Ο Ερντογάν, που απομονώνεται διεθνώς όλο και περισσότερο, πλέον δεν έχει ούτε φίλους, ούτε συμμάχους. Επιμένει στο δικό του μονοπάτι: Ασκώντας κριτική στον ΟΗΕ, και στις Ηνωμένες Πολιτείες, προσβάλοντας τους ηγέτες της Ευρώπης, δίνοντας μαθήματα σε όλο τον κόσμο.

Με αφορμή την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, και την συμμετοχή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας βρίσκεται για ακόμη μία φορά στην επικαιρότητα. Η Άγκυρα εδώ και πέντε χρόνια, βρίσκεται σε διαμάχη με το σύνολο των γειτόνων και των παραδοσιακών συμμάχων της. Η διπλωματία, αντανακλά στο εξωτερικό την εσωτερική πολιτική, και αντί να ανταποκρίνεται στα προβλήματα και να βρίσκει ειρηνικές λύσεις, έχει εξελιχθεί στα χέρια του μοναδικού ανθρώπου στην εξουσία  σε ένα όπλο και μέσο πρόκλησης απέναντι σε όλο τον κόσμο. Ο βαθμός διαφωνίας με τους γείτονες και τους παραδοσιακούς συμμάχους, φυσικά, μεταβάλλεται ανάλογα με τη συγκυρία και τον συνομιλητή.

Οι ανατροπές και οι απρόβλεπτες αλλαγές κατεύθυνσης έχουν εξελιχθεί σε κύριο χαρακτηριστικό της τουρκικής διπλωματίας. Ακόμη και τα κυβερνητικά μέσα ενημέρωσης δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τη γραμμή που έχει χαραχθεί έναντι των άλλων κρατών. Φίλοι την μία μέρα, εχθροί την επόμενη! Ακόμη και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών, που αργότερα έγινε πρωθυπουργός, ο κ. Αχμέτ Νταβούτογλου, καθηγητής διεθνών σχέσεων, είχε δηλώσει εξαρχής: «Κανένα πρόβλημα με τους γείτονες». Ιδεολόγος του νεοοθωμανισμού, ο κ. Νταβούτογλου πλέον θα είναι γνωστός για αυτές τις… καταπληκτικές στρατηγικές του κινήσεις, καθώς η Άγκυρα σήμερα δεν έχει «κανέναν φίλο» στο διεθνές στερέωμα.

Ας ξεκινήσουμε όμως με τους γείτονες:

Η Συρία: Ο Πρόεδρος Άσαντ ήταν από παλιά στενός φίλος του Ερντογάν. Οι δύο Πρόεδροι συναντιόντουσαν πολύ συχνά σε φιλικό και οικογενειακό κλίμα. Από την έναρξη του πολέμου στη Συρία όμως, ο Πρόεδρος Άσαντ άλλαξε όνομα στο επίσημο τουρκικό λεξιλόγιο, και έγινε Έσεντ, δηλαδή «ο δολοφόνος του λαού του». Ο Ερντογάν και ο Νταβούτογλου από τον Μάρτιο του 2011 πίστευαν πως «ο Πρόεδρος Έσεντ θα χάσει την εξουσία μέσα σε τρεις βδομάδες» και ότι «θα κάνουμε την προσευχή της Τετάρτης στο Μέγα Τέμενος των Ομεϋάδων της Δαμασκού». Ξεκάθαρη δήλωση της πρόθεσης κατοχής!

Η Άγκυρα στήριξε στρατιωτικά και οικονομικά, δηλαδή πολιτικά, το σύνολο των τζιχαντιστικών οργανώσεων που αποτελούν το Ισλαμικό Κράτος, και πολεμούσαν το συριακό καθεστώς. Σήμερα ο Πρόεδρος Άσαντ παραμένει στην εξουσία, έχει έχει ανακτήσει τον έλεγχο των περισσότερων περιοχών που είχαν πέσει στα χέρια των τζιχαντιστών, και κανένας Τούρκος αξιωματούχος δεν έχει φτάσει στη Δαμασκό για να προσευχηθεί την Τετάρτη στο μέγα τέμενος των Ομεϋαδών. Οι σχέσεις της Άγκυρας με την Ουάσινγκτον και τη Μόσχα επίσης επιδεινώθηκαν εξαιτίας της στάσης της στο συριακό.

