Μετά από εννέα μήνες σύγχυσης, χάους και διαδοχικών tweets, ο Λευκός Οίκος ξεκαθάρισε ότι οι ΗΠΑ μένουν στο Αφγανιστάν για να πολεμήσουν και - έτσι λένε - να κερδίσουν. «Οι δολοφόνοι πρέπει να ξέρουν ότι δεν έχουν πουθενά να κρυφτούν, ότι κανένα μέρος δεν είναι τόσο μακριά που να μην το φτάνει η αμερικανική δύναμη», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ τον Αύγουστο, κηρύσσοντας, διαδικτυακά, τον πόλεμο στους Ταλιμπάν.

Ανατρέποντας την προγραμματισμένη (και καθυστερημένη) μείωση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν που είχε αποφασίσει η διοίκηση Ομπάμα, ο σημερινός υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Τζέιμς Μάττις, ανακοίνωσε ότι το Πεντάγωνο θα στείλει 4.000 περισσότερους στρατιώτες, ανεβάζοντας τον αριθμό τους στην χώρα σε σχεδόν 15.000.

Τον περασμένο Οκτώβριο, καθώς βρισκόταν σε εξέλιξη η νέα «μίνι» κλιμάκωση της αμερικανικής επέμβασης στο Αφγανιστάν, η CIA διέρρευσε στους «New York Times» πληροφορίες για μια συγκαλυμμένη, θανατηφόρα επιδρομή με drone και με «υψηλά εξειδικευμένες και έμπειρες» παραστρατιωτικές ομάδες, με στόχο να «κυνηγήσουν και να σκοτώσουν» Ταλιμπάν. «Είναι ανελέητο και αμείλικτο» δήλωσε ο διευθυντής της CIA, Μάικ Πομπέο, για το εν λόγο σχέδιο, υποσχόμενος και προαναγγέλοντας ένα κύμα δολοφονιών, εκτός και κατά παράβαση κάθε  νομικού πλαισίου, που θυμίζουν το διαβόητο πρόγραμμα «Phoenix» της CIA, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ.Παραστρατιωτικοί αξιωματούχοι της CIA, ανέφεραν οι «Times», θα καθοδηγήσουν τις Ειδικές Δυνάμεις σε εκτεταμένες «αντιτρομοκρατικές» επιχειρήσεις, οι οποίες, στο παρελθόν, ενοχοποιήθηκαν για «δολοφονίες αμάχων στο Αφγανιστάν χωρίς διακρίσεις».

Μετά από 16 χρόνια συνεχιζόμενης αμερικανικής εισβολής των ΗΠΑ στην χώρα αυτή, η προφανής ερώτηση είναι: Αυτή η νέα εκστρατεία έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, πρέπει να τεθεί ένα άλλο: Πώς κατάφεραν οι Ταλιμπάν να επεκταθούν τα τελευταία χρόνια, παρά τις εντατικές στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ, τις μαζικές αεροπορικές επιδρομές και την ατέρμονη δαπανηρή εκπαίδευση των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας; Πολύ περισσότερο που ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, δεν είναι μόνο ο μακρύτερος σε διάρκεια στην ιστορία των ΗΠΑ, αλλά και ένας από τους μεγαλύτερους, φτάνοντας ακόμη και τους 101.000 στρατιώτες στη χώρα, μεταξύ 2010 - 2011, επί προεδρίας Ομπάμα.

Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Λευκός Οίκος επί προεδρίας Μπους, εξαπέλυσε μία γιγαντιαίας κλίμακας επίθεση στο Αφγανιστάν, χρησιμοποιώντας έναν θανατηφόρο συνδυασμό αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων και, χρηματοδοτούμενων από την CIA, Αφγανών πολέμαρχων, για να συντρίψουν τους Ταλιμπάν και να κατακτήσουν την αφγανική πρωτεύουσα, την Καμπούλ, με εκπληκτική ταχύτητα.

