Για την μεγάλη ευκαιρία που βλέπει η Κίνα στην επιχειρηματική της δραστηριότητα στην Ελλάδα μιλάει η γερμανική εφημερίδα Sueddeutsche Zeitung σε ανταπόκρισή της από την Αθήνα. «Όποια ετικέτα και να βάλει κανείς στον Πειραιά ,"πύλη της Ευρώπης", "προγεφύρωμα", "κεφάλι του δράκου", η δραστηριοποίηση των Κινέζων είναι μέρος ενός γιγαντιαίου σχεδίου για επενδύσεις σε 65 χώρες. Η Κίνα δημιουργεί έναν νέο δρόμο του μεταξιού. Από δω θα ξεκινάνε σιδηροδρομικές συνδέσεις μέσω των Βαλκανίων προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη», γράφει ο ανταποκριτής της εφημερίδας του Μονάχου. Πράγματι, εταιρείες όπως η Sony, η Huawei και η Hewlett Packard αποφάσισαν να μεταφέρουν τα προϊόντα τους στην Ευρώπη μέσα από το λιμάνι του Πειραιά.

«Η Κίνα επενδύει ένα δισ. ευρώ στην Ελλάδα και επεκτείνεται... διαρκώς επεκτείνεται. Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση έβλεπε στην Ελλάδα τον κίνδυνο, η Κίνα είδε την ευκαιρία», επισημαίνει μεταξύ άλλων η εφημερίδα. Όντως. Στο Παρίσι θεωρούν ότι η απόκτηση του λιμανιού του Πειραιά από την κινεζική Cosco  «συνιστά ένα είδος ευρωπαϊκής αποτυχίας». Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα, ο Γάλλος πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, κάλεσε τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να προχωρήσουν σε επενδύσεις στην Ελλάδα. Αναφερόμενος εμμέσως πλην σαφώς στην παραχώρηση του μεγαλύτερου ελληνικού λιμανιού, του Πειραιά, στην κινεζική Cosco, ο Μακρόν είπε ότι δεν μπορεί να επενδύουν στην Ελλάδα επιχειρήσεις εκτός ΕΕ και οι ευρωπαϊκές να μην το πράττουν. «Αυτό δείχνει ότι εμείς οι Ευρωπαίοι δεν πιστεύουμε στους εαυτούς μας», είπε ο Μακρόν ενώπιον επιχειρηματιών στην Αθήνα.

Είναι γεγονός πως η Ελλάδα και η Πορτογαλία αποτελούν τα εύστοχα παραδείγματα για τις σχέσεις Κίνας και Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύγχρονο κόσμο, για την ακρίβεια της εισαγωγής κι επέκτασης του κόκκινου δράκου στην ΕΕ, η οποία αισθάνεται πια έντονα την «κόκκινη απειλή». Αν την περίοδο του «Κόκκινου Τρόμου» (Red Scare), που διήρκεσε από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 ως τα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο φόβος ήταν η επιρροή των αμερικανικών ιδρυμάτων και οργανισμών από τους κόκκινους σοβιετικούς πράκτορες, σήμερα ο φόβος είναι η επιρροή των ευρωπαϊκών (κυρίως) εταιρειών και υποδομών από τους κόκκινους Κινέζους επενδυτές.

Οι Ευρωπαίοι βλέπουν κινδύνους, οι Κινέζοι ευκαιρίες

Το θέμα της διείσδυσης κινεζικού κεφαλαίου μέσω επενδύσεων σε καίριους τομείς και οι πιθανές οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις τους έχουν αρχίσει να απασχολούν σοβαρά την ΕΕ τουλάχιστον δυο χρόνια τώρα. Οι νέες τάσεις της επενδυτικής πολιτικής της Κίνας που οφείλονται στην αλλαγή των συμφερόντων της Κίνας και στις ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη τρομάζουν τους Ευρωπαίους κι ενθουσιάζουν τους Κινέζους. Εκεί που οι πρώτοι βλέπουν κινδύνους, οι δεύτεροι βλέπουν ευκαιρίες.

Η ΕΕ ήταν ένας από τους πρώτους πέντε επενδυτές στην Κίνα, ενώ αντίστοιχα οι κινεζικές επενδύσεις στην ΕΕ αποτελούσαν ελάχιστο ποσοστό των συνολικών κινεζικών άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) στον κόσμο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της κινεζικής κυβέρνησης, μόνο το 5% των συνολικών κινεζικών ΑΞΕ έχουν κατευθυνθεί στην Ευρώπη την περίοδο 2004-2010. Την ίδια περίοδο, το 72,0% των κινεζικών ΑΞΕ έχουν κατευθυνθεί στην Ασία.

