Την προηγούμενη Τετάρτη, με την πώληση του ομίλου του Dogan στον όμιλο Demiroren, που πρόσκειται στην εξουσία, το μιντιακό πεδίο στην Τουρκία άλλαξε σχεδόν ολοκληρωτικά. Η Hurriyet (με τιράζ 310.000 φύλλα), το δημοφιλές τηλεοπτικό κανάλι Kanal D, το CNN Turc, που έχει συνεχές ενημερωτικό πρόγραμμα, η αθλητική εφημερίδα Fanatik, η δημοφιλής εφημερίδα Posta, πολλά εβδομαδιαία και μηνιαία περιοδικά, που αποτελούν το σύνολο των ΜΜΕ της καθεστηκύιας τάξης, όπως και το μεγάλο δίκτυο διανομής Yaysat, βρίσκονται πλέον στα χέρια μιας εταιρείας που ήδη είχε στην κατοχή της δυο μεγάλες εφημερίδες, την Milliyet και τη Vatan.

Ο Aydın Dogan, βαρώνος του Τύπου στη χώρα, είχε τεράστια προβλήματα με την κυβέρνηση του Ερντογάν. Αυτό γιατί δεν υπάκουε πλήρως στις διαταγές του παλατιού. Κεμαλικός, κοσμικός, προσκείμενος στον στρατό και υπέρμαχος του σύγχρονου βίου, αντιστεκόταν ενάντια στις επιθέσεις των ισλαμιστών και της κυβέρνησης. Είχε ήδη καταδικαστεί για κάποιες οικονομικές παρατυπίες και του επιβλήθηκε πρόστιμο τριπλάσιο του κεφαλαίου του.

Επιχερηματίας και πρώην τραπεζίτης, ο Aydın Dogan είναι παρών σε πολλούς τομείς του εμπορίου και της οικονομίας, όπου το κράτος μπορεί εύκολα να παρέμβει. Πλέον, με την νέα συμφωνία, περίπου το 95% των ΜΜΕ ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από τον Ερντογάν.

Επίσης την Τετάρτη, το τουρκικό κοινοβούλιο ψήφισε έναν νέο νόμο εξουσιοδοτώντας το Ύπατο Συβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (RTUK) να ελέγχει πολύ αυστηρά, αν όχι να απαγορεύσει, την λειτουργία των διαδικτυακών site.

Έτσι, λοιπόν, η φωνή της αντιπολίτευσης φιμώθηκε εντελώς. Ο Ερντογάν ετοιμάζεται για τρεις εκλογικές αναμετρήσεις το 2019: Περιφερειακές εκλογές, Εθνικές εκλογές, και Προεδρικές εκλογές. Επίσης είναι δυσαρεστημένος από συγκεκριμένα ΜΜΕ, αν και μεσαία ή μικρά σε μέγεθος, που ακόμη ασκούν κριτική στην εθνικιστική, μιλιταριστική και θρησκευτική διακυβέρνηση. Ο πόλεμος ενάντια στους Κούρδους της Συρίας και οι αντιδράσεις από συγκεκριμένους διεθνείς οργανισμούς (ΟΗΕ, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο της Ευρώπης και διεθνή ΜΜΕ) είναι ευαίσθητα θέματα, που εκνευρίζουν τον Ερντογάν. Ο μοναδικός άνθρωπος που επιδιώκει «Ένα Κράτος, Ένα Έθνος, Μια Πατρίδα, Μια Γλώσσα» γνωρίζει ότι αυτό δεν είναι εφικτό παρά μόνο με Ένα μέσο ενημέρωσης.

Η Τουρκία είναι μια χώρα όπου δεκαπέντε εφημερίδες κυκλοφορούν με τον ίδιο τίλο (κυρίως ένα ατάκα, ή καλύτερα μια φράση, του Προέδρου). Στο εξής είκοσι εφημερίδες θα κυκλοφορούν με τον ίδιο τίτλο. Όσο για το περιεχόμενο, θα είναι επίσης παρόμοιο και κάποιες φορές ταυτόσημο.