Δεν είναι μόνο ότι αυτό το ισλαμιστικό κίνημα και η κυβέρνησή του ηττήθηκαν, αλλά και ότι έχασε τόσους πολλούς αφοσιωμένους μαχητές, που, φαινομενικά, απώλεσε κάθε πιθανότητα ανάκαμψης. Κι όμως, μέσα σε, μόλις, πέντε χρόνια, οι Ταλιμπάν επανήλθαν ενισχυμένοι, έχοντας στις τάξεις τους τουλάχιστον 25.000 μαχητές. Μέχρι το 2015, είχαν τον έλεγχο της μισής και πλέον επαρχίας της χώρας, είχαν καταλάβει τις πρωτεύουσες των περιφερειών και μάλιστα σφυροκοπούσαν τις πύλες μεγάλων πόλεων, όπως η Κουντούζ.

Όπως συμβαίνει σε κάθε ανάλογη κατάσταση, έτσι και με τους Ταλιμπάν, υπάρχουν πολλοί λόγοι για την επιτυχία τους, περιλαμβανομένης της αποτυχίας της, διεφθαρμένης, κυβέρνησης της Καμπούλ, να προσφέρει οτιδήποτε καλό, όπως  αγροτική και γενικά οικονομική ανάπτυξη, προς όφελος του Αφγανικού λαού. Αυτή η αποτυχία - ή συνειδητή επιλογή - οδήγησε στην γιγάντωση της παραγωγής παπαρούνας  από την οποία παράγεται το όπιο. Δεν είναι μυστικό και προκύπτει από κάθε επίσημο στοιχείο, ότι η αμερικανική εισβολή εξακόντισε την παραγωγή οπίου στα ύψη.

Στην κερδοφόρα «αγκάλη» της παπαρούνας

Αν και δεν έχει τεκμηριωθεί, άμεσα, η απευθείας σχέση των ΗΠΑ σε αυτήν την παραγωγική αύξηση, ωστόσο, έχει τεκμηριωθεί απόλυτα η καταλυτική «αντανάκλαση» της αμερικανικής εισβολής και κατοχής της χώρας, σε αυτήν την αύξηση. Τα ένοπλα τμήματα των Ταλιμπάν αποτελούνται, επί το πλείστον, από έφηβους που πολεμούν, τουλάχιστον εν μέρει, για λεφτά, ώστε να μπορέσουν να βοηθήσουν τις οικογένειές τους. Κάθε άνοιξη, τα τελευταία 15 χρόνια, νέες «φουρνιές» τέτοιων εφήβων στρατολογούνται από τους Ταλιμπάν στα φτωχά χωριά. Καθένας από αυτούς φέρεται να κερδίζει τουλάχιστον 300 δολάρια το μήνα, πολύ περισσότερα από ό,τι θα τολμούσε ποτέ να ελπίζει ότι θα έβγαζε ως αγρότης.

Με άλλα λόγια, οι Ταλιμπάν χρειάζονται περίπου 90 εκατομμύρια δολάρια μόνο για μισθούς, μόνο για να πληρώνουν τον στρατό των 25.000 μαχητών τους, μόνο για μία πολεμική «περίοδο». Με συνολικό προϋπολογισμό που προσεγγίζει το ένα δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως, το κόστος του 15ετούς πολέμου αγγίζει σχεδόν τα 15 δισεκατομμύρια δολάρια για την οργάνωση. Από πού, λοιπόν, θα μπορούσαν να κερδίζουν οι Ταλιμπάν ένα δισεκατομμύριο δολάρια το χρόνο, σε μια άνυδρη, ξερή γη, με διαλυμένη παραγωγική βάση, εκτεταμένη εξαθλίωση και διεφθαρμένο κρατικό τομέα;

Σύμφωνα με τον διοικητή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, στρατηγό, Τζον Νίκολσον, μια μόνο αφγανική επαρχία, η Χελμάντ, παράγει ένα σημαντικό μέρος του οπίου παγκοσμίως, το οποίο μετατρέπεται σε ηρωίνη και εξασφαλίζει περίπου το 60% της χρηματοδότησης των Ταλιμπάν. Ο πρόεδρος της χώρας, Ασράφ Γκανί, πρώην αξιωματούχος της Παγκόσμιας Τράπεζας, συμφωνεί: «Χωρίς ναρκωτικά αυτός ο πόλεμος θα είχε τελειώσει εδώ και καιρό. Η ηρωίνη είναι ένας πολύ σημαντικός μοχλός αυτού του πολέμου».

