Για μια ακόμη φορά η επίθεση στη Γέφυρα του Λονδίνου και στην Αγορά του Μπόροου στις 3 Ιουνίου στοίχησε επτά ζωές ενώ ακόμη στα νοσοκομεία βρίσκονται τραυματισμένοι σε κρίσιμη κατάσταση. Μέσα σε λίγες ώρες μετά την τρομοκρατική επίθεση - την τρίτη τους τελευταίους μήνες στην Αγγλία - το Ισλαμικό Κράτος ανέλαβε την ευθύνη, όπως έπραξε και στις δυο προηγούμενες. 

Τουλάχιστον ένας από τους τρεις δράστες ο Κουράμ Μπατ, είχε μακρά ιστορία σύνδεσης με εξτρεμιστικούς πυρήνες στη Βρετανία, σύμφωνα με τις βρετανικές αρχές. Ήταν μέλος ισλαμικού δικτύου που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και το οποίο διογκώθηκε μετά τις επιθέσεις της αλ Κάιντα στις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Αν και οι κήρυκες που ίδρυσαν τις ομάδες αυτές, όπως ο Ομάρ Μουχάμαντ Μπακρί, δεν είναι πλέον στη χώρα, η κληρονομιά τους μένει. 

Ο Μπακρί ίδρυσε το δίκτυο al-Muhajiroun το 1996. Πλέον είναι εκτός νόμου. Και αποτελεί μια ριζοσπαστική ομάδα που δεσμεύεται στην επανίδρυση ενός χαλιφάτου. Μετά τον αποκλεισμό του από τη Βρετανία το 2005 (τώρα βρίσκεται σε φυλακή του Λιβάνου) τον διαδέχτηκε ο Ανχέμ Κουνταρί, γνωστός Βρετανός τζιχαντιστής που ανέλαβε την ηγεσία του δικτύου. 

Από την αρχή το δίκτυο στράφηκε στον εξτρεμισμό δηλώνοντας την υποστήριξή του στον Οσάμα Μπιν Λάντεν και την αλ Κάιντα και για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Μέλη του έχουν καταδικαστεί για τρομοκρατικά εγκλήματα. Ο Κουνταρί καταδικάστηκε σε πεντέμιση χρόνια φυλακή τον Σεπτέμβριο του 2016 για την υποστήριξή του στο Ισλαμικό Κράτος. 

Αρκετά άτομα από το δίκτυο ταξίδεψαν στη Συρία τα τελευταία χρόνια. Ανάμεσά τους είναι ο Αμπού Ραχίν Αζίζ, ο οποίος καταγόταν από το Λούτον και συμμετείχε ενεργά στο σχεδιασμό επιθέσεων του Ισλαμικού Κράτους σε χώρες της Δύσης. Σκοτώθηκε σε έναν αμερικανικό βομβαρδισμό στη Ράκα το 2015. Ένα άλλο σημαντικό μέλος της ομάδας, ο Αμπού Ρουμαισάχ από το Λονδίνο, μετέφερε την οικογένειά του στην επικράτεια του ISIS. Μαζί με ένα άλλο μέλος, Βρετανό, τον Μοχάμαντ Ρίντχα Αλχάκ Ρουμαμέσαχ, πιστεύεται ότι εμφανίστηκε σε βίντεο με εκτελέσεις από τους τζιχαντιστές. 

Όσοι έχουν παραμείνει στη χώρα συνδέονται λιγότερο ή περισσότερο με τον σχεδιασμό τρομοκρατικών επιθέσεων. Ο Μπατ, ένας 27χρονος Βρετανός υπήκοος, γεννημένος στο Πακιστάν, εμφανίστηκε σε πρόσφατο ντοκιμαντέρ του Channel 4, σχετικά με τους Βρετανούς υποστηρικτές του Ισλαμικού Κράτους. 

Η στρατηγική θεωρία του παγκόσμιου τζιχάντ

Η επίθεση στη Γέφυρα του Λονδίνου ίσως φάνηκε χαοτική και ερασιτεχνική αλλά αυτός είναι ο σκοπός των τζιχαντιστών. Και πίσω, ακόμη και την πιο απλοϊκή επίθεση βρίσκεται μια στρατηγική θεωρία του παγκόσμιου τζιχάντ, η ιστορία της οποίας είναι μακρά και εκτείνονται από το Αφγανιστάν έως την Υεμένη και τη Συρία. 

