Ο μεγαλύτερος εργολάβος οικοδομών της Τουρκίας, οι γιοι τριών υπουργών και o τοπικός επικεφαλής του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Τούρκου Πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προσήλθαν στο αρχηγείο της Αστυνομίας της Κωνσταντινούπολης, ως ύποπτοι για μια τεράστια υπόθεση διαφθοράς. Ήταν τα πιο πρόσφατα θύματα του πολέμου μεταξύ του Ερντογάν και του πρώην συμμάχου του Φετουλάχ Γκιουλέν, επικεφαλής του διεθνούς ισλαμικού κινήματος «Χιζμέτ». Απαντώντας στις συλλήψεις και τις δεκάδες προσαγωγές (σημειώνεται πως μεγάλο μέρος του τουρκικού δικαστικού συστήματος και της αστυνομίας απαρτίζεται από οπαδούς του Γκιουλέν) η κυβέρνηση Ερντογάν απέλυσε πέντε από τους υπεύθυνους αστυνομικούς διευθυντές καθώς «δεν ενημέρωσαν τους ανώτερούς τους». Του Νιαζί Νταλιαντζή.

 
Ο Αλί Αγκάογλου που σήμερα κρατείται στο αρχηγείο της αστυνομίας είναι στενός συνεργάτης του Ερντογάν, του οποίου η περιουσία εκτιμάται να ανέρχεται στα 2,7 δισ. δολάρια, σύμφωνα με το περιοδικό Forbes. Επίσης, υπό την φύλαξη της αστυνομίας βρίσκονται οι γιοι των υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και της Αστικής Ανάπτυξης.
 
Ο εισαγγελέας που πυροδότησε την έρευνα είναι ο Ζεκερίγια Οζ, ο οποίος πριν από έξι χρόνια ξεκίνησε τις λεγόμενες μελέτες για τις υποθέσεις «Εργκένεκον» και «Βαριοπούλα» που οδήγησε στη φυλάκιση εκατοντάδων στρατιωτικών, δημοσιογράφων, καθηγητών και άλλων ακτιβιστών.
 
Οι κατηγορίες εναντίον των υπόπτων περιλαμβάνουν δωροδοκίες για την χορήγηση της τουρκικής υπηκοότητας σε ξένους, αλλά και μίζες για την ανάθεση έργων μέσω συμβάσεων σε συγκεκριμένους εργολάβους. Επιπλέον οι ύποπτοι κατηγορούνται για την πώληση αρχαίων που αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια των ανασκαφών για την κατασκευή του υποθαλάσσιου τούνελ, το οποί συνέδεε την ασιατική πλευρά της πόλης με την ευρωπαϊκή φέτος τον Οκτώβριο.
 
Επίσης, από τις αρχές κρατείται μάνατζερ κρατικής τράπεζας και ο επιχειρηματίας σύζυγος μιας διάσημης Τουρκάλας τραγουδίστριας. «Αυτό είναι μια νομική διαδικασία, δεν θέλω να σχολιάσω πριν ξεκαθαρίσει η κατάσταση», είπε ο Ερντογάν από το Ικόνιο σχετικά με τις συλλήψεις. Ωστόσο μια ημέρα αργότερα ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Μπουλέντ Αρίντς έκανε λόγο για επιχείρηση αμαύρωσης της τουρκικής κυβέρνησης. Στη συνέχεια διευκρίνισε πως δεν αναφερόταν στους οπαδούς του Γκιουλέν. 
 
Η αντιπαλότητα μεταξύ του κινήματος Γκιουλέν και  του AKP, του κόμματος του Ερντογάν, κλιμακώθηκε σταθερά από το 2010, όταν ο Γκιουλέν επέκρινε την κυβέρνηση διότι επέτρεψε στο Mavi Marmara να πλεύσει προς τη Γάζα για την παροχή βοήθειας προς τους Παλαιστινίους. Ισραηλινοί κομάντος επιτέθηκαν στο πλοίο με αποτέλεσμα 9 επιβάτες, όλοι τους Ισλαμιστές ακτιβιστές να σκοτωθούν. «Η Τουρκία θα έπρεπε να είχε λάβει κατάλληλη άδεια από τις ισραηλινές αρχές», δήλωσε ο Γκιουλέν μετά το περιστατικό.
 
Η δεύτερη κίνηση εκ μέρους του κινήματος Γκιουλέν ήρθε όταν ένας άλλος εισαγγελέας με ειδική δικαιοδοσία στα δικαστήρια της Κωνσταντινούπολης κλήτευσε τον νεοδιορισθέντα επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών (ΜΙΤ), του Ερντογάν, Χακάν Φιντάν να καταθέσει στο δικαστήριο τον Φεβρουάριο του 2012. Ο Χακάν Φιντάν ήταν ύποπτος για παροχή βοήθειας στο κόμμα των Κούρδων, το PKK καθώς και ένας από τους εκπροσώπους της κυβέρνησης στις μυστικές συνομιλίες με το ΡΚΚ στο Όσλο κατά τη διάρκεια του προηγούμενου χρόνου. Αυτή η κίνηση εξόργισε τον Ερντογάν ο οποίος ξέσπασε λέγοντας, «Θα πρέπει να έρθουν να με πιάσουν!». Στη συνέχεια πέρασε αμέσως μια νομοθεσία που καταργούσε τα δικαστήρια με «ειδική δικαιοδοσία», που χειρίζονται πολιτικές υποθέσεις όπως αυτή του «Εργκένεκον» και της «Βαριοπούλας», αφήνοντας σε εκκρεμότητα τις εν εξελίξει υποθέσεις.
 