Η άνοδος των Ταλιμπάν, σε συνδυασμό με την εισβολή των ΗΠΑ, ήταν παράλληλη με την αμείωτη ανάπτυξη της παραγωγής οπίου στο Αφγανιστάν από μόλις 185 τόνους, όταν οι ΗΠΑ εισέβαλαν τον Οκτώβριο του 2001, στους 8.200 τόνους το 2008, μια «σοδειά» που πρόσφερε ένα πρωτοφανές 53% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της χώρας και το 93% της παγκόσμιας προμήθειας ηρωίνης.

Την ίδια χρονιά, ο ΟΗΕ ανέφερε με κάθε επισημότητα, ότι οι Ταλιμπάν εξασφαλίζουν χρήματα για όπλα, εφόδια και μισθούς από την παραγωγή και εμπορία των ναρκωτικών. Μια μελέτη για το Αμερικανικό Ινστιτούτο Ειρήνης διαπίστωσε, ότι το 2009 οι Ταλιμπάν είχαν ήδη 50 εργαστήρια ηρωίνης στο έδαφος της χώρας, ήλεγχαν το 98% των χωραφιών της παπαρούνας και μάζευαν 425 εκατομμύρια δολάρια σε «φόρους» από την κυκλοφορία του οπίου. Μέχρι τη στιγμή που το πολεμικό «κύμα» του Ομπάμα το 2010 κατέληξε σε στρατηγική εξόδου τέσσερα χρόνια αργότερα, οι παρατηρητές εκτιμούσαν ομόφωνα, ότι το όπιο είχε καταστεί κεντρικό στοιχείο στην επιβίωση των Ταλιμπάν.

Παρά τα αλλεπάλληλα προγράμματα «εξάλειψης των ναρκωτικών» που χρηματοδοτήθηκαν από την Ουάσινγκτον, ο ειδικός επιθεωρητής του Πενταγώνου για την ανασυγκρότηση του Αφγανιστάν, Τζον Σόπκο, κατέληξε το 2014 στο συμπέρασμα, ότι «από κάθε πιθανό μέτρημα έχουμε αποτύχει. Η παραγωγή και η καλλιέργεια ανέβηκαν, η απαγόρευση και η εξάλειψη (σσ. καλλιεργειών οπίου) έπεσαν, η οικονομική στήριξη (σσ. στους Ταλιμπάν) ανέβηκε, ο εθισμός και η κατάχρηση βρίσκονται σε πρωτοφανή επίπεδα στο Αφγανιστάν». Η καλλιέργεια οπίου του 2013 κάλυψε μια περιοχή - ρεκόρ 209.000 εκταρίων, ανεβάζοντας την παραγωγή στους 5.500 τόνους. Αυτή η τεράστια παραγωγή απέφερε 3 δισεκατομμύρια δολάρια συνολικό παράνομο κέρδος, εκ των οποίων, μόνο ο «φόρος» προς τους Ταλιμπάν ήταν 320 εκατομμύρια δολάρια, σχεδόν το μισό των εσόδων τους.

Η αποτυχία των «αντι-ναρκωτικών» προσπαθειών

Καθώς το 2017 τελειώνει, με τον Λευκό Οίκο έτοιμο για άλλη τετραετή βύθιση στην αφγανική άβυσσο, έχει αλλάξει κάτι που θα μπορούσε να αποδυναμώσει τους Ταλιμπάν; Για να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση, ο Τζον Σόπκο έχει εντολή από το Κογκρέσο να διερευνήσει όλες τις μορφές αποτυχίας εκεί και έχει ήδη πενταετή εμπειρία σε αυτή τη δύσκολη αποστολή. Πρόσφατα, συνέταξε μια ανασκόπηση της αποτυχημένης δεκαετούς προσπάθειας της Ουάσινγκτον να μειώσει την αφγανική παραγωγή οπίου και, έτσι, να νικήσει τους Ταλιμπάν. Αυτή η 150 σελίδων έκθεση απεικονίζει την καταστροφική πολιτική κατά των ναρκωτικών που είναι πιθανό να εξασφαλίσει ένα συνεχώς αυξανόμενο εισόδημα για τους Ταλιμπάν. Όταν διαβάζεται μαζί με τις ετήσιες έρευνες των Ηνωμένων Εθνών για το όπιο, γίνεται κατανοητό, γιατί η απόφαση του Τραμπ να ενισχύσει την στρατιωτική παρουσία σε αυτή τη χώρα είναι σχεδόν σίγουρα καταδικασμένη σε αποτυχία.

