σε ισλαμο-εθνικιστικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένου του αγρίως ακροδεξιού BBP (Μεγάλο Ενωτικό Κόμμα), το οποίο δεν έχει πολλά κοινά με το ΑΚΡ.

Ένας επιχειρηματίας της Κωνσταντινούπολης και πρώην βουλευτής του AKP είπε στην «Le Monde diplomatique», πως «η αντιευρωπαϊκή ρητορική του MHP δεν είναι πολύ μακριά από τις απόψεις του προέδρου». «Και τα δύο κόμματα συμφωνούν τώρα ότι οι Κούρδοι πρέπει να χαλιναγωγηθούν. Ο Ερντογάν είχε πάντα εθνικιστικές προσδοκίες, αν και δεν απορρίπτει την ιδέα μιας κοινότητας umma (σσ. κοινότητα μουσουλμάνων που συνδέονται μεταξύ τυος με θρησκευτικούς δεσμούς) πέρα από τα σύνορά μας. Σήμερα ό,τι λέει είναι για να πείσει τους εθνικιστές να τον υποστηρίξουν. Το MHP δεν έκανε παραχωρήσεις σχετικά με την πολιτική ιδεολογία για να εξασφαλίσει εκλογική συμφωνία. Το αντίθετο».

Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες του Ερντογάν θα μπορούσαν να εξεταστούν υπό το πρίσμα της προσέγγισής του με το MHP. Κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα εθνικιστικά του διαπιστευτήρια όσο διεξαγόταν η «Επιχείρηση κλάδος Ελαίας», η επίθεση, δηλαδή, του τουρκικού στρατού στον κουρδικό θύλακα της Αφρίν στην Συρία. Στις 10 Μαρτίου ο Ερντογάν επέκρινε έντονα το ΝΑΤΟ, στο οποίο ανήκει η Τουρκία από το 1952: «Ήμασταν στη Σομαλία. Ήμασταν στο Αφγανιστάν. Ήμασταν στα Βαλκάνια. Ήμασταν σε όλα αυτά τα μέρη. ‘Ομως, το ΝΑΤΟ, πότε θα έρθει και θα σταθεί δίπλα μας, ενώ όλα αυτά τα περιστατικά συμβαίνουν στη Συρία;».

Το ζήτημα του ΝΑΤΟ

Το 2010 ο Ερντογάν ζήτησε τη βοήθεια του ΝΑΤΟ κατά των βάσεων του ΡΚΚ στο βόρειο Ιράκ. Ήξερε ότι αυτό το αίτημα δεν θα ληφθεί υπόψη, επειδή πολλά μέλη του ΝΑΤΟ υποστήριξαν τις SDF - τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις που κυριαρχούνται από το κουρδικό YPG - με αεροπορική κάλυψη, εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας και ειδικές δυνάμεις. Θεώρησε όμως ότι το αίτημα αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να εκμεταλλευθεί το εθνικό αίσθημα του τουρκικού λαού. Σε μια χώρα όπου ένα μυθιστόρημα θεωρίας συνωμοσίας σχετικά με έναν πόλεμο με τις ΗΠΑ είναι μπεστ σέλερ, η εκμετάλλευση του αντιαμερικανικού αισθήματος είναι εξαιρετικά ελκυστική. Ο αρθρογράφος Kurtuluş Tayız έγραψε στο (κυβερνητικό) Akşam στις 13 Μαρτίου: «Το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ βρίσκονται πίσω από τις οργανώσεις που απειλούν την Τουρκία, την κυριαρχία της και την εδαφική της ακεραιότητα. Ήρθε η ώρα να αμφισβητήσουμε τη σχέση μας με την Ουάσινγκτον και το ΝΑΤΟ».

Μια αλλαγή της σχέσης με το ΝΑΤΟ θα ήταν μια μεγάλη ρήξη, καθώς ο τουρκικός στρατός ήταν η πρώτη γραμμή άμυνας εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όπως οι Τούρκοι ηγέτες δεν κουράζονται ποτέ να υπενθυμίζουν στους ομολόγους τους από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Ο Ερντογάν μιλάει συχνά για τη δυτική «αχαριστία». Όταν ο αμερικανικός Τύπος έγραψε ότι η Ουάσινγκτον, που ανησυχεί για τις εντάσεις με την Τουρκία, θα μείωνε τη χρήση των στρατηγικών βομβαρδισμών της στην αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Μεβλούτ Τσαβουσογλου τόνισε ότι η βάση είναι «πρώτα και κύρια τουρκική ιδιοκτησία, όχι ΝΑΤΟϊκή».

