Με την ζήτηση για ηλεκτρικά οχήματα, αλλά και για ακόμη πιο εξελιγμένα smartphones και λοιπές «έξυπνες» ηλεκτρονικές συσκευές, να αυξάνεται συνεχώς, είναι προφανές και αναμενόμενο, ότι ανάλογη αύξηση της ζήτησης - και τις τιμής - θα καταγραφεί τα επόμενα χρόνια και για τις πρώτες ύλες για την παραγωγή τους. «Μια χαρά», θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος. «Ανάπτυξη». Ναι, αλλά μακράν όχι για όλους, είναι η απάντηση. Διότι η μία εκ των δύο  βασικών πρώτων υλών για την παραγωγή μπαταριών, το κοβάλτιο (η άλλη είναι το λίθιο) εξορύσσεται από παιδιά - σκλάβους στα ορυχεία του Κονγκό. Με τις μεγάλες πολυεθνικές - από αυτοκινητοβιομηχανίες μέχρι κολοσσούς ηλεκτρονικών - να χύνουν απλώς κροκοδείλια δάκρυα.

Από τα φλυτζάνια τσαγιού στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα

Το κοβάλτιο έχει χρησιμοποιηθεί από την αρχαιότητα, όταν οι τεχνίτες ήθελαν να προσδώσουν στο γυαλί και στα κεραμικά ένα σκούρο μπλε χρώμα. Τον 18ο αιώνα, ο Σουηδός επιστήμονας Georg Brandt απομόνωσε το μέταλλο. ΄Εκτοτε, το κοβάλτιο διαδραμάτισε ρόλο σε πολλές εξειδικευμένες αγορές, λόγω της αντοχής του στην θερμότητα και την δύναμή του σε μείγματα και κράματα μετάλλων όπως αυτά που χρησιμοποιούνται σε κινητήρες αεριωθουμένων.

Τώρα, ως βασικό συστατικό στις μπαταρίες ιόντων λιθίου, το κοβάλτιο έχει καταστεί ένα σημαντικό εμπόρευμα στις αναπτυσσόμενες αγορές ηλεκτρονικών και ηλεκτρικών οχημάτων. Περίπου το ήμισυ όλου του κοβαλτίου που καταναλώνεται παγκοσμίως πηγαίνει στην παραγωγή μπαταριών που χρησιμοποιούνται για ηλεκτρονική αποθήκευση, ηλεκτρονικά είδη ευρείας κατανάλωσης και ηλεκτρικά οχήματα. Καθώς η δημοτικότητα των ηλεκτρικών οχημάτων μεγαλώνει, το ίδιο ισχύει και για τη ζήτηση κοβαλτίου. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι εάν τα ηλεκτρικά οχήματα αντιπροσωπεύσουν το 30% των πωλήσεων νέων αυτοκινήτων το 2030, θα απαιτηθεί τρεις φορές η συνολική ποσότητα κοβαλτίου που παράγεται σήμερα. Ακόμα κι αν η διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων στην αγορά είναι μικρότερη από αυτές τις εκτιμήσεις, η αύξηση της ζήτησης θα εξακολουθήσει να είναι σημαντική.

Η αύξηση της ζήτησης κοβαλτίου θα απαιτήσει νέες και διευρυμένες δραστηριότητες εξόρυξης στις σχετικά μικρές χώρες που διαθέτουν σημαντικά αποθέματα κοβαλτίου. Ο Καναδάς, η Κούβα, η Αυστραλία και η Ρωσία έχουν όλες τους τα δικά τους άφθονα αποθέματα του μετάλλου. Ωστόσο, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός κοβαλτίου παγκοσμίως επί περίπου έναν αιώνα. Εκεί παράγεται περισσότερο από το ήμισυ του παγκόσμιου αποθέματος και εκεί θα συνεχίσει να παράγεται. Είναι, ταυτόχρονα, από τις χώρες με την πιο εκτεταμένη διαφθορά, ενώ «ανθεί» η παιδική εργασία ακόμη και στην πιο σκληρή παραγωγή, όπως αυτή των εξορύξεων.