«Το όπιο παραμένει η πιο επικερδής καλλιέργεια της χώρας, αξίας περίπου 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως» αναφέρει ο Σόπκο. Προσθέτει, ότι προσφέρει «έως 411.000 θέσεις εργασίας με πλήρες ωράριο, περισσότερες από τον αριθμό των απασχολουμένων στην Αφγανική Εθνική Άμυνα και Ασφάλεια». Παρά το ότι δαπανώνται περίπου 9 δισεκατομμύρια δολάρια για τις προσπάθειες αντιμετώπισης των ναρκωτικών στο Αφγανιστάν, υπό την εποπτεία της Ουάσιγκτον συνέβη αυτό που ο Σόπκο ονομάζει «δραματική επέκταση της καλλιέργειας παπαρούνας οπίου από λιγότερο από 8.000 εκτάρια το 2001, σε 200.000 εκτάρια το 2016». Μέχρι τότε, η παραγωγή οπίου αντιπροσώπευε πάνω από τα 2/3 της αγροτικής παραγωγής της χώρας.

Στο μεταξύ, το 11% του πληθυσμού εκτιμάται ότι κάνει χρήση ναρκωτικών, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά εξάρτησης στον κόσμο. Η έρευνα του ΟΗΕ το 2016, η οποία συγκροτήθηκε από τα στοιχεία εκατοντάδων Αφγανών απογραφέων, οι οποίοι περπάτησαν στις φυτείες της παπαρούνας, καθώς και από δορυφορικές εικόνες, ανέφερε ότι η παραγωγή του οπίου αυξήθηκε σε 5.600 τόνους (κατά 43%).

Την ίδια περίοδο, οι προσπάθειες εξάλειψης του οπίου μειώθηκαν κατά 91%, σε μόλις 355 εκτάρια κατεστραμμένης καλλιέργειας ή λιγότερο από το 2% του συνόλου των παράνομων φυτειών παπαρούνας στη χώρα. Κατά την πρώτη δεκαετία που ακολούθησε την εισβολή το 2001, η Ουάσιγκτον είχε «εμμονή» με τις αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις και έτσι ανέθεσε τον πόλεμο για τα ναρκωτικά σε άλλους. Την καταστολή την ανέλαβαν οι Βρετανοί και την εξειδικευμένη αστυνομική εκπαίδευση οι Γερμανοί.

Ο ΟΗΕ υποστήριξε, σύμφωνα με την έκθεση Σόπκο, ότι ήταν απαραίτητο να καταστρέφεται κάθε χρόνο το 25% της καλλιέργειας. Ο Ιταλός οικονομολόγος Αντίνιο Κόστα, ο οποίος τότε ήταν επικεφαλής του UNODC, του οργανισμού του ΟΗΕ για τα ναρκωτικά και το έγκλημα, απεφάνθη, σύμφωνα με τον Σόπκο, ότι «δεν υπήρχε σχέση μεταξύ καλλιέργειας παπαρούνας και φτώχειας». Από το αρχηγείο του στη Βιέννη, ο Κόστα υποσχέθηκε να μειώσει την καλλιέργεια της παπαρούνας κατά 70% σε πέντε χρόνια και να εξαλείψει τη συγκομιδή συνολικά σε δέκα χρόνια. ‘Ενας ισχυρισμός που σύντομα αποδείχθηκε γελοίος.