Η χρηματοοικονομική κρίση όμως άλλαξε δραστικά την κατεύθυνση των κινεζικών ΑΞΕ. Με τη χρηματοπιστωτική κρίση, η Ευρώπη έγινε ο επιλεκτικός προορισμός των κινεζικών ΑΞΕ. Από το 2011, οι ευρωπαϊκές χώρες άρχισαν να δέχονται τις κινεζικές επενδύσεις ως μέσο αντιστάθμισης της έλλειψης δημόσιας ρευστότητας, καθώς και των δυσκολιών με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες οι ιδιωτικές επιχειρήσεις να έχουν πρόσβαση στις πιστώσεις.

Αποτέλεσμα, οι κινεζικές επενδύσεις προς χώρες-μέλη της ΕΕ έχουν εκτοξευθεί και από σχεδόν ανύπαρκτες μέχρι τα μέσα των '00s, το 2016 είχαν φτάσει στα 35 δις ευρώ. Ταυτόχρονα, παρά το γεγονός ότι οι βασικοί αποδέκτες κινεζικών κεφαλαίων ήταν και παραμένουν οι μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης (Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία), η Κίνα έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον για διάφορες περιοχές της ηπείρου, από τις σκανδιναβικές χώρες, έως τις Μεσογειακές.

Έτσι, οι Κινέζοι αύξησαν τις επενδύσεις τους στις οικονομίες που χτυπήθηκαν σκληρά από τη χρηματοοικονομική κρίση. Για παράδειγμα: τα ποσοστά των κινεζικών επενδύσεων σε Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία και Κύπρο, στο σύνολο των επενδύσεων στην ΕΕ, αυξήθηκαν από 8% την περίοδο 2009-2011, στο 33% την περίοδο 2012-2014. Οι Κινέζοι εκμεταλλεύθηκαν τις ευκαιρίες από τις ιδιωτικοποιήσεις κυρίως στις υποδομές, στις μεταφορές και στις υπηρεσίες. Το 2011, οι επιχειρήσεις της ΕΕ είχαν επενδύσει περίπου 18 δισ. ευρώ στην Κίνα, ενώ αντίστοιχα οι κινεζικές επιχειρήσεις λιγότερο από 4 δισ. ευρώ. Το 2014 η Κίνα, αντιθέτως, επένδυσε στην ΕΕ 18 δισ. δολάρια ενώ η ΕΕ περίπου 8 δισ. δολάρια.

Η ΕΕ αμύνεται, η Κίνα επηρεάζει

Η ΕΕ από την πλευρά της δεν μπορεί παρά να θέλει να προστατεύσει τις ευρωπαϊκές εταιρείες ενάντια στα σχέδια εξαγορών της Κίνας. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν ζήτησε μεγαλύτερο έλεγχο στις κινεζικές άμεσες ξένες επενδύσεις, ενώ η Γερμανίδα καγκελάριος Μέρκελ δήλωσε ότι σκέφτεται τον προσδιορισμό και την προστασία των «στρατηγικών βιομηχανιών» στην ΕΕ όπως οι νέες τεχνολογίες, εκφράζοντας και τον κίνδυνο υπερβολικής εξάρτησης από κινεζικά κεφάλαια.

Έτσι, κατά τη διάρκεια της 19ης Συνόδου Κορυφής Ε.Ε.-Κίνας, τον περασμένο Ιούνιο οι διαφορές σε θέματα εμπορίου έκαναν την εμφάνισή τους. Όπως αναφέρει σε εκτενές δημοσίευμά του το Politico,  η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία - που επιδιώκουν να εμποδίσουν τις κινεζικές επιχειρήσεις σε στρατηγικούς τομείς - είχαν νωρίτερα ζητήσει από τους ηγέτες της ΕΕ να καλέσουν από κοινού την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει «τους τρόπους για τον έλεγχο των επενδύσεων από τρίτες χώρες».

Αυτή η γραμμή θα προετοίμαζε το δρόμο για την Επιτροπή ώστε να παρακολουθεί και ενδεχομένως να εμποδίζει ή να μπλοκάρει τις κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη και τις εξαγορές μεγάλων στρατηγικών εταιρειών, εν μέρει λόγω του ότι ευρωπαϊκές εταιρίες δεν έχουν αντίστοιχα πρόσβαση στην Κίνα και λόγω του ότι υπάρχει ο κίνδυνος η Κίνα να αποκτήσει πολύτιμη ευρωπαϊκή τεχνολογία.