Το MHP στηρίζει την αντι-ευρωπαϊκή και αντι-αμερικανική ρητορική της κυβέρνησης, προσποιούμενο ότι ξεχνά πως οι «Γκρίζοι Λύκοι», με τους οποίους είχε στενούς δεσμούς στη δεκαετία του ’70 και του '80, είχαν επίσης στενούς δεσμούς με τη CIA και τα μυστικά αντικομμουνιστικά δίκτυα που έστησε το ΝΑΤΟ ως μέρος του «βαθέος κράτους» της Τουρκίας.

Υποστηρίζει επίσης την επαναλαμβανόμενη υπόσχεση του Ερντογάν να επανεξετάσει την αποκατάσταση της θανατικής ποινής.

Οι ηγέτες της MHP είναι λιγότερο ενθουσιασμένοι με την προσέγγιση με το Ιράν και την Ρωσία. Ο Μπαχτσελί πιστεύει ότι το Ιράν «αποκομίζει οφέλη από τα περιφερειακά προβλήματα της Τουρκίας» και η προοπτική μιας συνθήκης μη επίθεσης με την Ρωσία (όπως έγραψε η εφημερίδα Sabah στις 11 Μαρτίου) «δεν είναι αρεστή». Το MHP παραμένει πιστό σε ένα τουρκοκεντρικό όραμα στις διεθνείς σχέσεις, κάτι που θα πρέπει να έχει κατά νου ο Ερντογάν.

Αλλά η στρατηγική του είναι επικίνδυνη. Μερικοί από τους Ισλαμιστές δεν εντυπωσιάζονται από τη μετάβασή του στον εθνικισμό. Ο Temel Karamollaoğlu, ηγέτης του ισλαμικού κόμματος Saadet Partisi (SP), που βρίσκεται στη σκιά του AKP από το 2002, υποστηρίζει την επέμβαση στηω βόρεια Συρία, αλλά προσπαθεί να κερδίσει την υποστήριξη των συντηρητικών μουσουλμάνων, οι οποίοι δεν συμπαθούν τον εξτρεμισμό και την αντι-θρησκευτική στάση του MHP.

Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι το MHP μπορεί να προσφέρει επιπλέον ψήφους στον Ερντογάν. Πολλά από τα στελέχη του πήγαν στο İyi Parti («Καλό Κόμμα»), το οποίο δημιουργήθηκε τον Οκτώβριο του 2017 από την Meral Akşener, πρώην μεγαλοστέλεχος του MHP και αντιτιθέμενης στην συμμαχία με το AKP. Η Akşener, η οποία υπηρέτησε ως υπουργός Άμυνας το 1996-97 και υπουργός Εσωτερικών το 2008-09, αυτοκαθορίζεται ως εθνικίστρια αλλά και κοσμική και δεν κρύβει τις προεδρικές της φιλοδοξίες.

Οι επικριτικές απόψεις της εναντίον της κυβέρνησης έχουν κερδίσει τη στήριξη μεταξύ των πιο δεξιών ψηφοφόρων του CHP, καθώς και των πρώην συμπαθούντων του ΑΚΡ, που καθησυχάζονται από το γεγονός ότι τώρα προβάλλει τη θρησκεία σε όλες τις ομιλίες της. Τον Φεβρουάριο μια πολύ μεγάλη δημοσκόπηση από το Ινστιτούτο Gezici κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα κέρδιζε μια εκστρατεία εναντίον του Ερντογάν στον δεύτερο γύρο των προσεχών εκλογών.

Αν επανεκλεγεί, κανείς δεν ξέρει τις προθέσεις του Ερντογάν πέρα από την εμμονή του να κάνει την Τουρκία μία από τις δέκα πρώτες οικονομίες του κόσμου. Τα μεγάλα έργα που ξεκίνησε η κυβέρνηση είναι συμβολικά: Το νέο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο θα ανοίξει το επόμενο φθινόπωρο, θα μπορεί να εξυπηρετεί 150 εκατομμύρια επιβάτες ετησίως, ένα παγκόσμιο ρεκόρ.

Εάν παραμείνει στην εξουσία, ο «Αρχηγός», όπως τον αποκαλούν οι πιστοί του στο κόμμα του, θα επιστρέψει σε ένα πιο παραδοσιακό πρόγραμμα, όπως ο εξισλαμισμός των κρατικών θεσμών, όπως υποπτεύονται το HDP, το CHP και το İyi Parti; Αν ναι, οι σημερινοί σύμμαχοι θα μπορούσαν να γίνουν οι εχθροί του. Άλλωστε, δεν ήταν κάποτε ο Τούρκος ηγέτης ο πιο ανοιχτός στον διάλογο με τους Κούρδους, μέχρι να στραφεί βίαια εναντίον τους;