Σε αυτή τη χαοτική διαδικασία, όπως επισημαίνει ο Σόπκο, «οι προσπάθειες απαγόρευσης δεν μπόρεσαν να αλλάξουν ουσιαστικά ή να επηρεάσουν αποφασιστικά το εμπόριο ναρκωτικών στο Αφγανιστάν. Το 2017, η καλλιέργεια παπαρούνας και η παραγωγή οπίου φαίνονταν να φτάνουν σε υψηλά επίπεδα και οι Ταλιμπάν εξακολούθησαν να αντλούν χρήματα από το εμπόριο ναρκωτικών». Μέσα από αυτή τη διαδοχή των πολιτικών αποτυχιών, μόνο ένα πρόγραμμα, κατά την άποψη του Σόπκο, είχε διακριτό αντίκτυπο στην παραγωγή ναρκωτικών: Η κατοχή των σημαντικότερων νότιων περιοχών του οπίου της χώρας από τον στρατό των ΗΠΑ και τις αφγανικές κυβερνητικές δυνάμεις.

Στην περιοχή Marjah, αναφέρει, που βρίσκεται στην καρδιά της παραγωγής παπαρούνας στην επαρχία Χελμάντ, το μερίδιο της γεωργικής γης που προοριζόταν για την παπαρούνα ήταν σχεδόν 60% πριν από την έλευση των αμερικανικών και αφγανικών δυνάμεων. Μετά την στρατιωτική αυτή επιχείρηση, κατά την οποία 15.000 Αμερικανοί και Αφγανοί στρατιώτες  κατέλαβαν την περιοχή τον Φεβρουάριο του 2010, η έκταση που προοριζόταν για την παραγωγή παπαρούνας μειώθηκε σε λιγότερο από 5%.

Μέχρι το τέλος εκείνης της χρονιάς, 20.000 στρατιώτες, σε 50 οχυρωμένες βάσεις, υποστηριζόμενοι από 10.000 βρετανικά στρατεύματα, πήραν προσωρινά τον έλεγχο της επαρχίας από τους Ταλιμπάν. Η έκθεση Σόπκο υποστηρίζει, ότι οι πεζοναύτες εισήγαγαν το πρόγραμμα επιτάχυνσης της «γεωργικής μετάβασης» στο Marjah. Προσφέρθηκε στους παραγωγούς οπίου ένα πακέτο κινήτρων σε μετρητά και υποδομή. Παρά τις… «νυχτερινές επιστολές» των Ταλιμπάν, οι οποίες προειδοποιούσαν τους ντόπιους να μην συνεργάζονται με τις δυνάμεις του συνασπισμού, εκτιμάται ότι περισσότεροι από 1.000 αγρότες συμμετείχαν στο πρόγραμμα. Στο τέλος, ωστόσο, αποδείχθηκε μη βιώσιμο.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2014, καθώς τα αμερικανικά στρατεύματα στη χώρα άρχισαν να μειώνονται, ο στρατηγός Ντάνιελ Γιου μιλώντας στους πεζοναύτες του στο Camp Leatherneck στην επαρχία Χελμάντ ανακοίνωσε ότι όλοι σύντομα θα επιστρέψουν σπίτι, αφήνοντας την ασφάλεια της επαρχίας στα χέρια των Αφγανών συμμάχων τους. Μέσα σε ένα χρόνο, οι Ταλιμπάν επέστρεψαν δυνατότεροι από ποτέ. Μέσα από μια μεγάλης κλίμακας επίθεση, οι Ταλιμπάν επικεντρώθηκαν, κυρίως, στην ανακατάληψη των περιοχών της παπαρούνας της επαρχίας Χελμάντ, διότι, όπως ανέφεραν οι «New York Times», «το κερδοφόρο εμπόριο οπίου κατέστη ζωτικής σημασίας για τα οικονομικά σχέδιά τους».

Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2015 έφτασαν κοντά στην κατάληψη της ίδιας της πόλης της Marjah. Χωρίς την υποστήριξη των Αμερικανών στα αφγανικά στρατεύματα που υπεράσπιζαν την πόλη, η κατάληψή της ήταν σίγουρη. Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2016, οι κυβερνητικές δυνάμεις υποχώρησαν από την Musa Qala και το Khan Neshin, αφήνοντας στους Ταλιμπάν τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της επαρχίας Χελμάντ. Μέσα από όλες αυτές τις μάχες, οι αγρότες της Χελμάντ κατάφεραν να επεκτείνουν την καλλιέργεια παπαρούνας σε 80.000 εκτάρια μέχρι το 2016, αντιπροσωπεύοντας το 40% της συνολικής παραγωγής ναρκωτικών της χώρας.

