Μόλις έχει ξημερώσει στο Μαντουράι, μια πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων στη Νότια Ινδία, και το μικρό βαν του Ναράγιαν Κρίσνα, ήδη έχει ολοκληρώσει την πρώτη διανομή φαγητού. Όπως κάθε πρωί, έτσι και σήμερα ο 30χρονος Ναράγιαν θα σηκωθεί στις 4 το πρωί και θα μαγειρέψει ντοματόρυζο και νταλ, την παραδοσιακή πικάντικη σούπα από φακές, για να τα διανείμει στους λιγότερο προνομιούχους συνανθρώπους του.

Ο Ναράγιαν, ένας από τους πιο αναγνωρισμένους σεφ της ινδικής κουζίνας, αρνήθηκε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα στην Ελβετία, όταν σε μια επίσκεψη στην πόλη του, ήρθε αντιμέτωπος με την ανθρώπινη τραγωδία των εκατοντάδων αστέγων του Μαντουράι, που εξαθλιωμένοι έτρωγαν τα περιττώματα τους για να επιζήσουν.

Δεν χρειάστηκε πολύ για το νεαρό σεφ να εγκαταλείψει την καριέρα του και να αποφασίσει πως σκοπός της ζωής του θα γινόταν να απαλύνει τον πόνο των συνανθρώπων του. Συνέχισε να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα από όλα, δηλαδή να μαγειρεύει, αυτή τη φορά όμως όχι για τους πάμπλουτους πελάτες των πεντάστερων ξενοδοχείων όπου εργαζόταν αλλά για τους πεινασμένους της πόλης του.

Κάθε μέρα εδώ και δέκα χρόνια, ο Ναράγιαν αγοράζει τα υλικά και μαγειρεύει τρία γεύματα για 400 ανθρώπους, που ζούνε εξαθλιωμένοι στους δρόμους του Μαντουράι. Όμως ο Ναράγιαν δεν προσφέρει μόνο τροφή. Ταΐζει ο ίδιος με τα χέρια του τους αδύναμους, τους αγκαλιάζει, τους κάνει μπάνιο, συχνά τους κόβει τα μαλλιά, θυμίζοντας τους έτσι πως ακόμα και αν η κοινωνά τους έχει καταδικάσει στο περιθώριο, έχουν και εκείνοι δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, την αγάπη και την ελπίδα.

Ξεχάστηκε η κρίση τροφίμων

Η ιστορία του Ναράγιαν αφήνει μια χαραμάδα χαράς και αισιοδοξίας, όμως καθώς γιορτάζουμε την Παγκόσμια Ημέρα Τροφίμων στις 16 Οκτωβρίου, τα νέα για τον πλανήτη μας είναι μάλλον απαισιόδοξα. Μέσα στη δίνη της κρίσης που χτύπησε την παγκόσμια οικονομία το 2008 και τις μετέπειτα συνέπειες της, ξεχάστηκε η παγκόσμια κρίση τροφίμων που είχε ήδη ξεκινήσει από το 2006.

Το 2010 οι τιμές των δημητριακών βρίσκονταν ακόμα σε διπλάσια επίπεδα σε σχέση με τις τιμές του 2000 ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα υπολογίζει πως τη διετία 2008-2009, 150 εκατομμύρια άνθρωποι οδηγήθηκαν στην απόλυτη φτώχεια και ο αριθμός των υποσιτισμένων αυξήθηκε κατά 44 εκατομμύρια άτομα.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ ο αριθμός των πεινασμένων το 2010 έφτασε τα 925 εκατομμύρια παγκοσμίως, χωρίς να υπολογίζονται οι ευάλωτοι πληθυσμοί που βρίσκονται στα όρια του υποσιτισμού, χωρίς τυπικά να εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία.

Παράλληλα η οικονομική κρίση υποχρέωσε πολλές κυβερνήσεις σε επιπλέον μέτρα λιτότητας και περικοπές με αποτέλεσμα χιλιάδες νοικοκυριά να δουν σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους, γεγονός που αντανακλάται έντονα στις διατροφικές τους συνήθειες.

Πολλές οικογένειες αντικατέστησαν «ακριβές» τροφές, όπως κρέας, ελαιόλαδο, γαλακτοκομικά με χαμηλότερης ποιότητας τρόφιμα, και παρόλο που σε επίπεδο θερμίδων η ημερήσια δόση παρέμεινε η ίδια, η ποιότητα της διατροφής υποβαθμίστηκε με σημαντικές συνέπειες για την υγεία.

Πείνα και στον αναπτυγμένο κόσμο

Στον αναπτυγμένο κόσμο ο υποσιτισμός είναι σπάνιος, όμως η χρόνια υποβιταμίνωση παρατηρείται συχνά στα χαμηλότερα στρώματα του πληθυσμού με ανοδικές τάσεις και προς τις μεσαίες τάξεις.

