Ένα γυναικείο περιοδικό με συμβουλές ομορφιάς και editorial του στιλ «Πώς να ερωτευτείτε παράφορα», αλλά επίσης, γνωστές υπογραφές, μεταξύ των οποίων οι συγγραφείς Φλάνερι Ο’ Κόνορ (1925-1964) και Σίρλεϊ  Χ. Τζάκσον (1916 - 1965), κορυφαίους αρθρογράφους, όπως η ποιήτρια Σίλβια Πλαθ (1932 - 1963) και η συγγραφέας Τζοάν Ντίντιον και art director την Μπάρμπαρα Κρούγκερ, εικαστικό και ακτιβίστρια, δημιουργό της περίφημης αφίσας «Ψωνίζω άρα υπάρχω». Κι όμως κάποτε συνέβη...

Όπως γράφει το timeline.com, το «Mademoiselle» ήταν ένα εξαιρετικό πάντρεμα gloss και λογοτεχνίας, ένα «περιοδικό ποιότητας για έξυπνες γυναίκες», που κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1935 από τον νεοϋρκέζικο εκδοτικό οίκο Street and Smith που μέχρι τότε έβγαζε φτηνά, λαϊκά μυθιστορήματα και κόμικ. Με το «Mademoiselle» στόχευσε σε ένα διαφορετικό είδος αναγνώστη, επί της ουσίας σε μια νέα «φυλή»: Στις μοντέρνες, εκλεπτυσμένες γυναίκες που νοιάζονταν για την καριέρα τους και ενδιαφέρονταν για τον πολιτισμό και την κουλτούρα.

Το τιμόνι του περιοδικού, από την πρώτη ημέρα μέχρι το 1970, ανέλαβε η Betsy Talbot Blackwell, γνωστή ως BTB. Η Edie Locke, που πήρε τη σκυτάλη όταν εκείνη αποχώρησε, έλεγε ότι στόχος της BTB ήταν να «τροφοδοτεί τις νέες γυναίκες μέσα και έξω». Η Janet Burroway, που εργάστηκε στο περιοδικό το 1953, θυμόταν ότι σε μία από τις συσκέψεις της συντακτικής ομάδας η BTB εμφανίστηκε φορώντας μαύρο φόρεμα, μαργαριτάρια στον λαιμό και μία μακριά, λεπτή πίπα σε στιλ Όντρεϊ Χέπμπρον, δηλώνοντας: «Εφέτος πιστεύουμε στο ροζ».

Σε μια εποχή κατά την οποία οι άνδρες είχαν ανατραφεί με την αντίληψη ότι «σπανίως έχουν πέραση στα κορίτσια που φορούν γυαλιά» το Mademoiselle έκανε τη διαφορά.

Όπως έγραφε η Julia Keller στη Chicago Tribune, το περιοδικό «αντιμετώπιζε τις νέες γυναίκες ως ανθρώπους που είχαν μυαλό, καρδιά και την κοινή λογική να μην φοράνε ρίγες μαζί με πούλιες. Απευθυνόταν στις γυναίκες που ήθελαν να γράψουν υψηλή λογοτεχνία, αλλά επίσης να έχουν κοινωνική ζωή, φίλους, να πηγαίνουν σε πάρτι και να διασκεδάζουν».

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο εξώφυλλο του 1954 οι «Ρομαντικές Ανοιξιάτικες Εμφανίσεις» φιγουράριζαν ακριβώς δίπλα στο έργο του Ντίλαν Τόμας «Κάτω από το Γαλατόδασος».

Μπορεί κρίνοντας με τα σημερινά δεδομένα του Τύπου να φαίνεται αδιανόητο, όμως το γυναικείο αυτό περιοδικό βοήθησε την αρχή της καριέρας κορυφαίων δημιουργών, μεταξύ των οποίων ο θρύλος Τρούμαν Καπότε, ο νομπελίστας Ουίλιαμ Φόκνερ και ο βραβευμένος δις με Πούλιτζερ Τένεσι Ουίλιαμς.

‘Οσον αφορά τη μόδα, ήταν το πρώτο περιοδικό που τόλμησε να γράψει τις τιμές των ρούχων πλάι στις φωτογραφίες και να προβάλλει τη μόδα που ήταν περισσότερο προσιτή στον μέσο όρο των αναγνωστριών.

Εκτός των άλλων, το περιοδικό είχε εφαρμόσει το «guest editor program», μία πρακτική διάρκειας ενός μήνα, την οποία προσέφερε κάθε χρόνο σε 20 γυναίκες που είχαν δημοσιογραφικές και συγγραφικές φιλοδοξίες.

Το «Millies», όπως ονομαζόταν, εξελισσόταν σε ένα είδος μίνι αδελφότητας. Οι νεαρές συντάκτριες εργάζονταν, έτρωγαν και ζούσαν μαζί, στο Barbizon Hotel, ένα «κομψό φρούριο για κορίτσια», οκτώ τετράγωνα από τα κεντρικά γραφεία του περιοδικού στη Madison Avenue και επισκέπτονταν, πάντα ως ομάδα, σημεία εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, από τα Ηνωμένα Έθνη, μέχρι τον οίκο καλλυντικών Maison de Beauté της Helena Rubinstein.

Η Σίλβια Πλαθ πήρε μέρος σε λογοτεχνικό διαγωνισμό του «Mademoiselle» και βραβεύθηκε για το διήγημα της «Κυριακή στους Μίντον» το 1952. Το έπαθλο ήταν 500 δολάρια.

Την επομένη χρονιά, απέσπασε τη μηνιαία «υποτροφία» της guest editor και ταξίδεψε από την πατρίδα της Μασαχουσέτη στη Νέα Υόρκη, ζώντας το καλοκαίρι του 1953, 26 ημέρες που θα άλλαζαν τη ζωή της.

Στο «Mademoiselle» γοητεία και διανόηση πήγαιναν χέρι χέρι. Η Τζοάν Ντίντιον ήταν 20χρονη φοιτήτρια στο Μπέρκλεϊ όταν κατάφερε να κλείσει συνεργασία με το περιοδικό φέρνοντας συνέντευξη της βραβευμένης με Πούλιτζερ, συγγραφέα Ζαν Στάνφορντ. Κάτι ανάλογο συνέβη με τη συγγραφέα Αν Μπιάτι, την Μόνα Σίμπσον και άλλες.


H Betsy Talbot Blackwell to 1956 με μοντέλα 

Το περιοδικό ανέστειλε την έκδοση του το 2001, μην αντέχοντας στον ανταγωνισμό εντύπων που είχαν περισσότερο σεξ και πιο «φιλικές» σχέσεις με τους διαφημιζόμενους.

Τα περιοδικά επικεντρώθηκαν στην υλιστική πλευρά της γυναικείας προσωπικότητας και όχι στο γεγονός ότι οι γυναίκες είναι πραγματικές αναγνώστριες. Όμως, η κληρονομιά του «Mademoiselle» παραμένει αναμφισβήτητη και ενθαρρυντικά ζωντανή. Λαμβάνοντας υπόψη την τάση για περισσότερη πολιτική και λογοτεχνική θεματολογία των γυναικείων περιοδικών, ίσως οι διαφημιστές δουν με άλλη ματιά την αξία της εν λόγω αγοράς.