Όταν το ΑΚΡ ανέλαβε την εξουσία το 2002, το κίνημα Γκιουλέν ήταν πιστός σύμμαχος του Ερντογάν, που υποστήριζε πλήρως την ισλαμιστική πολιτική του. Η συμμαχία είχε ως αποτέλεσμα μεγάλα τμήματα του τουρκικού δικαστικού συστήματος και της αστυνομίας να απαρτίζονται στην πλειοψηφία τους από τους οπαδούς του Γκιουλέν.
 
Τόσο οι αστυνομικοί όσο και τα λεγόμενα ειδικά δικαστήρια από το 2007 επιδίδονταν στο να οδηγούν τους αντιπάλους του καθεστώτος  του ΑΚΡ σε δίκες με την κατηγορία του σχεδιασμού ανατροπής της εκλεγμένης κυβέρνησης. Κυρίως κορυφαίοι στρατιωτικοί, συμπεριλαμβανομένου και του πρώην Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, Ιλκέρ Μπασμπούγκ επέβαλαν αυστηρές ποινές που κυμαίνονται από την ισόβια κάθειρξη μέχρι τα 10 και 30 χρόνια φυλάκισης αναφορικά με τις συγκεκριμένες κατηγορίες.
 
Η εκδίκαση των υποθέσεων επικρίθηκε τόσο στην Τουρκία όσο και στο εξωτερικό, διότι τα δικαστήρια χρησιμοποιούσαν ανυπόγραφα ψηφιακά έγγραφα και «μυστικούς μάρτυρες» στους οποίους βασίστηκαν για τις ετυμηγορίες τους. Μερικά από τα ψηφιακά έγγραφα αποδείχθηκε να έχουν κατασκευαστεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία από τα υποτιθέμενα σχέδια για την ανατροπή της κυβέρνησης.
 
Η τελευταία έξαρση ήρθε πριν από ένα μήνα, όταν ο Ερντογάν ανακοίνωσε ότι πρόκειται να κλείσει τα φροντιστήρια, προπαρασκευαστικά σχολεία, που ως επί το πλείστον ανήκουν ή ελέγχονται από το κίνημα του Γκιουλέν, τα οποία προετοιμάζουν σε μεγάλο βαθμό τους νέους για τις εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήμια.
 
Ένας δημοσιογράφος, κοντά στο κίνημα, Μεχμέτ Μπαρανσού δημοσίευσε απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, με ημερομηνία το 2004, ζητώντας από την κυβέρνηση να ερευνήσει ριζοσπαστικά ισλαμικά κινήματα στην Τουρκία, συμπεριλαμβανομένου και του κινήματος Γκιουλέν. Ο Ερντογάν και οι πέντε υπουργοί του, συμπεριλαμβανομένου του Αμπντουλάχ Γκιούλ ο οποίος ήταν τότε υπουργός Εξωτερικών, είχαν υπογράψει το έγγραφο μαζί με επιφανείς στρατιωτικούς, μερικοί από τους οποίους εκτίουν τώρα αυστηρές ποινές φυλάκισης. Η κυβέρνηση, οι μυστικές υπηρεσίες (ΜΙΤ) και το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας έφεραν αμέσως μια υπόθεση εναντίον του Μπαρανσού για την αποκάλυψη κρατικών μυστικών.
 
Το πραξικόπημα του Εισαγγελέα Οζ συγκλόνισε το κοινό ως μια περαιτέρω κλιμάκωση της αντιπαλότητας μεταξύ των δύο πρώην πολιτικών συμμάχων. Τα επόμενα δύο χρόνια η Τουρκία θα έχει τρεις εκλογές. Αρχικά θα πραγματοποιηθούν οι τοπικές εκλογές του Μαρτίου, στη συνέχεια οι γενικές κοινοβουλευτικές εκλογές, ενώ θα γίνει για πρώτη φορά ψηφοφορία για την προεδρία της χώρας, μια θέση που εποφθαλμιά ο Ερντογάν.
 
Η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο πρώην συμμάχων θολώνει το πολιτικό μέλλον και πιθανόν θα απειλεί την υλοποίηση των σχεδίων του Ερντογάν. Προς το παρόν, ακόμη και οι πιο πεπειραμένοι πολιτικοί σχολιαστές αδυνατούν να προβλέψουν τη έκβαση αυτής της κατάστασης.