Η αλ Κάιντα επικεντρώθηκε στη διεξαγωγή των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 με τέτοια προσήλωση που έδωσε λίγη προσοχή σε αυτό που θα ακολουθούσε. Η οργάνωση υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ θα αναγκαστούν να απαντήσουν μετά την επίθεση, όπως έκανε ο Μπιλ Κλίντον το 1998, όταν ομάδες που συνδέονταν με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν βομβάρδισαν αμερικανικές πρεσβείες στην Τανζανία και την Κένυα. 

Η αλ Κάιντα είχε πάρει ένα σημαντικό μάθημα από εκεί. «Πίεσε αρκετά τις ΗΠΑ και ο πρόεδρος θα αναγκαστεί να ενεργήσει». Κι αυτό ήταν που ήθελε η αλ Κάιντα. Αυτό που δεν είχε προβλέψει ήταν η αγριότητα της απάντησης της Αμερικής. 

Καθώς οι Ταλιμπάν έπεφταν μετά την αμερικανική εισβολή στο Αφγανιστάν στα τέλη του 2001 - και με μεγάλο μέρος της ηγεσίας της να έχει συλληφθεί, σκοτωθεί ή διαφύγει - η αλ Κάιντα φοβόταν ότι είχε υπερνικηθεί. Τι θα είχε καταφέρει με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου αν το παγκόσμιο τζιχάντ κατέρρεε; 

Οι δυο σχολές σκέψης

Αυτό προκάλεσε έντονη συζήτηση στο εσωτερικό της αλ Κάιντα για το μέλλον της. Προέκυψαν δυο διαφορετικές σχολές σκέψης, οι οποίες θεωρήθηκαν εκ διαμέτρου αντίθετες μέχρι που το Ισλαμικό Κράτος αποφάσισε να τις συνδέσει. 

Η πρώτη άποψη ήταν αυτή του Αμπού Μπακρ Ναχί (είναι το όνομα με το οποίο υπέγραφε τα κείμενά του). Ο Ναχί υποστήριζε ότι η αλ Κάιντα πρέπει να προωθήσει τον ασύμμετρο φόβο, υιοθετώντας ιδιαίτερα σκληρές και φρικτές τακτικές. Πίστευε ότι οι δυτικές κοινωνίες ήταν αδύναμες και δεν είχαν την αποφασιστικότητα να υπομείνουν για πολύ καιρό τον πόλεμο. Αντίθετα, σκεφτόταν ότι οι τζιχαντιστές θα έπρεπε να συνεχίσουν να κλιμακώνουν την αγριότητα και τη βαρβαρότητά τους. Αυτό θα τους επέτρεπε να αποκαταστήσουν τον εδαφικό έλεγχο, όπως είχαν κάνει οι Ταλιμπάν, δημιουργώντας ασφαλή καταφύγια για τους ίδιους για να σχεδιάζουν εκστρατείες και μελλοντικές επιθέσεις. 

Η άποψη του Ναχί αντικρούστηκε έντονα από έναν άλλο «θεωρητικό» των τζιχαντιστών, τον Αμπού Μουσάμπ αλ Σουρί (το προσωνύμιο για τον Μουσταφά Σετμαριάμ Νασάρ, στρατηγό της αλ Κάιντα στη Συρία). Υποστήριξε ότι η απάντηση των ΗΠΑ ήταν πολύ σοβαρή και ότι η ομάδα δεν θα μπορούσε ποτέ να ανακτήσει την ελευθερία που απολάμβανε υπό τους Ταλιμπάν. Το παγκόσμιο τζιχάντ θα έπρεπε να δεχτεί τη νέα πραγματικότητα. 

Σύμφωνα με τον Νορβηγό μελετητή Μπρινχάρ Λία, ο οποίος είχε γράψει μια βιογραφία του Σουρί, αυτός αντιτάχθηκε στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ακριβώς επειδή φοβόταν ότι η αλ Κάιντα δεν θα ήταν σε θέση να αντέξει την αντίδραση των ΗΠΑ. Όταν τελικά αυτό έγινε ο Σουρί αισθάνθηκε δικαιωμένος. Επαναβεβαίωσε την επί χρόνια άποψη του ότι το παγκόσμιο τζιχάντ θα μπορούσε να πετύχει μόνο αν ήταν αποκεντρωμένο. 

