Η συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ την Τρίτη με αντικείμενο τη σφαγή στη Λωρίδα της Γάζας από τον ισραηλινό στρατό ήταν χαρακτηριστικά επιβεβαιωτική δύο κοινών διαπιστώσεων: Ο ΟΗΕ εξακολουθεί να είναι ανίσχυρος και το Ισραήλ εξακολουθεί να απολαμβάνει την κουλτούρα ατιμωρησίας του.

Το μόνο που το Συμβούλιο Ασφαλείας «πρόσφερε» στους πάνω από 60 νεκρούς Παλαιστίνιους - ανάμεσά τους, παιδιά, γυναίκες, βρέφη και άνθρωποι με αναπηρία - και στους πάνω από 2.000 τραυματίες από τα ισραηλινά πυρά, ήταν… ένα λεπτό σιγή κατά την έναρξη της συνεδρίασης. Και αυτό, ούτε καν από όλους τους διπλωμάτες: Η αμερικανική αντιπροσωπεία είχε ήδη αποχωρήσει επιδεικτικά, αρνούμενη ακόμη και αυτό το ελάχιστο δείγμα σεβασμού στους νεκρούς.

Η συνεδρίαση τελείωσε χωρίς αποτέλεσμα, αποτυπώνοντας, όμως, την αδυναμία του ΟΗΕ να παρέμβει ουσιαστικά ακόμη και όταν παραβιάζονται με τον πλέον ξεκάθαρο και κυνικό τρόπο οι χάρτες δικαιωμάτων του και τα ψηφίσματά του. Δεκαπέντε αραβικές χώρες του ΟΗΕ ζήτησαν μια «ανεξάρτητη και διαφανή έρευνα» και οκτώ ευρωπαϊκές (Σουηδία, Γαλλία, Βρετανία, Πολωνία, Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο και Ιταλία) διάβασαν μια ανακοίνωση με την οποία καλείται το Ισραήλ να δείξει «αυτοσυγκράτηση» και «να σεβαστεί το δικαίωμα στη διαδήλωση».

Η κατάσταση όμως του ΟΗΕ είναι γνωστή εδώ και χρόνια, με την ουσιαστική «κατάργησή» του κατά την επίθεση του ΝΑΤΟ στην πρώην Γιουγκοσλαβία, χωρίς εντολή του και κατά παράβαση των κανόνων του πολέμου. Αναλόγως δεν κάνουν εντύπωση οι πολλαπλές «γραμμές» στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού, στο οποίο απλώς αντανακλάται ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων που αποτελούν και τα μόνιμα μέλη του (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Βρετανία και Γαλλία).

Σε ό,τι αφορά στο Ισραήλ, το ότι για μια ακόμη φορά οι προσπάθειες καταδίκης του από τον ΟΗΕ και ποινικής δίωξής του με βάση το διεθνές Δίκαιο δεν θα έχουν αποτέλεσμα, έγινε εξαρχής προφανές, όταν η εκπρόσωπος των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Νίκι Χέιλι, υποστήριξε ότι το Ισραήλ «επέδειξε αυτοσυγκράτηση» στη Γάζα.«Καμία χώρα σε αυτήν την αίθουσα δεν θα ενεργούσε με μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση όσο το Ισραήλ» δήλωσε.

Ο Παλαιστίνιος πρεσβευτής στον ΟΗΕ Ριγιάντ Μανσούρ ήταν εκείνος που συνόψισε την κατάσταση του Συμβουλίου Ασφαλείας με μία λέξη: «Παραλυσία». Κάλεσε, δε, τους ομολόγους του «να μην διαψεύσουν τις ελπίδες» των Παλαιστινίων.

Δυστυχώς αυτές οι ελπίδες θα διαψευστούν για μια ακόμη φορά. Αν και το Ισραήλ θα μπορούσε πολύ εύκολα να διωχθεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για παραβίαση σχεδόν του συνόλου του διεθνούς Δικαίου στην περίπτωση της σφαγής στην Γάζα, νομικοί εμπειρογνώμονες θεωρούν ότι οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι και στρατιώτες είναι απίθανο να αντιμετωπίσουν σχετική έρευνα του ΟΗΕ.

