Το 2017, η ανθρωπότητα ήρθε αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη έξαρση ιλαράς των τελευταίων 30 ετών, ένα γεγονός που αιτιολογείται από το παγκόσμιο κίνημα ενάντια στους εμβολιασμούς, και φαίνεται να ισχυροποιείται ακόμα περισσότερο κάθε μέρα που περνά. Όσοι ενστερνίζονται την επικίνδυνη τακτική του μη εμβολιασμού, κατηγορούν τη φαρμακευτική βιομηχανία ότι αποκρύπτει τις παρενέργειες των εμβολίων που παρασκευάζει. Όμως δεν είναι η μόνη κατηγορία ανθρώπων που πιστεύουν άκριτα θεωρίες συνωμοσίας που κρίνονται επικίνδυνες για τη δημόσια υγεία και την ανθρωπότητα εν γένει.  

Κατά παρόμοιο τρόπο, οι σκεπτικιστές τις κλιματικής αλλαγής είναι πεπεισμένοι ότι η Γη δεν υπερθερμαίνεται και ισχυρίζονται ότι η επιστημονική κοινότητα αποκρύπτει τα αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν την αντίληψη αυτή. Όσοι άνθρωποι πιστεύουν σε μια θεωρία συνωμοσίας, παρατηρείται πως συνήθως είναι επιρρεπείς στο να πιστεύουν και σε περισσότερες. Πολλές φορές, αυτές οι θεωρίες αφορούν σε ασήμαντα «γεγονότα», όπως για παράδειγμα στο ότι ο Elvis Presley είναι ακόμα ζωντανός. Καθώς όμως πλέον επηρεάζουν τον κόσμο αναφορικά με ζητήματα που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πραγματικούς κινδύνους, η επιστημονική κοινότητα προσπαθεί να καταλάβει το συστατικό στοιχείο που κάνει ένα άτομο να πιστεύει σε καταφανή ψέμματα, όπως τα προαναφερθέντα, και να δώσει λύσεις.

Αν λάβει κανείς υπόψη του το εύρος των θεωριών συνωμοσίας που εντοπίζονται αυτή τη στιγμή στην παγκόσμια σφαίρα, αλλά και το πλήθος των πολιτών που εμφανίζονται να πιστεύουν σε τουλάχιστον μία από αυτές, είναι σχεδόν αδύνατο να κατανοήσουμε ποια είναι τα βασικά στοιχεία του προφίλ των «συνομοσιολόγων».

Μπορείτε να διαβάσετε σχετικά: «Εμβόλια» του Άρθουρ Άλλεν

Σε ένα βαθμό, όλοι οι άνθρωποι είναι προδιατεθειμένοι να αντιμετωπίζουν τις εκάστοτε ηγεσίες με καχυποψία, ωστόσο αυτό που προκύπτει από νέες έρευνες, όπως αυτή του Πανεπιστημίου του Κεντ, την οποία και επικαλείται το BBC, είναι πως πολλοί από τους ανθρώπους που πιστεύουν σε θεωρίες συνωμοσίας τείνουν να επιδεικνύουν ναρκισσιστική ανάγκη για «μοναδικότητα». Ο ακαδημαϊκός Michael Billig αναφέρθηκε στο ζήτημα, από το 1984 κιόλας, λέγοντας πως: «Οι  θεωρίες συνωμοσίας προσφέρουν την ευκαιρία για απόκτηση "γνώσεων", ώστε αυτός που τις πιστεύει να δύναται να γίνει "ειδικός" πάνω σε ζητήματα που δεν γνωρίζουν ούτε οι "ειδικοί"».