Ο Σουρί είχε αρχίσει να υποστηρίζει την αποκέντρωση από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, υποστηρίζοντας ότι οι επίσημες ιεραρχίες δεν εξυπηρετούσαν σωστά το τζιχάντ. Την εποχή εκείνη, οι ομάδες μαχητών συγκεντρώνονταν στην Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Αλγερία καθώς τα μέλη τους σχημάτιζαν μεγάλες δομές. 

Η μεγαλύτερη επιρροή στις απόψεις του Σουρί ήταν, όμως, η εξέγερση της οποίας ηγήθηκε η Μουσουλμανική Αδελφότητα στην πόλη Χάμα της Συρίας στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές τη δεκαετίας του 1980. Έγραψε γι’ αυτό ένα βιβλίο 900 σελίδων, το «Η επανάσταση του ισλαμικού τζιχάντ στη Συρία». Η εξέγερση καταστάλθηκε βίαια από τον πρόεδρο της Συρίας Χαβέζ αλ Άσαντ, πατέρα του Μπασάρ αλ Άσαντ. Ο Σουρί υποστήριξε ότι η αποτυχία της επήλθε λόγω της υπερβολικής συγκέντρωσης και της επίσημης διάρθρωσης. Αυτό που χρειαζόταν ήταν μικρότερα και αυτόνομα κύτταρα - μαχητών τα οποία θα μπορούσαν να κάνουν έναν αντάρτικο πόλεμο χαμηλής έντασης, καταδυναστεύοντας τους ντόπιους πληθυσμούς. 

Η συνένωση των δυο θεωριών

Παρόλο που ο Σουρί είχε διαμορφώσει τις ιδέες του στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μόνο μετά την 11η Σεπτεμβρίου αυτές συνενώθηκαν σε μια συνεκτική θεωρία. Προς το τέλος του 2004, δημοσίευσε το «Παγκόσμιο Ισλαμικό Κάλεσμα Αντίστασης», στο οποίο περιέγραψε το όραμά του, για το μέλλον του παγκόσμιου τζιχάντ. Είχε άλλη στρατηγική άποψη από την αλ Κάιντα και τον Μπιν Λάντεν για την τρομοκρατία και τα αποτελέσματά της. 

Η αλ Κάιντα είχε εμμονή στις «θεαματικές» επιθέσεις μεγάλης κλίμακας, όπως τη διπλή βομβιστική επίθεση στις πρεσβείες το 1998, την 11η Σεπτεμβρίου, τις βομβιστικές επιθέσεις στη Μαδρίτη ή τις επιθέσεις της 7ης Ιουλίου 2005 στο Λονδίνο. Ο Σουρί εξέφρασε την ικανοποίησή του για την επιτυχή εκτέλεση αυτών των επιθέσεων αλλά πάνω από όλα αυτό που ήθελε ήταν η συνεχής δράση σε χαμηλό επίπεδο, όπως γίνεται τώρα στη Δύση. Οι επιθέσεις αυτές παρότι ενίσχυσαν την συντροφικότητα κατάφεραν να κάνουν τον κόσμο πιο φοβισμένο και πιο θυμωμένο. 

«Το ατομικό τζιχάντ ή η τρομοκρατία μικρών πυρήνων, που χρησιμοποιεί τις μεθόδους του αντάρτικου αγώνα πόλης ή του αγροτικού αντάρτικου είναι θεμελιώδους σημασίας για την εξάντληση του εχθρού και την τελική κατάρρευσή του», γράφει ο Σουρί στο «Παγκόσμιο Ισλαμικό Κάλεσμα Αντίστασης». 