Ανώτεροι αξιωματούχοι του ΟΗΕ καταδίκασαν τις δολοφονίες ως «εξωφρενική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Ο Ρούπερτ Κόλβιλ, εκπρόσωπος του επιτρόπου του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα έλεγε σε δημοσιογράφους, με μια δόση ειρωνείας προς τους ισραηλινούς ισχυρισμούς, ότι «το γεγονός πως πλησιάζουμε έναν φράκτη δεν είναι μια θανατηφόρα, απειλητική για τη ζωή πράξη»…

Επιπλέον, η Γάζα, ως κατεχόμενο έδαφος, εμπίπτει εντός του πλαισίου της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης, η οποία ρυθμίζει την προστασία των αμάχων. Ο καθηγητής Νικ Γκριφ, μέλος της Νομικής Σχολής του Κεντ λέει ότι ως κατοχική δύναμη, το Ισραήλ έχει νομική υποχρέωση να προστατεύει τον λαό της Γάζας, να μην τον απειλεί ή, ακόμα χειρότερα, να μην τον σκοτώνει.

Επίσης, το Ισραήλ, σύμφωνα με τον Γκριφ, παραβιάζει το άρθρο 6 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (το οποίο, το Διεθνές Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι ισχύει στην Κατεχόμενη Παλαιστινιακή Επικράτεια), άρθρο το οποίο δηλώνει ότι « κανείς δεν πρέπει να στερηθεί αυθαίρετα τη ζωή του».

Επιπλέον, ο σκόπιμος φόνος και η σκόπιμη πρόκληση πόνου και τραυματισμού, συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης και εγκλήματα πολέμου.

Ωστόσο ο ίδιος σημειώνει πως η βία στην Γάζα θέτει ουσιαστικά «ζήτημα της αποτελεσματικότητας του διεθνούς δικαίου όταν ισχυρά κράτη αρνούνται να συμμορφωθούν».

Από τον Ιανουάριο του 2015, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει βάλει στο μικροσκόπιο όλα τα περιστατικά χρήσης βίας από το Ισραήλ και σύμφωνα με τον  Μάικλ Σφαρν, νομικό σύμβουλο της ομάδας  υπεράσπισης δικαιωμάτων Yesh Din, οι πρόσφατες ισραηλινές πράξεις στη Γάζα σίγουρα παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο.

Αλλά και οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα κάλεσαν την Τρίτη το Διεθνές Ποινικό δικαστήριο να προσθέσει τους θανάτους στη Γάζα στη συνεχιζόμενη έρευνα για εγκλήματα πολέμου από τον ισραηλινό στρατό. Επίσης η οργάνωση κατέθεσε στοιχεία στη γενική εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, Φατού Μπενσούντα, τα οποία τεκμηριώνουν πως Ισραηλινοί στρατιώτες στόχευσαν κατευθείαν και πυροβόλησαν εναντίον τουλάχιστον 20 Παλαιστίνιων δημοσιογράφων.

Το θέμα όμως δεν είναι μόνο νομικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Η διαπίστωση, από κάθε αρμόδιο διεθνή οργανισμό, ότι το Ισραήλ παραβιάζει το διεθνές Δίκαιο και διαπράττει εγκλήματα πολέμου, παραμένει μόνο τέτοια, δηλαδή διαπίστωση, και δεν έχει γίνει πράξη, επειδή το Ισραήλ και οι ΗΠΑ, ο κατεξοχήν προστάτης του στη διεθνή διπλωματική και νομική αρένα προβάλουν συνεχώς εμπόδια προς αυτήν την κατεύθυνση. Ενίοτε και μέσα από εκβιασμούς.

Η κουλτούρα ατιμωρησίας του Ισραήλ

Χαρακτηριστική, για την εν λόγω τακτική των ΗΠΑ και του Ισραήλ, είναι η περίπτωση της προσπάθειας της ισπανικής δικαιοσύνης να παρέμβει για να προστατεύσει τα δικαιώματα Παλαιστινίων αμάχων πολιτών που έπεσαν θύματα ισραηλινού αεροπορικού βομβαρδισμού.

Τα μεσάνυχτα της 22ας Ιουλίου 2002, μια ώρα δηλαδή που ο περισσότερος κόσμος βρίσκεται σπίτι του, ένα ισραηλινό πολεμικό αεροπλάνο έριξε μια βόμβα ενός τόνου στην συνοικία Al-Daraj της πόλης της Γάζας, από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές στον κόσμο.

Στόχος ήταν ο Σαλάχ Σεχαντέχ, πρώην στρατιωτικός ηγέτης της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας, ο οποίος ήταν στο σπίτι με την οικογένειά του. Ο Σεχαντέχ και 14 πολίτες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν παιδιά, σκοτώθηκαν, 150 τραυματίστηκαν, πολλοί σοβαρά. Τα κοντινά σπίτια έπαθαν σοβαρές ζημιές ή καταστράφηκαν ολοκληρωτικά.