«Οι συνθήκες εργασίας είναι αποτρόπαιες, δεν υπάρχει εξοπλισμός ασφαλείας και οι άνθρωποι κινδυνεύουν να θαφτούν ζωντανοί σε ορυχεία που έχουν ανοιχτεί με πρωτόγονες μεθόδους, με τα χέρια» δήλωσε στην Deutsche Welle ο Matt Dummett, ερευνητής της Διεθνούς Αμνηστίας. «Έχω δει επτάχρονα παιδιά να δουλεύουν συλλέγοντας πέτρες και αντιμετωπίζοντας βία και εκφοβισμό, επί μέρες μέσα στον καύσωνα».

Τα τελευταία χρόνια, οι εκστρατείες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι αποκαλυπτικές έρευνες των μέσων ενημέρωσης επεδίωξαν να φωτίσουν το σκοτεινό εμπόριο του κοβαλτίου, ειδικά στα λεγόμενα «χειροποίητα» ορυχεία, όπου οι εργάτες ανοίγουν βαθιές σήραγγες χρησιμοποιώντας  στοιχειώδη εργαλεία χειρός, ενώ άλλοι - συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών - κουβαλούν τσουβάλια από βράχους από τους οποίους συλλέγεται το κοβάλτιο.

Μπορεί για την Δύση αυτές οι συνθήκες να παραπέμπουν στις μακρινές εποχές της Βιομηχανικής Επανάστασης στην Αγγλία ή στα ανθρακωρυχεία των ΗΠΑ τον 19ο αιώνα, αλλά για το Κονγκό είναι μια διαρκής, απάνθρωπη καθημερινότητα για εκατομμύρια εξαθλιωμένων. Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι τα δύο τρίτα των Κονγκολέζων ζουν με λιγότερα από 0,86 ευρώ την ημέρα και η Διεθνής Αμνηστία επιβεβαιώνει ότι η πείνα και η ανεργία είναι οι αιτίες που οδηγούν τους ανθρώπους να κυνηγούν, υπό αυτές τις συνθήκες, πολύτιμα μέταλλα.

Ο ρόλος των πολυεθνικών

Και δεν υπάρχει έλλειψη αγοραστών για ό,τι βρίσκουν. Οι κατασκευαστές αυτοκινήτων, συμπεριλαμβανομένων των VW και Daimler, αναμένουν από τα ηλεκτρικά οχήματα να φτάσουν το ένα τέταρτο των πωλήσεων μέχρι το 2025, επιταχύνοντας προς ένα «καθαρότερο» μέλλον, με όχι και πολύ «καθαρές» μεθόδους.

Η Volkswagen ξεκίνησε ήδη τον ανταγωνισμό για την εξασφάλιση αποθεμάτων κοβαλτίου για τουλάχιστον τα επόμενα πέντε χρόνια - μετά από παρόμοιες προσπάθειες της BMW και της Tesla Motors - με την συνολική ζήτηση για το ορυκτό να προβλέπεται να αυξηθεί κατά έντεκα φορές μέχρι το 2025.

«Το κοβάλτιο δεν είναι πλέον ένα σκοτεινό ορυκτό. Σήμερα έχουμε την δυνατότητα να ακολουθήσουμε τα ίχνη (σσ. της παραγωγής του). Οι εταιρίες πλέον δεν έχουν καμία δικαιολογία» συνεχίζει ο Dummett.

Για να εξασφαλίσουν πιστώσεις και έξωθεν καλή μαρτυρία - και όχι τόσο επειδή ανησυχούν ειλικρινά για τις συνθήκες δουλειάς στα ορυχεία του Κονγκό - οι μεγάλες πολυεθνικές έχουν ενταχθεί σε δια-εταιρικές κινήσεις «ορθών πρακτικών», όπως την Responsible Cobalt Initiative (Πρωτοβουλία Υπευθυνότητας για το Κοβάλτιο).