Για να δικαιολογήσει τις άκριτες επιθέσεις εναντίον αμάχων επικαλείται το στίχο 8:60 του Κορανίου, που γράφει: «Και προετοιμαστείτε εναντίον τους με οποιαδήποτε δύναμη και όπλα πολέμου έχετε για να τρομάξετε τον εχθρό του Αλλάχ και τον εχθρό σας και όσους βρίσκονται δίπλα του». Το απόσπασμα αυτό συχνά χρησιμοποιείται από «θεωρητικούς» του τζιχάντ για τον εξορθολογισμό πράξεων μαζικής και αδιάκριτης τρομοκρατίας. «Αυτός ο γενναιόδωρος στίχος διατάσσει την προετοιμασία για την τρομοκρατία των επιτιθέμενων και των εχθρών του Θεού, μεταξύ των άπιστων και των δούλων τους», γράφει ο Σουρί. Καλεί δε, σε «τρομοκρατία του εχθρού» υποστηρίζοντας ότι «η τρομοκρατία είναι θρησκευτικό καθήκον και η δολοφονία προφητική παράδοση». 

Το δόγμα του «στρατού του ενός»

Αυτό είναι που έγινε γνωστό ως το δόγμα του «στρατού του ενός». Η ιδέα είναι απλή: τα άτομα εξουσιοδοτούνται να εκτελούν θανατηφόρες επιθέσεις χωρίς τον έλεγχο της κυρίαρχης διοίκησης. Μην έχοντας κάποια δομή διοίκησης, οι επιθέσεις δύσκολα μπορούν να παρεμποδιστούν. Η θεωρία πίσω από τις επιθέσεις που γίνονται σήμερα στις δυτικές χώρες ξεκίνησε στην οροσειρά του Χίντου Κους πριν από μια δεκαετία. 

Η κεντρική ηγεσία της αλ Κάιντα ευνόησε το δόγμα του Σουρί, πιστεύοντας ότι η προσέγγιση του Ναχί ήταν πολύ υποθετική. Αυτό που έλεγε ο Σουρί ήταν πιο απλό, πιο απτό όραμα για το πως πρέπει να προχωρήσει το παγκόσμιο τζιχάντ. Ήταν το παρακλάδι της αλ Κάιντα (γνωστό ως AQAP) που αξιοποίησε περισσότερο το δόγμα αυτό. 

Υπό την πνευματική κηδεμονία του Ανουάρ αλ Αουλακί, ενός Αμερικανού κληρικού της Υεμένης που τελικά σκοτώθηκε σε αμερικανικό χτύπημα, έγινε το επιθετικό δόγμα του παγκόσμιου τζιχάντ. Αυτό που έκανε τον Αουλακί ιδιαίτερα επικίνδυνο ήταν το γεγονός πως έχοντας την εμπειρία της Δύσης και καταλαβαίνοντας τους μουσουλμάνους της Δύσης κατάφερε να βρει τους τρόπους να τους ριζοσπαστικοποιεί. 

Η AQAP εξέδωσε επίσης ένα περιοδικό με τον τίτλο «Έμπνευση» («Inspire»), ένα προάγγελο του τζιχαντιστικού περιοδικού του Ισλαμικού Κράτους «Dabiq», το οποίο παρακινούσε σε επιθέσεις κατά της Δύσης. Δημοσίευσε τα κείμενα του Σουρί σε αγγλική μετάφραση. Μέχρι τότε τα κείμενά του ήταν αμετάφραστα και απρόσιτα στους μουσουλμάνους της Δύσης. Η AQAP το άλλαξε αυτό. 

Οδηγίες για τους τζιχαντιστές 

Επιπλέον το περιοδικό προωθούσε τις επιθέσεις των «μοναχικών λύκων» προσφέροντας οδηγίες για την εκτέλεση απλών επιθέσεων εναντίον πολιτών με βόμβες - σωλήνες, μαχαίρια και οχήματα. Το «Open Source Jihad», ήταν ένα «πρόγραμμα» που προωθούσε το περιοδικό και το οποίο, όπως έγραφε, «δίνει στους αναγνώστες μας προτάσεις για το πως να διεκδικήσουν το ατομικό τους τζιχάντ» και «επιτρέπει στους μουσουλμάνους να εκπαιδεύονται στο σπίτι αντί να διακινδυνεύουν επικίνδυνα ταξίδια στο εξωτερικό». 

Τα παραπάνω είχαν άμεσο αντίκτυπο. Σύμφωνα με την έρευνα του Αλεξάντερ Χίτσενς, που θα δημοσιευτεί στο επόμενο βιβλίο του για τον Αουλακί, μεταξύ του 2009 και του 2016, από τις συνολικά 212 τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ, οι 66 θα μπορούσαν να συνδέονται άμεσα με τον κληρικό, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ο Αουλακί παράλληλα διακήρυσσε ότι αυτό ήταν «καταστροφή για τα καταπιεστικά ιμπεριαλιστικά έθνη και ο χειρότερος εφιάλτης της Αμερικής». 