Σύμφωνα με την έκθεση της επιτροπής ερευνών του αμερικανικού Υπουργείου Γεωργίας, ο αριθμός των διατροφικά ευάλωτων νοικοκυριών στις ΗΠΑ έφτασε τα 50 εκατομμύρια το 2008 και η τάση είναι ανοδική.

Παρομοίως παρατηρείται αύξηση των οικογενειών στις ευρωπαϊκές χώρες που στηρίζοντα αποκλειστικά σε μη κυβερνητικές οργανώσεις για τη διατροφή τους. Τα μεγαλύτερα θύματα είναι ηλικιωμένοι, άνεργοι και οι μονογονικές οικογένειες.

Τα αποτελέσματα της κρίσης των τροφίμων έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητά σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Οι πρόσφατες εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο αλλά και οι διαμαρτυρίες παγκοσμίως σχετίζονται άμεσα με τις αυξημένες τιμές και κατά συνέπεια με την σημαντική υποβάθμιση του επιπέδου διαβίωσης των πολιτών.

Τα αίτια της κρίσης είναι πολύπλοκα καθώς πρόκειται για ένα συνδυασμό περιβαλλοντικών και οικονομικών παραγόντων Η κλιματική αλλαγή και οι ξηρασίες/πλημμύρες υπήρξαν ο καταλύτης της γενικότερης κρίσης αλλά δεν αποτελούν την ρίζα του προβλήματος.

Αύξηση τιμών και μονοπώλια

Η αστάθεια των αγορών της προηγούμενης δεκαετίας οδήγησε σε έντονο καιροσκοπισμό της αγροτικής παραγωγής. Μεγάλες τράπεζες, επενδυτικοί οργανισμοί, και κερδοσκοπικά αμοιβαία κεφάλαια προσχώρησαν στην αγορά τροφίμων θεωρώντας την πιο σταθερή.

Το αποτέλεσμα ήταν ένας άνευ προηγουμένων καιροσκοπισμός στις μελλοντικές τιμές βασικών αγαθών όπως το σιτάρι, το καλαμπόκι, το ρύζι και η σόγια, που οδήγησε σε πραγματική αύξηση των τιμών παγκοσμίως με καταστροφικές συνέπειες για τους φτωχούς.

Παράλληλα η λογική της ελεύθερης οικονομίας και οι επιταγές των Διεθνών Χρηματοπιστωτικών Οργανισμών (όπως το ΔΝΤ) για απελευθέρωση της αγροτικής παραγωγής οδήγησε σε εξαθλίωση και σταδιακή εξαφάνιση των μικρών καλλιεργητών.

Η ελεύθερη οικονομία υποχρέωσε τις φτωχότερες χώρες να απομακρυνθούν από παραδοσιακές καλλιέργειες και να αφιερώσουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους σε τρόφιμα προς εξαγωγή με την λογική πως έτσι θα υπήρχε ρευστό χρήμα για εισαγωγή βασικών αγαθών.

Το σύστημα αυτό, αν και βραχυπρόθεσμα λειτούργησε, στην ουσία ισοδυναμούσε με διάλυση της ντόπιας παραγωγής καθώς καθιστούσε τις χώρες εξαρτημένες από τις παγκόσμιες τιμές.

Το μονοπώλιο της αγροτικής παραγωγής από 3 μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες- τη Monsanto, την Cargill και την Mosaic Company, που ελέγχουν το 97% της παγκόσμια αγοράς των σπόρων και των λιπασμάτων, η αρπαγή τεράστιων εκτάσεων γης του αναπτυσσόμενου κόσμου για παραγωγή κυρίως διακοσμητικών φυτών αλλά και η στροφή της παραγωγής από τρόφιμα σε βιοκαύσιμα (μόνο για το 2009, το 1/3 της παραγωγής σιτηρών αντικαταστάθηκε από βιοκαύσιμα) εντείνουν ακόμα περισσότερο το πρόβλημα.

Η κρίση τροφίμων είναι πάνω από όλα πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα και πολύ λιγότερο ανθρωπιστικό.

Οι μεγαλύτερες επιδημίες λιμού στον πλανήτη, από την Αιθιοπία, μέχρι την πρόσφατη κρίση στο Κέρας της Αφρικής, αντανακλούν κυρίως την έλλειψη πολιτικής βούλησης για μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην αγροτική παραγωγή αλλά και την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της αγροτικής πολιτικής παγκοσμίως.

Μέχρι να γίνει αυτό, πρωτοβουλίες όπως του Ναράγιαν Κρίσνα θα μας θυμίζουν αυτό που όλοι θα έπρεπε να κάνουμε: να δώσουμε στον συνάνθρωπο μας την ευκαιρία να ξαναβρεί την χαμένη του αξιοπρέπεια και σε εμείς να βρούμε τη χαμένη μας συμπόνια.

Φραγκίσκα Μεγαλούδη, INSIDER