Οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) ηττήθηκαν στη Μοσούλη, στο προπύργιό τους στο Ιράκ, και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Ο πρωθυπουργός του Ιράκ Χαϊντάρ Αλ Αμπαντί μίλησε για το «τέλος» και την «οριστική αποτυχία και κατάρρευση» του ISIS. Όμως αναλυτές και βετεράνοι του πολέμου στο Ιράκ προειδοποιούν για τους κινδύνους μιας εφήμερης νίκης…

Η στρατιωτική επιτυχία της Ιρακινής κυβέρνησης, με την υποστήριξη των ΗΠΑ και του δυτικού συνασπισμού, «δεν επιλύει το βαθύτερο και πιο επικίνδυνο πρόβλημα, που στο Ιράκ δεν είναι άλλο από τον κατακερματισμό του. Η ήττα του Ισλαμικού Κράτους στην ιρακινή επικράτεια θα φέρει τους νικητές αντιμέτωπους με την σκληρή πραγματικότητα: Το Ιράκ διολισθαίνει σε μια οριστική αποτυχία ως κράτος», επισήμαναν δύο βετεράνοι (Buddhika B. Jayamaha και Kevin Petit) και ένας πολιτικός αναλυτής (Will Reno) τον Απρίλιο σε άρθρο τους στο Small Wars Journal, σχολιάζοντας τη διαφαινόμενη νίκη έναντι των τζιχαντιστών.

Ως παραδείγματα αναφέρονταν σε ανάλογες αποτυχίες όπως στη Λιβύη, την Υεμένη και τη Σομαλία και προέβλεπαν πως ο αυξανόμενος κατακερματισμός των ενόπλων δυνάμεων στο εσωτερικό του Ιράκ θα επιταχύνει τη «διάλυση της κεντρικής κρατικής εξουσίας» και αποτελεί τη μεγάλη απειλή για γενικευμένες ένοπλες συγκρούσεις.

Οι δυσοίωνες εκτιμήσεις πηγάζουν από τρεις θεμελιώδεις πολιτικούς παράγοντες, οι οποίοι, όπως υπογραμμίζουν, σε καμία περίπτωση δεν αμβλύνονται με τη νίκη έναντια στους τζιχαντιστές. Ειδικότερα αυτοί οι τρεις παράγοντες είναι:

  1. Ο κατακερματισμός του πολιτικού συστήματος
  2. Η εξάπλωση και ενίσχυση ένοπλων ομάδων
  3. Η έλλειψη κεντρικού συντονισμού στην εξωτερική πολιτική

Οι τρεις παραπάνω παράγοντες ενισχύουν τις σεχταριστικές διαιρέσεις σε όλη τη χώρα και αυξάνουν τον κίνδυνο μια γενικευμένης σύγκρουσης μεταξύ διαφορετικών ομάδων, κυρίως υποκινούμενες από θρησκευτικούς λόγους, που θα διεκδικήσουν την εξουσία και θα προωθήσουν τα συμφέροντά τους. Αυτό ωστόσο που δεν αναφέρεται από τους τρεις αρθρογράφους είναι πως η θρησκευτική βία δεν ξέσπασε ξαφνικά, αλλά γιγαντώθηκε ως άμεση επίπτωση της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ. Όσο για τις ευθύνες της διεφθαρμένης κυβέρνησης, θα πρέπει να σημειωθεί πως η εν λόγω διοίκηση τοποθετήθηκε στη χώρα επίσης από τις ΗΠΑ και τον δυτικό συνασπισμό.

Σήμερα, αυτές οι ομάδες εδραιώνονται με τέτοιο τρόπο στην κοινωνία που έχει ως αποτέλεσμα την εξασθένιση του κεντρικού κράτους, το οποίο επίσης λειτουργεί με αντίστοιχο τρόπο στο Ιράκ. Αν σε αυτή την κατάσταση προστεθούν και τα ζητήματα της πετρελαϊκής παραγωγής και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, τότε η πιθανότητα να βρεθεί μια ισορροπία μικραίνει ακόμη περισσότερο.

Ο Ναφέζ Αχμέντ, ο συγγραφέας και ερευνητής δημοσιογράφος με σημαντικές διεθνείς διακρίσεις, υπογραμμίζει πως βάσει των τελευταίων εκτιμήσεων η παραγωγή πετρελαίου στο Ιράκ θα κορυφωθεί περίπου το 2025. Όμως η πτώση στις τιμές του πετρελαίου προκαλεί σημαντική αιμορραγία στα κρατικά έσοδα και δεν αποκλείεται σύντομα, μετά από περίπου μια δεκαετία, το Ιράκ να βρεθεί αντιμέτωπο και με μια πτώση της παραγωγής λόγω των παγκόσμιων συνθηκών και του κόστους. Την ίδια στιγμή η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη λειψυδρία, η οποία έχει καταστροφικές συνέπειες για την εγχώρια γεωργική παραγωγή.