Άλλες μελέτες αποδεικνύουν ότι οι θεωρίες συνωμοσίας προσφέρουν στους ανθρώπους ένα είδος «κατανοήσης» ενός κόσμου που βρίσκεται εκτός του ελέγχου τους. Αυτή η ανάγκη, το συναίσθημα, ενισχύεται όταν οι άνθρωποι νιώθουν αγχωμένοι ή αισθάνονται αδύναμοι μπροστά στην αίσθηση πως απειλούνται από κάτι. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ, Stephan Lewandowsky, έχει αναφέρει στο παρελθόν ότι μπορεί να βοηθά την ψυχολογία ενός ανθρώπου το να πιστεύει ότι πίσω από διάφορα γεγονότα βρίσκονται «ισχυροί άνθρωποι». Ο κόσμος, οπως προκύπτει και από έρευνες, είναι «εξαρτημένος από το να ψάχνει  απαντήσεις», πόσο μάλλον «ύποπτες λεπτομέρειες». Και αυτό συμβαίνει κατά κόρων σε περιπτώσεις τραυματικών για την ανθρωπότητα περιστατικών, όπως τρομοκρατικές επιθέσεις κλπ. 

Διαβάστε επίσης: 

Αν και η συνωμοσιολογία φαίνεται πως αποτελεί μια συγκεκριμένη διαδικασία με βασικούς μηχανισμούς, δεν υπάρχει εύκολος τρόπος για να «λάμψει» η αλήθεια και βέβαια αξίζει να σημειωθεί πως η απόρριψη ακόμη και επιστημονικά τεκμηριωμένων γεγονότων όπως και εν γένει οι θεωρίες συνωμοσίας, συχνά τροφοδοτούνται από ιδιοτέλεια, κυρίως με οικονομικά κίνητρα. Η παρουσίαση γεγονότων που διαψεύδουν μια θεωρία συνωμοσίας, συνήθως δεν βοηθά. Στην πραγματικότητα, μπορεί ακόμη και να κάνει μια ψεύτικη πεποίθηση ισχυρότερη. Όσο ισχυρότερα πιστεύει ένα άτομο σε μια συνωμοσία, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να εμπιστευθεί τα επιστημονικά δεδομένα.
 
Σε κάθε περίπτωση η ενίσχυση των θεωριών συνωμοσίας υπογραμμίζει το γεγονός ότι ζούμε σε έναν πολωμένο κόσμο και δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι η ανυποληψία στην οποία έχουν περιπέσει οι θεσμοί είναι το καλύτερο μέσο για την διάδοση της συνωμοσιολογικής ρητορικής. Παρόλο που μπορεί να μην υπάρχει μια ενιαία λύση για το πρόβλημα, οι έρευνες που εξετάζουν την ψυχολογία πίσω από την πίστη σε θεωρίες συνωμοσιών είναι μια καλή αρχή. Πλέον γνωρίζουμε πολλά από τα χαρακτηριστικά που κάνουν τους ανθρώπους πιο επιρρεπείς στο να πιστεύουν θεωρίες χωρίς απτά αποδεικτικά στοιχεία. Σε αυτό το πλαίσιο έχουν αναπτυχθεί και μια σειρά από «εργαλεία» και μεθοδολογίες για να βοηθούν το άτομο να επεξεργάζεται αποτελεσματικά πληροφορίες που λαμβάνει, πριν σχηματίσει συμπεράσματα. 

Σημαντικότερο όλων όμως είναι το ζήτημα της εκπαίδευσης, ώστε να μπορεί το άτομο να κατανοεί καλύτερα τις αξιόπιστες πηγές. Σίγουρα χρειάζεται και η προώθηση ενός νομικού πλαισιόυ μέσω του οποίου θα λογοδοτούν όσοι διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις. Η κρίσιμη μάχη κατά των Fake News, πολλά εκ των οποίων εξελίσσονται σε θεωρίες συνωμοσίας, βρίσκεται σε εξέλιξη και ένα από τα σημαντικότερα πεδία της είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς αυτά αποτελούν σημερα τους βασικότερους «φορείς» ψευδών πληροφοριών. Μέχρι στιγμής πάντως τα μέτρα που έχουν ληφθεί κρίνονται - τουλάχιστον - αναποτελεσματικά.