Η συγκινητική για πολλούς ομιλία της Όπρα Γουίνφρεϊ στις Χρυσές Σφαίρες την προηγούμενη Κυριακή προκάλεσε το αίσθημα της κοινής γνώμης, όχι μόνο για το περιεχόμενό της, αλλά και για τη σεναριολογία που έμελλε να ξεσπάσει τις επόμενες μέρες. Αυτή θέλει τη διάσημη παρουσιάστρια και επιχειρηματία να είναι έτοιμη να ζητήσει το χρίσμα των Δημοκρατικών για να είναι υποψήφια στις επόμενες εκλογές για την προεδρία των ΗΠΑ, απέναντι στον  Ρεπουμπλικάνο Ντόναλντ Τραμπ.

Παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται μέχρι στιγμής, όπως ήταν φυσικό, οι αντιδράσεις είναι ήδη πολλές, θετικές και αρνητικές. Η Όπρα φαίνεται πως έχει ήδη πληθώρα υποστηρικτών, αλλά και αντιπάλων που τονίζουν τους κινδύνους στους οποίους θα τεθούν οι Δημοκρατικοί αν επιλέξουν το δρόμο που πήραν οι Ρεπουμπλικάνοι με την εκλογή ενός προσώπου της showbiz όπως ο Τραμπ.

Όπως σημειώνει το Atlantic, η δισεκατομμυριούχος Όπρα Γουίνφρεϊ είναι αναμφίβολα χαρισματική επικοινωνιακά, όμως δεν έχει ασχοληθεί καθόλου με την πολιτική. Από την άλλη διατηρεί ένα ισχυρό προφίλ και φαίνεται να ταιριάζει ιδεολογικά με την πολιτική πλατφόρμα των Δημοκρατικών. Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι είναι αφροαμερικανή και γυναίκα, σε ένα κόμμα του οποίου η εκλογική βάση στηρίζεται κατά πολύ σε αφροαμερικανούς και γυναίκες ψηφοφόρους, αποτελεί πλεονέκτημα.

Διαβάστε επιπλέον: «Αυτό που ξέρω σίγουρα» της Όπρα Γουίνφρεϊ

Η μη ενασχόληση της Γουίνφρεϊ με την πολιτική θεωρείται βέβαια από πολλούς και θετικό στοιχείο, υπό την έννοια ότι η ήττα των Δημοκρατικών στις προηγούμενες, προέκυψε με την υποψηφιότητα της Χίλαρι Κλίντον, που έφερε στους ώμους της μακροχρόνια καριέρα στο στίβο της πολιτικής. Μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας δηλώνει κουρασμένο από τους «επαγγελματίες» πολιτικούς. Πέρα από αυτό, έντονη είναι η σκέψη εντός των Δημοκρατικών κύκλων ότι μια υποψηφιότητα της διάσημης παρουσιάστριας θα μπορούσε να «γιατρέψει τις πληγές» του κόμματος, λόγω της διαίρεσης που προκλήθηκε στο εσωτερικό τους ενόψει της επιλογής ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη Κλίντον και του μαρξιστή Μπέρνι Σάντερς το 2016.

Όμως εάν οι Δημοκρατικοί σήμερα υποστηρίζουν ότι το βασικό ελάττωμα του Τραμπ είναι πως δεν έχει ιδέα τι κάνει και δεν θα έπρεπε ποτέ να του είχε επιτραπεί η πρόσβαση στο οβάλ γραφείο, τότε είναι πραγματικά δύσκολο να δικαιολογηθεί η προώθηση ενός ατόμου όπως η Γουίνφρεϊ που δεν έχει εμπειρία στην πολιτική. Αναλυτές επισημαίνουν πως οι κίνδυνοι επανάληψης της πολιτικής των Ρεπουμπλικάνων είναι πολύ μεγάλη και αρκετοί εκτιμούν πως μια επιλογή της Όπρα ενδεχομένως θα ενίσχυε το λαϊκίστικο ρεύμα που θέλει την πολιτική αντιπαράθεση να διεξάγεται με οπαδικούς όρους.

