«Η χώρα που θα μπορούσε να συγκροτηθεί από όλους τους εξόριστους και μετανάστες της Λατινικής Αμερικής θα είχε πληθυσμό μεγαλύτερο της Νορβηγίας. Σας προκαλώ να σκεφτείται ότι αυτή η υπερμεγέθης πραγματικότητα, και όχι απλώς η λογοτεχνική της έκφραση, είναι που άξιζε την προσοχή της Σουηδικής Ακαδημίας». Από την ομιλία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες κατά τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1982.

«Μια πραγματικότητα όχι στα χαρτιά, αλλά αυτή που καθορίζει κάθε απώλεια από τους καθημερινούς αμέτρητους θανάτους και που τροφοδοτεί μια πηγή ακόρεστης δημιουργικότητας, γεμάτη από λύπη και ομορφιά, της οποίας αυτός ο περιπλανώμενος και νοσταλγικός Κολομβιανός δεν είναι παρά ένας ακόμη, που ξεχώρισε από τύχη.

»Ποιητές και ζητιάνοι, μουσικοί και προφήτες, πολεμιστές και απατεώνες, όλα τα πλάσματα αυτής της αχαλίνωτης πραγματικότητας, δεν χρειάστηκε να ζητήσουμε πολλή φαντασία, γιατί το κρίσιμο πρόβλημά μας ήταν η έλλειψη συμβατικών μέσων, ώστε να καταστήσουμε τη ζωή μας πιστευτή. Αυτή είναι, φίλοι μου, η ουσία της μοναξιάς μας».

Μία από τους βιογράφους του, η Gerald Martin, περιέγραψε το «Εκατό χρόνια μοναξιά» ως «το πρώτο μυθιστόρημα στο οποίο οι Λατινοαμερινακοί είδαν τους εαυτούς τους, που τους όρισε, γιόρτασε το πάθος τους, την ένταση, την πνευματικότητα και τη δεισιδαιμονία τους και τη μεγάλη ροπή τους προς την αποτυχία».

Η γραφή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες διαμορφώθηκε από την πολιτική του οπτική, η οποία επηρεάστηκε σε ένα μέρος από τη σφαγή των εργατών στις φυτείες μπανάνας το 1928 που απεργούσαν ενάντια στην εταιρεία που αργότερα ονομάστηκε Chiquita. Ήταν από τους πρώτους συμμάχους του Φιντέλ Κάστρο στην Κούβα και επέκρινε τη δικτατορία στη Χιλή που υποστηρίχθηκε από τις ΗΠΑ.

Το 1998, όταν ο Γκαρσία Μάρκες ήταν στα 70 του, χρησιμοποίησε τα χρήματα από το Νόμπελ Λογοτεχνίας για να αγοράσει  το περιοδικό ειδήσεων Cambio. Τότε είχε πει στους δημοσιογράφους: «Τα βιβλία μου δεν θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί αν δεν ήμουν δημοσιογράφος, γιατί όλο το υλικό πάρθηκε από την πραγματικότητα».

Πηγή: Democracy Now