Στα τελικά όμως συμπεράσματα της συνόδου η πρόταση του ελέγχου αντικαταστάθηκε με μια διατύπωση που απλώς χαιρετίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής να «αναλύσει τις επενδύσεις τρίτων χωρών σε στρατηγικούς τομείς». Σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά ένας συνασπισμός χωρών που περιελάμβανε παραδοσιακούς οπαδούς ελεύθερων συναλλαγών όπως η Φινλανδία, η Σουηδία και οι Κάτω Χώρες αλλά και την Πορτογαλία, την Ελλάδα, τη Μάλτα και την Τσεχία, οι οποίες έχουν «υποδεχθεί» μεγάλες κινεζικές επενδύσεις.

Μας χρεώνεται; Δεν αγοράζουμε, λένε οι Κινέζοι

Ο Said Abdu, μέλος της Επιτροπής Εμπορίου του σουηδικού κοινοβουλίου από το Κόμμα των Φιλελευθέρων, δήλωσε ότι η αντιπολίτευση της Σουηδίας στη Σύνοδο «θα μπορούσε να συνδεθεί με το γεγονός ότι οι δύο μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες της Σουηδίας [NEVS και Volvo] ανήκουν σε Κινέζους επενδυτές».

Ήταν μια μικρή αλλαγή στη γλώσσα. Αλλά όταν πρόκειται για την ευρωπαϊκή πολιτική, μια μικρή αλλαγή στη γλώσσα μπορεί να δείξει μια μεγάλη αλλαγή στην κατεύθυνση. Η αλλαγή, λένε οι αξιωματούχοι που εμπλέκονται στη σύνταξή της, είναι ένα από τα σαφέστερα παραδείγματα για την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο το Πεκίνο επηρεάζει τη λήψη αποφάσεων στην ΕΕ.

Η πρωτοβουλία για περιορισμούς στις κινεζικές επενδύσεις ξεκίνησε με επιστολή που έστειλε η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία το Φεβρουάριο ζητώντας από την Επιτροπή να εργαστεί σε ένα εργαλείο ελέγχου των επενδύσεων που παρέχει πρόσθετη προστασία βάσει οικονομικών κριτηρίων.

Ως πρότυπο για την ΕΕ, οι Γάλλοι διπλωμάτες χρησιμοποίησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου μια επιτροπή ελέγχει και μερικές φορές αποκλείει τις ξένες αγορές στρατηγικών περιουσιακών στοιχείων - κυρίως από την Κίνα. Η συζήτηση υπήρξε έντονη, με τον υπουργό Εμπορίου της Φινλανδίας να προειδοποιεί ότι η εισαγωγή προστατευτικών μέτρων θα μπορούσε να προκαλέσει έναν εμπορικό πόλεμο. Τελικά, η πρόταση για μηχανισμό προσυμπτωματικού ελέγχου σε επίπεδο ΕΕ μπλοκαρίστηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Τον Σεπτέμβριο, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ πρότεινε τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για τον έλεγχο των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση που όμως λίγη σχέση έχει με αυτό που είχαν στο μυαλό τους η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία.

Ο νόμος θα παρέχει μόνο καθοδήγηση στις εθνικές κυβερνήσεις, οι οποίες μπορούν ήδη να ελέγξουν και να μπλοκάρουν τις εξαγορές στρατηγικών εταιρειών. Βασικά, δεν δίνει στις Βρυξέλλες την εξουσία να αναγκάσουν τις χώρες να αναλάβουν δράση.

Στις 13 Σεπτεμβρίου, στην ετήσια ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ δήλωσε: «Επιτρέψτε μου να πω για τελευταία φορά: Δεν είμαστε αφελείς θιασώτες του ελεύθερου εμπορίου. Η Ευρώπη πρέπει πάντα να υπερασπίζεται τα στρατηγικά συμφέροντά της. Γι' αυτόν τον λόγο προτείνουμε σήμερα ένα νέο ενωσιακό πλαίσιο για τον έλεγχο των επενδύσεων. Εάν κάποια ξένη κρατική επιχείρηση θέλει να αγοράσει ένα ευρωπαϊκό λιμάνι, ένα τμήμα της ενεργειακής μας υποδομής ή κάποια εταιρεία αμυντικής τεχνολογίας, αυτό θα πρέπει να γίνει υπό απόλυτη διαφάνεια και μετά από έλεγχο και διάλογο. Αποτελεί πολιτική μας ευθύνη να γνωρίζουμε τι συμβαίνει μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, ώστε να μπορούμε να προστατεύσουμε τη συλλογική μας ασφάλεια εάν χρειαστεί».