Αυτός ο προβληματικός πόλεμος κατά των ναρκωτικών, όχι μόνο δεν κατάφερε να περιορίσει την παραγωγή και κυκλοφορία τους, αλλά κατέστρεψε και την εμπιστοσύνη των αγροτών προς την κυβέρνηση. Ακόμα χειρότερα, τελικά ενθάρρυνε την παραγωγή οπίου. Χρησιμοποιώντας εξελιγμένες δορυφορικές εικόνες, η ομάδα του Σόπκο βρήκε, για παράδειγμα, μια ανησυχητική αποσύνδεση μεταξύ των περιοχών που έλαβαν αναπτυξιακή βοήθεια από την Ουάσινγκτον ή τους συμμάχους της και εκείνων που υποβλήθηκαν σε προγράμματα εξάλειψης του οπίου. Πιο συγκεκριμένα, στις στρατηγικές επαρχίες Χεκμάντ και Νανγκαράρ, για παράδειγμα, οι δορυφορικές φωτογραφίες αποκαλύπτουν σαφώς, ότι τα διάφορα προγράμματα εξάλειψης των ναρκωτικών «εξανεμίστηκαν» σε απομακρυσμένες περιοχές όπου «ο πληθυσμός ήταν πολύ εξαρτημένος από την παπαρούνα του οπίου για τα προς το ζην», καθιστώντας τους φτωχούς αγρότες εντελώς άπορους. Διότι, προφανώς, το να αλλάζεις αντικείμενο καλλιέργειας δεν αρκεί. Χρειάζεται και κάποιος να αγοράζει την παραγωγή και να μεταφέρεται αυτή η παραγωγή στην αγορά.

Αντίθετα, η αναπτυξιακή βοήθεια επεκτάθηκε σε πιο προσιτές, σε μεγάλο βαθμό απαλλαγμένες από ναρκωτικά, περιοχές κοντά σε μεγάλες πόλεις αλλού στο Αφγανιστάν, αφήνοντας αμέτρητες χιλιάδες αγροτών σε κρίσιμες αγροτικές περιοχές επιρρεπείς στην προπαγάνδα των Ταλιμπάν. Ακόμη και οι «εναλλακτικές λύσεις» για αναπτυξιακές δραστηριότητες αντί της παραγωγής παπαρούνας, ισχυρίζεται ο Σόπκο, απλώς χρησίμευαν για την τόνωση της παραγωγής οπίου με εκπληκτικούς τρόπους. Ο αμερικανικός Οργανισμός ανθρωπιστικής βοήθειας (USAID), για παράδειγμα, δαπάνησε 36 εκατομμύρια δολάρια για αρδευτικά έργα, ώστε να ενισχυθεί η παραγωγή νόμιμων καλλιεργειών στα νότια της επαρχίας Κανταχάρ. ‘Ομως, αυτό το σημαντικό πρόγραμμα υποδομής αποδείχθηκε ότι συνέβαλε «στην αύξηση των επιπέδων καλλιέργειας οπιούχας παπαρούνας», ένα «ακούσιο» αποτέλεσμα, όπως το χαρακτήριζει η έκθεση, που παρατηρήθηκε σε παρόμοια «έργα άρδευσης σε επαρχίες όπως οι Nangarhar, Badakhshan και Kunar».

Στις κεντρικές περιοχές της επαρχίας Χαλμάντ, ένα άλλο ανάλογο πρόγραμμα αγροτικής «Ζώνης Τροφίμων» αρχικά συνέβαλε στη μείωση της καλλιέργειας οπίου κατά 60%. Αλλά όπως αναφέρει ο Βρετανός γεωπόνος, Ντέιβιτν Μάνσφιλντ, μέχρι την άνοιξη του 2017, μια «άνευ προηγουμένου» διάδοση παπαρούνας κάλυψε μέχρι και το 40% της γεωργικής γης στην οποία στοχεύει το πρόγραμμα αυτό. Οι Ταλιμπάν επανήλθαν ισχυρότεροι και οι αγρότες αισθάνθηκαν, όπως το έθεσε ο Μάνσφιλντ, ότι «οι Ταλιμπάν είναι καλύτεροι από την κυβέρνηση».