Αλλά οι οι οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι επιφυλακτικές. «Αυτό θα μπορούσε να είναι πραγματικά καλό», λέει ο Dummett, «ή απλώς εταιρείες πιστεύουν ότι με την υπογραφή τους σε αυτές τις πρωτοβουλίες αποφεύγουν το “αγκίστρι”».

Η BMW ανακοίνωσε ότι προσπαθεί να καταστήσει την αλυσίδα εφοδιασμού της με κοβάλτιο πιο «διαφανή», διασφαλίζοντας την δημόσια πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις πηγές εξόρυξης και τα μεταλλουργικά της προϊόντα. Ο εκπρόσωπος της εταιρίας για την αειφορία Kai Zöbelein είπε στη DW ότι η BMW τήρησε «αυστηρούς κανόνες». «Επί πέντε χρόνια αναλύουμε συνεχώς και παρακολουθούμε τις αλυσίδες εφοδιασμού του κοβαλτίου» ανέφερε. «Τα χυτήρια στην αλυσίδα παραγωγής μας χρησιμοποιούν κοβάλτιο από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, αλλά μόνο από μεγάλης κλίμακας ορυχεία», πρόσθεσε, επιχειρώντας να αποσυνδέσει αυτόν τον γίγαντα της αυτοκινητοβιομηχανίας από την ανεξέλεγκτη μικρής κλίμακας παραγωγή στα «χειροποίητα» ορυχεία.

Ένας εκπρόσωπος της VW δήλωσε ότι η εταιρία δεν αγοράζει άμεσα κοβάλτιο, αλλά μπαταρίες από τρίτους προμηθευτές και διερευνά τις παραβιάσεις «άμεσα και διεξοδικά».

Στην δίνη της διαφθοράς

Ωστόσο, σχολιάζει η Deutsche Welle, η προμήθεια κοβαλτίου από τρίτες πηγές και η αγορά ορυκτών από τα βιομηχανικά ορυχεία του Κονγκό, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι πολυεθνικές αντιμετωπίζουν δεοντολογικά το ζήτημα, ιδιαίτερα λόγω της δεδομένης διαφθοράς της χώρας.

‘Ετσι, έρευνα της ΜΚΟ «Global Witness» αποκαλύπτει, ότι από το 2013 έως το 2015, περισσότερα από 647 εκατομμύρια ευρώ σε έσοδα εξόρυξης που πλήρωσαν οι εταιρείες σε κρατικούς φορείς του Κονγκό «χάθηκαν» από τα δημόσια ταμεία.

Πολλές άδειες εξόρυξης στο Κονγκό πωλούνται από την «Gecamines», την κρατική εταιρεία εξόρυξης, την οποία ο ερευνητής της «Global Witness», Πίτερ Τζόουνς, χαρακτηρίζει ως «μαύρη τρύπα». «Η Gecamines διευθύνεται από το στενό περιβάλλον (σσ. του προέδρου Ζόζεφ Καμπίλα). Έχει επανειλημμένα πουλήσει μερίδια στα ορυχεία της, δεν δημοσιεύει τους ισολογισμούς της και δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε πού ακριβώς καταλήγουν τα χρήματα που καταβάλλονται σε αυτήν» λέει ο Τζόουνς.

Πρόσφατες δικαστικές διαμάχες εμπλέκουν επίσης την Gecamines σε σκαιές επιχειρηματικές πρακτικές γύρω από μια  συνεργασία της με την Groupe Forrest International. Το εν λόγω εγχείρημα εκτιμάται ότι αντιπροσωπεύει το 4% της παγκόσμιας παραγωγής κοβαλτίου και το ορυχείο που εμπλέκεται στην υπόθεση έχει αναστείλει τις δραστηριότητές του και θα μπορούσε να παραμείνει εκτός παραγωγής έως το 2020.