Το Ιράκ: Η Άγκυρα είχε σχέσεις αγάπης και μίσους με τους Κούρδους του Ιράκ και το καθεστώς της Βαγδάτης. Στην Άγκυρα έστρωσαν το κόκκινο χαλί όταν υποδέχτηκαν τον Πρόεδρο Barzani, που προηγουμένως ήταν «ληστής ή φύλαρχος». Θα μπορούσε να πολεμήσει το PKK και επίσης θα μπορούσε να εναντιωθεί στο σιιτικό καθεστώς που διοικούσε τη Βαγδάτη. Σήμερα, για την Άγκυρα, ο Βarzani, ήρωας της κουρδικής ανεξαρτησίας στο Ιράκ, είναι ένας «επικίνδυνος που επιδιώκει την διάσπαση» και η Βαγδάτη ένας «κακός γείτονας».

Το Ιράν: Ιστορικά εχθροί από τον 17ο αιώνα, η διπλωματία του Ερντογάν αναλώνεται στον περιορισμό της επιρροής «του περσικού ιμπεριαλισμού στην μέση Ανατολή». Η Άγκυρα και Τεχεράνη συμφωνούν επί της ουσίας μόνο σε ένα θέμα: να πολεμήσουν τους Κούρδους που κατοικούν στην επικράτειά τους και να εμποδίσουν τον σχηματισμό μιας κουρδικής οντότητας στην περιοχή είτε πρόκεται για ένα κράτος, είτε για μια ομοσπονδία ή για μία επαρχία.

Το Αζερμπαϊτζαν: Η Άγκυρα πιστεύει πως χρειάζεται «ένα μοναδικό έθνος και δύο κράτη» αναφορικά με τις σχέσεις των δύο χωρών. Το βαθύ τουρκικό κράτος είχε υποκίνησει ένα πραξικόπημα εις βάρος του Αζερμπαϊτζάν και του Προέδρου Χεϊντάρ Αλίγιεφ τον Μάρτιο του 1995. Το Μπακού που βρισκόταν σε ανοιχτό πόλεμο με την Αρμενία, εναντιώθηκε στην βελτίωση των σχέσεων της Τουρκίας με την Αρμενία το 2009, και έκτοτε η Άγκυρα δεν επωφελήθηκε από τις χαμηλές τιμές στην αγορά φυσικού αερίου του Αζερμπαϊτζάν.

Η Αρμενία: ολόκληρη ένα πρόγραμμα… Η γενοκτονία του 1915 και ο πόλεμος μεταξύ του Μπακού και του Ερεβάν εμπόδισαν πάλι την θεμελίωση σχέσεων καλής γειτνίασης μεταξύ των δύο κρατών. Τα γεωγραφικά σύνορα παραμένουν πάντα κλειστά και οι δύο πρωτεύουσες έχουν ανακαλέσει τις διπλωματικές αποστολές τους.

Η Ρωσία: Ανάμεσα στους δύο Προέδρους, τον κ. Πούτιν και τον κ. Ερντογάν, υπάρχουν πολλά κοινά σημεία εάν τους δούμε ως αυτοκράτορες. Ο τουρκικός στρατός κατέρριψε ένα ρωσικό αεροπλάνο στα σύνορα με την Συρία το Νοέμβριο του 2015, και ο Ρώσος πρέσβης δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στην Άγκυρα από έναν Τούρκο αστυνομικό το Δεκέμβριο του 2016. Από τότε η Μόσχα δεν έστειλε ξανά τους τουρίστες στις ακτές της Μεσογείου και δεν αγόρασε λαχανικά από την Τουρκία.

Η Βουλγαρία: Οι αρχές στην Σόφια ενοχλούνται από τις πρωτοβουλίες της Άγκυρας που παρανόμως προκαλεί την μουσουλμανική τουρκική μειονότητα μέσω ενός μικρού πολιτικού κόμματος φίλα προσκείμενο στον Ερντογάν, το Φιλικό Κόμμα.

Η Ελλάδα: Η Άγκυρα και η Αθήνα που συνεργάζονται επιτυχώς μετά τον σεισμό στην Τουρκία του 1999, έπρεπε να αντιμετωπίσουν τουλάχιστον δύο μεγάλες κρίσεις: Αυτή των προσφύγων στο Αιγαίο και εκείνη των τούρκων στρατιωτικών που βρέθηκαν να ζητούν άσυλο στην Ελλάδα μετά το πραξικόπημα. Και οι δύο κρίσεις ακόμη περιμένουν λύσεις.

Τέλος, οι σχέσεις της Άγκυρας με τους παραδοσιακούς συμμάχους της, την Ουάσινγκτον και τις Βρυξέλλες, περνούν την μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων ετών.