Τα αποτελέσματα δεν ήταν αισθητά μόνο στις ΗΠΑ. Τον Μάιο του 2010, η Ροσονάρα Τσούντρι μια 21χρονη που παράτησε το πανεπιστήμιο επιχείρησε να δολοφονήσει τον Στέφεν Τιμς, έναν εργατικό βουλευτή, στο Λονδίνο επειδή ψήφισε υπέρ του πολέμου στο Ιράκ. Κατά τη διάρκεια της δίκης της υποστήριξε ότι απέκτησε το κίνητρο για να μαχαιρώσει τον βουλευτή όταν αφοσιώθηκε στον Αουλακί και το πρόγραμμα «Open Source Jihad». 

Το δόγμα και το Ισλαμικό Κράτος

Έγγραφα που κατασχέθηκαν από τις ΗΠΑ μετά τη δολοφονία του Οσάμα Μπιν Λάντεν δείχνουν ότι ο ηγέτης της αλ Κάιντα ανησυχούσε για τη στρατηγική της AQAP. Ένιωθε ότι οι επιθέσεις με οχήματα εναντίον πολιτών ήταν λάθος και ερασιτεχνικές και πίστευε ότι ήταν τόσο σκληρές που μείωναν την υποστήριξη στο βίαιο τζιχάντ. 

Το Ισλαμικό Κράτος δεν ανησυχεί για την κοινή γνώμη. Εμφανίστηκε το 2003 μετά την εισβολή στο Ιράκ με ηγέτη τον Αμπού Μουσάμπ Αλ Ζαρκάουι. Σε αντίθεση με την ηγεσία της αλ Κάιντα, ο Ζαρκάουι είχε την ευκαιρία να αντιμετωπίσει τις ΗΠΑ και τη Βρετανία στην καρδιά το αραβικού κόσμου. 

Έτσι ευνόησε το δόγμα βίας του Ναχί. Οι μέθοδοι του, τόσο στη Συρία, όσο και στο Ιράκ, ήταν ιδιαίτερα βάρβαρες απέναντι στους τοπικούς πληθυσμούς. Ωστόσο, για τις επιθέσεις στη Δύση, συνέχιζε να προωθεί το δόγμα αποκέντρωσης του Σουρί. 

Το Ισλαμικό Κράτος παρήγαγε τα δικά του κείμενα για την προώθηση των επιθέσεων στις χώρες που ζούσαν οι οπαδοί του. Για παράδειγμα στο περιοδικό «Rumiyah», δημοσιεύτηκε ένα infographic που προωθούσε τις τρομοκρατικές επιθέσεις με φορτηγά. Συμβούλευε τους αναγνώστες του να αποκτήσουν «ένα όχημα μεγάλο και βαρύ με ελαφρώς ανυψωμένο σασί και προφυλακτήρα». Επίσης πρότεινε στόχους: πολυσύχναστους δρόμους, υπαίθριες αγορές και μεγάλα φεστιβάλ. Η προπαγάνδα αυτή μεταδίδεται και μέσω των social media. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας επίθεσης είναι αυτή στη Νίκαια με φορτηγό το 2016, με 86 νεκρούς. Στο μεταξύ, μια επιτυχημένη τέτοια επίθεση εμπνέει κι άλλους μιμητές. Κι αυτό είναι που βλέπουμε τώρα στην Ευρώπη με παρόμοια χτυπήματα και επιθέσεις στη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Σε τέτοιες επιθέσεις καλεί και επίσημα το Ισλαμικό Κράτος στα μηνύματα με τα οποία αναλαμβάνει την ευθύνη για τα χτυπήματα που έχουν κάνει άλλες φορές «μοναδικοί λύκοι» κι άλλες φορές μικροί πυρήνες τρομοκρατών. 

* Με πληροφορίες από το άρθρο του Σίραζ Μάχερ, ερευνητή του King’s College για τον τομέα της ριζοσπαστικοποίησης, στο New Statesman