Επίσης, το 2017, το μέλος του συμβουλίου της Glencore, Τέλης Μιστακίδης, παραιτήθηκε από την θέση του μετά από αμφισβητούμενες κινήσεις του που σχετίζονται με την εξόρυξη στο Κονγκό. Η Glencore, ένας βιομηχανικός κολοσσός παραγωγής κοβαλτίου με ισχυρή παρουσία στο Κονγκό, πρόσφατα υπέγραψε συμφωνία με την Contemporary Amperex Technology έναν από τους επίσημα εγκεκριμένους παραγωγούς μπαταριών της Κίνας, για την προμήθεια 20.000 τόνων κοβαλτίου σε διάστημα τεσσάρων ετών, για την παραγωγή μπαταριών για την Volkswagen. Να σημειωθεί, ότι η συνολική παγκόσμια παραγωγή κοβαλτίου το 2016 ήταν 123.000 τόνοι.

Ακόμη όμως και αν τα παραπάνω και άλλα ζητήματα προκαλέσουν τριγμούς στην ισορροπία προσφοράς και ζήτησης κοβαλτίου, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό θα παραμείνει βασικός παραγωγός στην παγκόσμια αγορά. Μεγάλο μέρος της άμεσης επέκτασης της παραγωγής κοβαλτίου το 2018 θα προέλθει από ορυχεία στη χώρα.

Θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο πως αν και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό θα συνεχίσει να παράγει το περισσότερο κοβάλτιο στον κόσμο, οι εξελίξεις και η ζήτηση ωθούν σε αναζήτηση νέων κοιτασμάτων, ακόμη και εκτός Αφρικής, συγκεκριμένα στον Καναδά και τις δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες. Πολλές επιχειρήσεις αναπτύσσονται επίσης στην Αυστραλία, την Νορβηγία και την Φινλανδία.

Το εναλλακτικό σενάριο...

Από την άλλη υπάρχει και ένα τελείως διαφορετικό σενάριο. Καθώς οι τεχνικές ανακύκλωσης και οι εναλλακτικές τεχνολογίες μπαταριών γίνονται όλο και πιο δημοφιλείς, το κοβάλτιο πιθανότατα θα γίνει όλο και λιγότερο απαραίτητο για την επανάσταση της ηλεκτροκίνησης. Πολλοί εκτιμούν πως τομέας ανακύκλωσης μπαταριών ιόντων λιθίου αναμένεται να σημειώσει ταχεία ανάπτυξη την επόμενη δεκαετίας. Οι εκθέσεις της βιομηχανίας εκτιμούν ότι μέχρι το 2030 θα αυξηθεί κατά 22% ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του κλάδου, με την αρχική κινητήρια δύναμη να είναι η ασιατική αγορά.

Επιπλέον, αναμένεται ότι η τεχνολογία των μπαταριών τελικά θα απομακρυνθεί από την τεχνολογία ιόντων λιθίου προς τις μπαταρίες θείου λιθίου και ενδεχομένως τελικά τις εκδοχές νατρίου ή μαγνησίου. Υπάρχουν ήδη αναφορές ότι πολλοί κατασκευαστές μπαταριών σκέφτονται να προχωρήσουν σε χημικές μεθόδους παραγωγής που χρησιμοποιούν λιγότερο κοβάλτιο και τις επόμενες δεκαετίες μπορούμε να αναμένουμε αυξανόμενο ενδιαφέρον για πιο ευρέως διαθέσιμα, φθηνότερα υλικά όπως ο σίδηρος και το θείο. Έτσι, ενώ η ζήτησή του μπορεί να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια, οι ημέρες του κοβαλτίου είναι μετρημένες, ακόμα περισσότερο από αυτές του λιθίου.

Αυτό που δεν πρόκειται να αλλάξει υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι η εργασιακή σκλαβιά στα αφρικανικά ορυχεία. Οπου, κατά πάσα πιθανότητα, τα παιδιά, αντί να πηγαίνουν στο σχολείο και να παίζουν, θα δουλεύουν για τις νέες, μελλοντικές πρώτες ύλες των πολυεθνικών.