Η αγορά από την Demiroren της εταιρείας που διανέμει τον ημερήσιο και περιφερειακό Τύπο, καθώς και εβδομαδιαίες και μηνιαίες εφημερίδες, απειλεί άμεσα τις πέντε εφημερίδες που εξακολουθούν να αντιτίθενται στη δικτατορία του Ερντογάν.

Ο Σουλτάνος απαιτεί 100% αφωσίωση. Αυτό, μερικές φορές, είναι αρκετά δύσκολο για τον κυβερνητικό Τύπο, καθώς ο Ερντογάν μπορεί να αλλάξει αντιλήψεις και στάση τουλάχιστον μια φορά κάθε μέρα. Μπορεί εύκολα να πει ψέμματα. Η αντίφαση είναι το αγαπημένο του άθλημα. Συνεπώς οι δημοσιογράφοι και οι αρθρογράφοι του Παλατιού μπορούν πολύ εύκολα να πέσουν στην παγίδα εάν δεν είναι επίσης ευέλικτοι και οπορτουνιστές σαν τον Ερντογάν.

Η πώληση του ομίλου Dogan κόστισε 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια ενώ η πραγματική του αξία ήταν τουλάχιστον πέντε δισεκατομμύρια. Μια κοινοπραξία αποτελούμενη από διάφορες τράπεζες εγχώριες και ξένες, συμπεριλαμβανομένης και μιας δημόσιας, παρείχε την πίστωση για την αγορά αυτή, καθώς ο όμιλος Demiroren δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να καλύψει τα 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Μια ομάδα μέσων ενημέρωσης από το Κατάρ ή ακόμα και τα κρυφά κεφάλαια του τουρκικού κράτους θα μπορούσαν να είναι επίσης μεταξύ των πιστωτών.

Η διπλωματική απομόνωση της Άγκυρας, που λίγο-πολύ φαίνεται από την σιωπή που κρατά η διεθνής κοινότητα προς το τουρκικό καθεστώς, δεν αποτελεί την πρώτη έγνοια του Ερντογάν. Στην ουσία εκείνος επιδιώκει να κερδίσει το 51% των εκλογέων που θα τον διατηρήσουν στην εξουσία και ειδικότερα στην Προεδρεία της χώρας. Ο πόλεμος ενάντια στους Κούρδους της Συρίας και οι προσκλήσεις ενάντια στις ΗΠΑ και στην ΕΕ, μπορούν να του εξασφαλίσουν, όπως πιστεύει, την συμπάθεια της πλειονότητας των Τούρκων.

Επίσης, ο Ερντογάν ελπίζει ότι κυριαρχώντας όλα τα τουρκικά ΜΜΕ θα κερδίσει την πλειοψηφία. Όμως δεν είναι βέβαιος, και για αυτό, χάρη στην κοινοβουλευτική του αυτοδυναμία ψηφίζει νόμους, ενάντια στο πνεύμα του ίδιου του Δικαίου για να εξασφαλίσει τις εκλογές: Οι δυνάμεις ασφαλείας θα μπορούν πλέον να παρεμβαίνουν την ημέρα των εκλογών στα εκλογικά τμήματα, τα οποία μάλιστα θα λειτουργούν μόνο με τους δημόσιους υπαλλήλους που πρόσκεινται στην κυβέρνηση. Τα ψηφοδέλτια που δεν θα έχουν σφραγίδα από το Ανώτατο Συμβούλιο Εκλογών (YSK) θα θεωρούνται έγκυρα. Όλα είναι έτοιμα για κάθε είδους κόλπα... Γνωρίζουμε ήδη ότι οι εκλογές δεν θα είναι ούτε νόμιμες, ούτε δίκαιες, ούτε δικαιολογημένες, ούτε αμερόληπτες.

Όλα αυτά τα μέτρα που παίρνει ο Ερντογάν, αναδεικνύουν, από την άλλη πλευρά, τα ελαττώματα και τις αδυναμίες του. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο γίνεται ολοένα και πιο επιθετικός.