Ο Ερντογάν χαρακτήρισε «ναζί» τους ηγέτες της Γερμανίας και των Κάτω Χωρών επειδή δεν επέτρεψαν να γίνουν προεκλογικές συγκεντρώσεις Τούρκων πολιτικών και υπουργών στις χώρες τους. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε, ότι το Ισραήλ, δυνητικός σύμμαχος της Άγκυρας, δεν έκρυψε την δυσαρέσκειά του: «Δεν πρέπει να γίνεται κατάχρηση του όρου ναζί».

Επιπλέον, σχεδόν όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ασκούν κριτική στον Ερντογάν γιατί καταπατά την Δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, και τις ελευθερίες της έκφρασης και του Τύπου στην Τουρκία. Οι ηγέτες της ΕΕ δεν επιθυμούν πλέον να συνεχιστούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις ενώ το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο από τον Ιανουάριο του 2017 έχει θέσει υπό έλεγχο την Τουρκία αναφορικά με τις πολλαπλές κατηγορίες παραβίασης του Κράτους Δικαίου και των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Σύμφωνα με όλους τους πολιτικούς αναλυτές, Τούρκους και ξένους, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις είναι τόσο διαρρυγμένες όσο δεν υπήρξαν τον τελευταίο αιώνα: περισσότερο από το 68% των Τούρκων,  σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, αντιλαμβάνονται τις ΗΠΑ ως βασικό εχθρό της Τουρκίας. Αυτό το υψηλό ποσοστό κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στην υποστήριξη της Ουάσινγκτον στους Κούρδους της Συρίας, που μάχονται το Ισλαμικό Κράτος. Οι Κούρδοι είτε στην Συρία, είτε στο Ιράκ ή στην Τουρκία θεωρούνται από το τουρκικό καθεστώς, και από μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ως «τρομοκράτες με αποσχιστικές τάσεις» - κατά συνέπεια «προδότες του έθνους». Οι δημοσκοπήσεις την Τουρκία, που είχαν πραγματοποιηθεί την εποχή του πολέμου στο Βιετνάμ ή και το Ιράκ, ποτέ δεν έδειξαν δυσαρέσκεια απέναντι στους Αμερικάνους.

Ο ιεροκήρυκας Φετουλάχ Γκιουλέν, πρώην σύμμαχος και πλέον εχθρός του Ερντογάν που κατηγορήθηκε ότι έστησε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, παραμένει σε αμερικανικό έδαφος.

Η αμερικανική δικαιοσύνη φυλάκισε δύο Τούρκους πολίτες, τον αντιπρόεδρο μιας δημόσιας τράπεζας και έναν έμπορο φίλα προσκείμενο στον Ερντογάν, κατηγορώντας τους ότι παραβίασαν το εμπάργκο προς το Ιράν. Οι ίδιες αρχές προσφάτως ζήτησαν την σύλληψη ενός πρώην υπουργού του Ερντογάν, με την κατηγορία ότι παραβίασε επίσης τους τραπεζικούς κανόνες και ότι χρηματίστηκε.

Ο Ερντογάν αναγκάστηκε την προηγούμενη Τετάρτη στην Νέα Υόρκη να παραδεχθεί την ολοκληρωτική αποτυχία της διπλωματίας του, όταν δήλωσε ότι «εξοπλίζετε δωρεάν τους Κούρδους της Συρίας, επομένως μας εμποδίζετε να αγοράσουμε αμερικανικά όπλα».

Η κεμαλική διπλωματία, ένα μείγμα σχεδιασμού και εφαρμογής, η οποία καθοδηγούσε το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας μέχρι την έλευση του Ερντογάν, είχε υιοθετήσει μια γραμμή επί της ουσίας φιλοδυτική. Αντιμετώπιζε με καχυποψία τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο έχοντας μειώσει στο ελάχιστο τις σχέσεις και τις επαφές μαζί του. Ο Ερντογάν όμως γύρισε την πλάτη στον δυτικό κόσμο και επιθυμεί να διακριθεί στην Ανατολή. Μέχρι στιγμής χωρίς επιτυχία.

* Ο δημοσιογράφος Ραγκίπ Ντουράν, με ρεπορτάζ και αναλύσεις, καταγράφει κάθε Σαββατοκύριακο στο Tvxs.gr,  τις εξελίξεις στη Τουρκία. [Μετάφραση: Νίκος Μίχος]