Τα προγράμματα της USAID που στοχεύουν στην αύξηση της παραγωγής σιτηρών, προβλέπονται εξίσου αντιπαραγωγικά. Διότι, όπως αναφέρει ο Σόπκο, με ποικιλίες υψηλότερης απόδοσης και βελτιωμένες γεωργικές τεχνολογίες, τα αγροτικά νοικοκυριά στις καλά αρδευόμενες κεντρικές κοιλάδες του αγροτικού Αφγανιστάν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις οικογενειακές τους ανάγκες σε σιτάρι καλλιεργώντας μικρότερο μέρος της γης τους και «επιτρέποντας» στην υπόλοιπη «να διατεθεί στην παραγωγή οπίου υψηλής αξίας».

Ένα αβέβαιο μέλλον

Υποστηρίζοντας την απαισιοδοξία του Σόπκο, μια ανταπόκριση του Mujib Mashal των «New York Times» απεικόνιζε την επιδείνωση της κατάστασης με τα ναρκωτικά στο Αφγανιστάν ως προϊόν, εν μέρει, των αποτυχημένων πολιτικών της Ουάσιγκτον. Οι Ταλιμπάν επεκτάθηκαν πρόσφατα, από την παραγωγή της παπαρούνας, σε μεγάλης κλίμακας παραγωγή ηρωίνης, με περίπου 500 εργαστήρια που επεξεργάζονται το ναρκωτικό μέσα στο Αφγανιστάν, ως μέρος μιας στρατηγικής που στοχεύει στη συγκέντρωση μεγαλύτερου μεριδίου από τα 60 δισεκατομμύρια δολάρια που παράγονται παγκοσμίως από την εξαγωγή ναρκωτικών της χώρας.

Απέναντι σε «φαραωνικές» δομές όπως η παραπάνω, η αφγανική κυβέρνηση «αντιπαραθέτει» την «Εθνική Μονάδα Αποτροπής», που εκπαιδεύτηκε από τις ειδικές δυνάμεις των ΗΠΑ. Ωστόσο, οι νυχτερινές επιδρομές με ελικόπτερα σε κινητά, εύκολα ανακατασκευασμένα εργαστήρια ηρωίνης αποδεικνύονται μάταιες και ο επικεφαλής της, αναφέρει ο Mashal, πρόσφατα αποτάχθηκε για «πιθανότατα διαρροής πληροφοριών σε εχθρικές δυνάμεις».

Οι στρατιωτικοί διοικητές των ΗΠΑ αντιλαμβάνονται τώρα, ότι τα τοπικά ναρκο-αφεντικά Ταλιμπάν, έχοντας δει τα κέρδη τους να εξακοντίζονται στα ύψη από την ηρωίνη, δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από την συνέχιση των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων. Επιπλέον, αναφέρει ο δημοσιογράφος, το ζήτημα της εξάλειψης του οπίου αποσπά «ελάχιστα την προσοχή της νέας στρατηγικής της διοίκησης Τραμπ για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν» Φαίνεται ότι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν αποδεχθεί την «ανικανότητά» τους μπροστά στην πραγματικότητα, ότι η χώρα προμηθεύει τώρα το 85% της ηρωίνης παγκοσμίως και ότι δεν υπάρχει κανένα τέλος σε αυτό.

Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο, όπου η ενίσχυση της αμερικανικής κατοχής είναι ευθέως ανάλογη της αύξησης της αποδιάρθρωσης του κοινωνικού ιστού του Αφγανιστάν και των μεγεθών εξαθλίωσης του λαού, λόγω της αύξησης της παραγωγής και χρήσης ναρκωτικών. Κατά πάσα πιθανότητα, οι Ταλιμπάν ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν θα τολμούσαν να ελπίσουν σε μια τέτοια εξέλιξη μετά την επέμβαση των ΗΠΑ.