Σε αυτό το πλαίσιο η δυνατότητα της κεντρικής κυβέρνησης να διατηρήσει την εδαφική της ακεραιότητα παρέχοντας δημόσια αγαθά και υπηρεσίες θα είναι ακόμη πιο περιορισμένη γεγονός που θα εντείνει τις συγκρούσεις, ιδιαίτερα όταν αναφερόμαστε σε ομάδες που ήδη διεκδικούν την αυτονομία τους, όπως οι Κούρδοι και μεγάλες ομάδες Σουνιτών στο Δυτικό Ιράκ.

Παράλληλα το Ιράκ, εκτός από τις εσωτερικά ζητήματα, έχει να αντιμετωπίσει και τις πιέσεις από το εξωτερικό. Σύμφωνα με τον Ναφέζ Αχμέντ, που επικαλείται στοιχεία, ο Ντόναλντ Τραμπ και η νέα αμερικανική κυβέρνηση στρέφεται όλο και περισσότερο προς ένα σχέδιο διάλυσης του Ιράκ με βασικό στόχο να έχει ευκολότερη πρόσβαση σε φυσικούς πόρους, όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, τους οποίους θα διαχειρίζονται αυτόνομες τοπικές κυβερνήσεις, προφανώς με μικρότερη ισχύ σε διεθνές επίπεδο συγκριτικά με ένα κυρίαρχο κράτος.

Το προηγούμενα χρόνια οι δυτικές εταιρείες αντιμέτωπιζαν, κατά περίπτωση, ορισμένες δυσκολίες στην πρόσβασή τους σε αυτές τις περιοχές κυρίως λόγω της γραφειοκρατίας της κεντρικής κυβέρνησης. Η κατάρρευση της κεντρικής διοίκησης θα οδηγήσει σε κατάργηση των όποιων διαδικασίων και έτσι το «πρόβλημα» παρακάμπτεται.

Εκτός όμως από την επέλαση των συμφερόντων, η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ έχει επιφέρει και μια τεράστια αλλαγή στην κοινωνία της χώρας, καθώς οδηγήσε σε μια άνευ προηγουμένου ενίσχυση των εξτρεμιστικών ομάδων. Μάλιστα οι ΗΠΑ και η αμερικανοσυντηρούμενη κυβέρνηση κατά καιρούς εκμεταλλεύτηκαν αυτές τις ομάδες που αναδύθηκαν μέσα από τη φρίκη της κατοχής και του πολέμου, στρατολογώντας μέλη τους.

Η αποτυχία του ιρακινού κράτους αποτελεί στην ουσία το αποτέλεσμα μιας μακράς και συνεχόμενης εμπλοκής της Δύσης, κυρίως των ΗΠΑ και της Βρετανίας, στη χώρα. Πρόκειται για μια ιστορία που δεν περιορίζεται στα χρόνια από το 2003 μέχρι σήμερα, ούτε ακόμα από το 1991, αλλά έχει τις ρίζες στις αρχές του 20ου αιώνα. Προκειται για μια παρατεταμένη κατάρρευση, που τροφοδοτείται από την προσπάθεια δημιουργία καθεστώτων με στόχο την εξυπηρέτηση συμφερόντων. Η αμερικανοβρετανική εμπλοκή αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες αστάθειας στην περιοχή, η οποία ωστόσο ενισχύεται και από άλλους παράγοντες όπως η κλιματική αλλαγή, η λειψυδρία, τα ενεργειακά, οι θρησκευτικές εντάσεις κ.α.

Μπορεί έστω και σήμερα να ανατραπεί αυτή η πορεία, η διολίσθηση προς την αποτυχία; Ενδεχομένως αν οι διάφορες δυνάμεις στο εσωτερικό του Ιρακ αναζητοιύσαν μια υγιέστερη και παραγωγικότερη συνεργασία θα ήταν ένα σημαντικό βήμα. Κανείς όμως δεν θα πρέπει να ξεχνάει την υπαιτιότητα των ΗΠΑ, της Βρετανίας και των υπόλοιπων δυτικών συμμάχων σε αυτή την κατάσταση.

Με πληροφορίες από το άρθρο του Ναφέζ Αχμέντ στο Alternet