Η αρμόδια για το εμπόριο Επίτροπος της ΕΕ κ. Σεσίλια Μάλμστρομ δήλωσε: «Στόχος των προτάσεών μας είναι να παραμείνει η ΕΕ ανοιχτή στις ξένες επενδύσεις, με ένα διαφανές και προβλέψιμο πλαίσιο που δεν εισάγει διακρίσεις. Ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον έλεγχο των άμεσων ξένων επενδύσεων θα μας επιτρέψει να αντιδρούμε συλλογικά και να υπερασπιζόμαστε τα ευρωπαϊκά στρατηγικά μας συμφέροντα όταν βρίσκονται σε κίνδυνο».

Το Πεκίνο από την πλευρά του εκφράζει ανησυχίες σχετικά με τις κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη. Τον Σεπτέμβριο, ο εκπρόσωπος του Κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Lu Kang επέκρινε την πρόταση του Γιούνκερ. «Η πρακτική του προστατευτισμού του εμπορίου και των επενδύσεων θα έχει περισσότερες απώλειες παρά κέρδη», είπε σε μια ενημέρωση στο Πεκίνο. Η ΕΕ πρέπει να «αποφύγει να δημιουργήσει σύγχυση και αρνητικό κλίμα στον έξω κόσμο».

Νέες διαχωριστικές γραμμές, νέες σφαίρες επιρροής

«Υπάρχουν αρκετές χώρες που κέρδισαν τους τελευταίους μήνες και χρόνια από τις κινεζικές άμεσες επενδύσεις», δήλωσε ο Matthias Machnig, Γερμανός γραμματέας των κρατικών οικονομικών υποθέσεων «και τώρα οι Κινέζοι άσκησαν πίεση στις χώρες αυτές».

Το Πεκίνο προσπαθούσε πάντα να επηρεάσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη λήψη αποφάσεων. Αλλά η κύρια απειλή της βασιζόταν παραδοσιακά στο μέγεθος της αγοράς της. Εάν η ΕΕ σχεδίαζε έναν νόμο που δεν άρεσε στο Πεκίνο, η Κίνα θα απειλούσε να σταματήσει να αγοράζει γαλλικά κρασιά ή γερμανικά αυτοκίνητα.

Όταν το 2012 η ΕΕ σχεδίαζε να χρεώνει όλες τις αεροπορικές εταιρείες - συμπεριλαμβανομένων των ξένων αεροπορικών εταιρειών που πετούν προς την ΕΕ - για τον άνθρακα που εκπέμπεται κατά τις πτήσεις, η Κίνα απειλούσε να σταματήσει να αγοράζει αεροπλάνα από την Airbus. Η Γαλλία, η Γερμανία και η Βρετανία, όπου η Airbus είναι ένας μεγάλος εργοδότης, πίεσαν τότε την σχετική Επιτροπή να παγώσει την πρότασή της.

Τώρα - όπως έδειξε η συνάντηση του Ιουνίου - το Πεκίνο βρήκε έναν νέο τρόπο να ασκήσει πίεση στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

«Υπάρχουν νέες διαχωριστικές γραμμές στην ΕΕ που δεν είναι απαραιτήτως οι παραδοσιακές μεταξύ των βόρειων, και νότιων χωρών», δήλωσε ο André Sapir, ανώτερος συνεργάτης στο Bruegel το ευρωπαϊκό think tank που ειδικεύεται στην οικονομία. «Οι νότιες χώρες συνήθιζαν να προτιμούν μια πιο σκληρή γραμμή εναντίον της Κίνας, αλλά τότε ήρθε η κρίση».

Κατά την τελευταία δεκαετία, η ΕΕ έχει γίνει ο κορυφαίος προορισμός για τους κινέζους επενδυτές, οι οποίοι έχουν αγοράσει τράπεζες, λιμάνια, εταιρείες ενέργειας και υψηλής τεχνολογίας σε όλο το μπλοκ. Η αντιμετώπιση των κινεζικών επενδύσεων είναι «η επόμενη μεγάλη μάχη», δήλωσε ο Axel Eggert, γενικός διευθυντής της Eurofer, της Ευρωπαϊκής Ένωσης Χάλυβα. «Δεν πρόκειται μόνο για κλοπή βασικών τεχνολογιών. Πρόκειται για την επίτευξη πολιτικού ελέγχου».