Ενδιαφέρον έχει όμως να αναζητήσει κανείς και την πραγματική «πολιτική» ταυτότητα της Γουίνφρεϊ.  Ο Guardian, το 2015 αφιέρωσε ένα άρθρο 2000 λέξεων για να αναδημοσιεύσει ένα απόσπασμα από το βιβλίο «New Prophets of Capital» της Νικόλ Ασχοφ. Το άρθρο, με τίτλο «Όπρα Γουίνφρεϊ: μία από τις καλύτερες νεοφιλελεύθερες καπιταλίστριες διανοούμενες στον κόσμο», εξέταζε τον τρόπο με τον οποίο καταφέρνει η παρουσιάστρια να είναι τόσο δημοφιλής.

Η Άσχοφ αναφέρει στο βιβλίο της πως η Γουίνφρεϊ είναι μέλος μιας ομάδας ανθρώπων που ανήκουν στην ελίτ και που παρουσιάζουν «πρακτικές λύσεις στα προβλήματα της κοινωνίας οι οποίες κινούνται μέσα στη λογική των υφιστάμενων κερδοσκοπικών δομών παραγωγής και κατανάλωσης». Οι άνθρωποι αυτοί «προωθούν λύσεις βασισμένες στην αγορά για τα προβλήματα της εξουσίας των εταιριών, της τεχνολογίας, των διακρίσεων φύλου, της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, της αλλοτρίωσης και της ανισότητας».

«Η δημοτικότητά της προέρχεται εν μέρει από το μήνυμα της ενσυναίσθησης, της υποστήριξης και της αγάπης σε μια ολοένα πιο αγχωτική, αποξενωμένη κοινωνία. Σε αυτό το κλίμα άγχους και αβεβαιότητας, η Όπρα μας λέει τις ιστορίες της για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τα συναισθήματά μας, να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες και να βελτιώσουμε τη ζωή μας σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Παρουσιάζει το προσωπικό της ταξίδι προς το Αμερικανικό όνειρο, οι ιστορίες της ωστόσο κρύβουν τον καθοριστικό ρόλο των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δομών». Σε μια συνθήκη όμως, όπου η εργατική τάξη των ΗΠΑ βάλλεται με κάθε τρόπο, και με τους Δημοκρατικούς να μαζεύουν ακόμη τα κομμάτια τους μετά την εκλογή Τραμπ, μη μπορώντας να την εξηγήσουν πλήρως, γεννιέται φυσικά το ερώτημα του τι δουλειά έχει η Όπρα Γουίνφρεϊ στον εκλογικό στίβο, όταν ο λόγος της και οι πράξεις της απέχουν κατά πολύ από τις διεκδικήσεις των ανθρώπων που υποτίθεται ότι προασπίζεται.

Από την άλλη, το πρόταγμα του Μπέρνι Σάντερς βρήκε απήχηση, κυρίως στους νέους, όμως από πολλούς κρίθηκε «πολύ Αριστερός» και τελικά ηττήθηκε από την Χίλαρι Κλίντον στις εσωκομματικές εκλογές των Δημοκρατικών. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να υποστηρίξει πως μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας δεν ενδιαφέρεται για όλα αυτά και αρκείται στην επικοινωνία. Είναι γνωστό πως οι αμερικάνοι λατρεύουν τα σόου σε κάθε τομέα, από τον αθλητισμό μέχρι την πολιτική. Εξάλλου το επικοινωνιακό προφίλ αποτελεί παραδοσιακά ένα από τα σημαντικότερα χαρτία για τους υποψήφιους προέδρους. 

Το τι θα γίνει πραγματικά με το χρίσμα των Δημοκρατικών στην επόμενη εκλογική διαδικασία στις ΗΠΑ είναι ακόμη αβέβαιο. Το επόμενο διάστημα σίγουρα θα κάνουν την εμφάνισή τους δημοσκοπήσεις σχετικά με τη δημοφιλία της Όπρα αλλά και τις πιθανότητες που έχει για νίκη κόντρα στον Τραμπ. Το μόνο σίγουρο είναι πως η κατάσταση στις ΗΠΑ, τη χώρα που μεταπολεμικά αναδείχθηκε σε κυρίαρχο της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομικής σκηνής, δείχνει να έχει «ξεφύγει». Ο χρόνος θα δείξει τι άλλο μπορεί να μας επιφυλάσσουν. Εξάλλου μέχρι τότε θα μας απασχολεί ο Ντόναλντ Τραμπ και τα αποτελέσματα που η αλλοπρόσαλλη πολιτική του έχει ήδη προκαλέσει... και όσα ακόμη θα προκαλέσει.