Λίγους μήνες αργότερα, στη Μαδρίτη, ένας δικαστής αποφάσισε, στη βάση της καθολικής δικαιοδοσίας (σσ. κατά την οποία ένα κράτος μπορεί να ασκήσει διώξεις για ορισμένα εγκλήματα ανεξάρτητα από το πού έχουν διαπραχθεί και ανεξάρτητα από την εθνικότητα των δραστών ή των θυμάτων), να κινήσει ποινική δίωξη εναντίον επτά Ισραηλινών πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων για διάπραξη εγκλήματος πολέμου.

Το δικαστήριο υποστήριξε ότι τα γεγονότα έδειχναν ακόμη και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και έτσι οι δικηγόροι δήλωσαν ότι θα κάνουν ό,τι είναι δυνατό για να αποδείξουν ότι ο βομβαρδισμός ήταν μέρος μιας πολιτικής συστηματικών επιθέσεων εναντίον άμαχου πληθυσμού.

Η ισπανική διαδικασία κινήθηκε από έξι Παλαιστίνιους, επιζήσαντες της επίθεσης, δεδομένου ότι «ήταν αδύνατο να ασκηθεί η σχετική δίωξη ενώπιον των ισραηλινών δικαστικών αρχών». Το δικαστήριο ζήτησε από το Ισραήλ στοιχεία, αλλά τελικά διαπίστωσε, ότι «τα πραγματικά περιστατικά μπορούν και πρέπει να διερευνηθούν από την ισπανική δικαιοδοσία (…) δεδομένου ότι δεν έχει ληφθεί καμία απάντηση στο αίτημα του Δικαστηρίου (…) και δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι έχει κινηθεί διαδικασία για τη διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών».

Μόλις το ισπανικό δικαστήριο κατέληξε στα παραπάνω, το Ισραήλ ισχυρίστηκε ότι διεξάγει δικαστική έρευνα και ότι το ισπανικό δικαστήριο πρέπει να σταματήσει τη δική του.

Ταυτόχρονα, μια ισραηλινή φιλειρηνική οργάνωση, η Yesh Gvul ζήτησε από τον στρατιωτικό γενικό εισαγγελέα και στη συνέχεια από τον γενικό εισαγγελέα να ανοίξει ποινική έρευνα εναντίον εκείνων που είχαν προγραμματίσει και εκτελέσει την επιχείρηση. Μια εσωτερική έρευνα στον στρατό διαπίστωσε ότι οι «παράπλευρες απώλειες» - όπως κυνικά χαρακτηρίζονται οι θάνατοι παιδιών -  ήταν το αποτέλεσμα μιας «αστοχίας» των υπηρεσιών πληροφοριών και όχι προαποφασισμένο σχέδιο.

Σιωπηρή αναγνώριση

Η Yesh Gvul και πέντε Ισραηλινοί συγγραφείς υπέβαλαν τότε αίτηση στο Ανώτατο δικαστήριο, ζητώντας να επανεξετάσει την απόφαση των αρχών να μην κινηθεί ποινική έρευνα. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την υπόθεση Σεχαντέχ κρίνοντας ότι αυτή η τακτική δεν μπορούσε να οριστεί ως νόμιμη ή παράνομη και πρέπει να καθορίζεται κατά περίπτωση με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Ο δικαστής Ααρών Μπάρακ, τότε πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, το έθεσε ως εξής: «Πάρτε τη συνήθη περίπτωση ενός μαχητή ή ενός τρομοκράτη ελεύθερου σκοπευτή που πυροβολεί στρατιώτες ή πολίτες από τη βεράντα του. Τα πυρά αυτά είναι αναλογικά, αν και ως αποτέλεσμα, βλάπτεται ένας αθώος γείτονας ή ένας περαστικός. Αυτό δεν συμβαίνει εάν το κτίριο βομβαρδιστεί από τον αέρα προκαλώντας μαζικές απώλειες μεταξύ των περαστικών και των γειτόνων».

Ο Μπάρακ εννοούσε προφανώς, αν και δεν το δήλωσε ρητά, την περίπτωση Σεχαντέχ, αναγνωρίζοντας σιωπηρά ότι είχε διαπραχθεί ένα έγκλημα πολέμου. Μετά από αυτή την απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο συνέστησε η υπόθεση Σεχαντέχ να εξεταστεί από ένα «ανεξάρτητο όργανο» (και όχι από το δικαστήριο).