Οι κρίσεις, οι επενδύσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Η επιρροή του Πεκίνου, λένε οι επικριτές της Κίνας, μπορεί να επιβεβαιωθεί και σε μια πρόσφατη σειρά ψηφοφοριών για τα ανθρώπινα δικαιώματα. «Τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους, η Ελλάδα μπλόκαρε τη δήλωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Ηνωμένα Έθνη που επέκρινε την Κίνα για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μήνες μετά την εξαγορά-κατάληψη της ναυτιλιακής εταιρείας COSCO Shipping στο λιμάνι του Πειραιά» δηλώνουν ενδεικτικά ευρωπαίοι αξιωματούχοι, επικριτές της Κίνας. Όπως άλλο παράδειγμα και η Ουγγαρία, ακόμη μια χώρα δέκτης μεγάλων επενδύσεων από την Κίνα, έχει επανειλημμένα μπλοκάρει αντίστοιχες δηλώσεις της ΕΕ που καταγγέλλουν την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την κυβέρνηση της Κίνας. Το ίδιο και η Κροατία, η Σλοβενία, κ.ά.

«Η στρατηγική της Κίνας στην Ευρώπη είναι το διαίρειν και βασίλευε», υποστηρίζει ο Franck Proust, Γάλλος ευρωβουλευτής και συντάκτης της έκθεσης για τον έλεγχο των επενδύσεων στην Ευρώπη. «Και λειτουργεί επειδή τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ είναι ανίκανα να παραμείνουν αλληλέγγυα μεταξύ τους». Δεν είναι ότι το Πεκίνο υπαγορεύει πολιτική στη Λισαβόνα, την Πράγα, τη Βουδαπέστη ή την Αθήνα, λέει ο André Sapir. Όμως, καθώς οι χώρες αυτές έχουν και εξαρτώνται από τις κινεζικές επενδύσεις, έχουν γίνει όλο και πιο απρόθυμες να πάρουν θέσεις που θα δυσανασχετούν το Πεκίνο.

«Στην Πορτογαλία και την Ελλάδα, οι κινεζικές επενδύσεις έχουν αυξηθεί πολύ μετά την οικονομική κρίση των κρατών αυτών και αυτό έχει παίξει ένα ρόλο στη μετατόπιση των γραμμών». Μετά τη σύνοδο κορυφής του Ιουνίου, η Γερμανία επεσήμανε συγκεκριμένα την Πορτογαλία ως παράδειγμα μιας χώρας της ΕΕ που εμποδίζει τη νομοθεσία της ΕΕ που αντιτίθεται στο Πεκίνο, δείχνοντας την πώληση τραπεζών και ενεργειακών δικτύων σε κινεζικούς επενδυτικούς ομίλους.

Η αποτυχημένη προσπάθεια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να δημιουργήσει το έδαφος για τον έλεγχο των επενδύσεων σε επίπεδο ΕΕ είναι το πρώτο αποδεδειγμένο παράδειγμα, όπου η Κίνα χρησιμοποιεί την επενδυτική της επιρροή για να επηρεάσει και να αλλάξει μια βασική πρωτοβουλία της ΕΕ.

Τον Ιούλιο, οι δύο χώρες υπέγραψαν μνημόνιο που υπογράμμισε την προθυμία της Πορτογαλίας να συμμετάσχει στην πρωτοβουλία One Belt One Road, ένα πρόγραμμα που αποσκοπεί στην αύξηση των κινεζικών εξαγωγών προς την ΕΕ, ενώ η αεροπορική ομάδα HNA της Κίνας ανακοίνωσε απευθείας πτήσεις μεταξύ Πεκίνου και Λισαβόνας. Τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης έδειξαν ότι οι διμερείς σχέσεις με τη Λισαβόνα ήταν οι καλύτερες στην ιστορία. Η Πορτογαλία έχει βάσιμους λόγους να μην θέλει να διακόψει τη ροή χρημάτων, δήλωσε ένας ανώτερος διπλωμάτης της ΕΕ από μια νότια χώρα. Οι επενδύσεις συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην ανασυγκρότηση της πορτογαλικής οικονομίας.