Στις 23 Ιανουαρίου 2008, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Εχούντ Ολμέρτ διόρισε εξεταστική επιτροπή με τρία μέλη: Δύο πρώην στρατηγούς και έναν πρώην αξιωματικό των υπηρεσιών ασφαλείας. Η δομή, η φύση και η εντολή της επιτροπής καθορίστηκαν από το κράτος, δηλαδή από αυτό του οποίου οι ενέργειες έπρεπε να διερευνηθούν. Η επιτροπή έπρεπε να λειτουργήσει με τους όρους στρατιωτικής έρευνας. Αυτό σήμαινε ότι όλη η διαδικασία, οι μαρτυρίες και η τελική έκθεση παραμένουν εμπιστευτικές και μη αποδεκτές ενώπιον δικαστηρίου και η επιτροπή μπορεί να παρέχει μόνο μη δεσμευτικές συστάσεις στον στρατό.

Ο Ισπανός εισαγγελέας ζήτησε από την ισπανική Δικαιοσύνη να αποποιηθεί την αρμοδιότητα για την υπόθεση, δεδομένου ότι διεξήχθησαν παράλληλες διαδικασίες στο Ισραήλ. Ισπανικό δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του εισαγγελέα, εκτιμώντας ότι η εσωτερική στρατιωτική έρευνα και το γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή είχε διοριστεί από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό σήμαινε ότι η έρευνα δεν ήταν ούτε ανεξάρτητη ούτε αμερόληπτη.

Ταυτόχρονα, τα ισραηλινά ΜΜΕ περιέγραφαν την υπόθεση ως μια «κυνική προσπάθεια των Παλαιστινίων να εκμεταλλευτούν το ισπανικό δικαστικό σύστημα για να προωθήσουν μια πολιτική ατζέντα ενάντια στο Ισραήλ», χρησιμοποιώντας διπλωματικά κανάλια. Κάτω από τις πολιτικές πιέσεις του Ισραήλ και των ΗΠΑ, η ισπανική Βουλή συμφώνησε να τροποποιήσει τον νόμο για την καθολική δικαιοδοσία, περιορίζοντάς τον σε υποθέσεις με θύματα Ισπανούς ή με υπόπτους άλλων εθνικοτήτων, αλλά σε ισπανικό έδαφος. Η ισπανική Δικαιοσύνη έκλεισε οριστικά τον φάκελο.

Αυτή δεν είναι η πρώτη τέτοια περίπτωση. Το 2003, το Βέλγιο είχε δεχθεί εκβιασμούς και πιέσεις από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να μην εκκινήσει νομική διαδικασία κατά του πρώην πρωθυπουργού του Ισραήλ Αριέλ Σαρόν. Μεταξύ άλλων οι Αμερικανοί απειλούσαν το Βέλγιο ότι το ΝΑΤΟ θα μετέφερε την έδρα του από τις Βρυξέλλες.

Η ισραηλινή κρατική πρακτική υπογραμμίζει την ύπαρξη πνεύματος ατιμωρησίας. Σύμφωνα με τον Ισραηλινό μη κυβερνητικό οργανισμό Yesh Din, οι ποινικές διώξεις διεξάγονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και οι στρατιωτικές έρευνες χρησιμοποιούνται για την αποφυγή της ποινικής έρευνας. Το Ισραήλ γνωρίζει καλά και το πλαίσιο λογοδοσίας στο εξωτερικό, προστατεύοντας τους στρατιωτικούς του που μπορεί να αντιμετωπίσουν ποινικές διώξεις για εγκλήματα πολέμου, ενώ καλύπτει και τα έξοδα τυχόν δικών στο εξωτερικό.

Ωστόσο, αυτή η ηχηρή απροθυμία του Ισραήλ να ασκήσει διώξεις για εγκλήματα πολέμου, μπορεί να αποδειχθεί και αδυναμία. Για τη Σάρον Βάιλ, ερευνήτρια της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, εάν το Ισραήλ δεν είναι σε θέση να διώξει τους δικούς του εγκληματίες πολέμου και εάν το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, ο μόνος τρόπος να αποδοθεί δικαιοσύνη είναι η άσκηση της καθολικής δικαιοδοσίας, μια υποχρέωση όλων των κρατών που υιοθέτησαν τις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949.

Τα εργαλεία λοιπόν υπάρχουν. Η πολιτική βούληση της διεθνούς κοινότητας;