Η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο να αποχαρακτηρίσει και να δώσει στη δημοσιότητα μέρος της 28σέλιδης έρευνας του Κογκρέσου σχετικά με τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στους δίδυμους πύργους. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, μέσω της έρευνας αφήνεται ανοιχτή μια πιθανή σύνδεση της Σαουδικής Αραβίας με τους τρομοκράτες.

Υπενθυμίζεται πως το Ριάντ έχει επανειλημμένα κατηγορηθεί για σχέσεις με τζιχαντιστικές οργανώσεις, όπως η Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος. Μάλιστα σε απόρρητο έγγραφο της αμερικανικής διπλωματίας (σημ: με ημερομηνία 30/12/2009) που αποκαλύφθηκε από τα Wikileaks και φέρει την υπογραφή της τότε υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Χίλαρι Κλίντον, επισημαίνεται η χρηματοδότηση που παρέχουν οι Σαουδάραβες σε τζιχαντιστικές τρομοκρατικές οργανώσεις. «Η Σαουδική Αραβία παραμένει κρίσιμος οικονομικός υποστηρικτής οργανώσεων όπως η Αλ Κάιντα και τα παρακλάδια της (ένα εκ των οποίων υπήρξε αρχικά το Ισλαμικό Κράτος), οι Ταλιμπάν και άλλες», αναφέρεται μεταξύ άλλων στο έγγραφο.

Στην έρευνα του Κογκρέσου για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου γίνεται λόγος για «συγκεκριμένες πηγές ξένης στήριξης προς κάποιους αεροπειρατές της 11ης Σεπτεμβρίου ενώ εκείνοι βρίσκονταν στις ΗΠΑ».
Η απόρρητη έκθεση φυλάσσεται στο Καπιτώλιο, ωστόσο οι πιέσεις για δημοσιοποίησή της συνεχώς αυξάνονται. Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Τζωρτζ Μπους έχει υποστηρίξει πως η δημοσίευσή της ενδεχομένως θα έπληττε την εθνική ασφάλεια, καθώς θα αποκαλυφθούν όσα γνωρίζουν οι ΗΠΑ για «πηγές και μεθόδους τρομοκρατίας και αυτό θα έκανε δυσκολότερη τη νίκη στον πόλεμο εναντίον της». Ωστόσο όλο και περισσότεροι δεν συμμερίζονται την άποψη του πρώην Αμερικανού προέδρου.

Μάλιστα ορισμένοι κατηγορούν πλέον ανοιχτά τη Σαουδική Αραβία τόσο για την εμπλοκή της στην επίθεση όσο και για απόπειρα συγκάλυψης. Όπως γράφει ο Independent, ο Ρούντι Τζουλιάνι, δήμαρχος της Νέας Υόρκης όταν σημειώθηκαν οι επιθέσεις που άλλαξαν τον κόσμο, έχει υποστηρίξει πως τον είχε προσεγγίσει Σαουδάραβας πρίγκιπας και του πρόσφερε επιταγή 10 εκατ. δολαρίων ώστε να στρέψει την προσοχή μακριά από τη Σαουδική Αραβία. «Μπορεί να κρατήσει τα λεφτά του και να πάει να τα κάψει στην κόλαση. Οι Αμερικάνοι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν ακριβώς ποιος ήταν ο ρόλος της Σαουδικής Αραβίας στις επιθέσεις. Έχουμε το δικαίωμα να γνωρίζουμε ποιος σκότωσε τους αγαπημένους μας».

Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου, σύμφωνα πάντα με τον Independet, φέρονται σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις να συμφωνούν με τη δημοσιοποίηση μέρους της 28σέλιδης έκθεσης. Ένας ακόμη αξιωματούχος που εμπλέκει άμεσα τη Σαουδική Αραβία με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου είναι ο Μπομπ Γκράχαμ, πρώην γερουσιαστής των Δημοκρατικών και πρώην επικεφαλής της επιτροπής Υπηρεσιών Πληροφοριών της Γερουσίας. Ο Γκράχαμ έχει υποστηρίξει πως είναι πεπεισμένος για την εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας και μάλιστα «στα υψηλότερα κλιμάκια».

Πρωταγωνιστές στην εκστρατεία για αποχαρακτηρισμό και δημοσιοποίηση της έκθεσης είναι και δύο μέλη του Κογκρέσου, ένας Δημοκρατικός και ένας Ρεπουμπλικάνος. Πρόκειται για τους Στίβεν Λιντς και Γουόλτερ Τζόουνς, αντίστοιχα, οι οποίοι έχουν δει τα όσα αναφέρει η έκθεση.

Επίσης, υπέρ του αποχαρακτηρισμού της έκθεση, όπως αναφέρει η ελληνική Huffington Post, τάσσεται η Νάνσι Πελόζι, επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων- ενώ ο Μπεν Ρόουντς, αναπληρωτής σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Ομπάμα δήλωσε πρόσφατα πως η σαουδαραβική κυβέρνηση δεν ενεπλάκη άμεσα, αλλά ούτε και εμπόδισε ενεργά τους πολίτες της από το να προχωρήσουν- καθώς και ότι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ενδεχομένως να έχουν, σε προσωπικό επίπεδο, υποστηρίξει τρομοκρατικές οργανώσεις.

Ο Τιμ Ρόμερ, μέλος της Επιτροπής και πρώην μέλος του Κογκρέσου της Ιντιάνα, που επίσης έχει διαβάσει την 28σέλιδη έρευνα ανάφερε πως «υπήρχαν στοιχεία, υπήρχαν ισχυρισμοί, μαρτυρίες και αποδείξεις για τους αεροπειρατές και τις συναντήσεις τους με συγκεκριμένους ανθρώπους. Η Επιτροπή ανέλαβε να αξιολογήσει και να ερευνήσει όλα αυτά».

Όπως γράφει το CNN Greece, ο Ρόμερ αναφέρει πως παραμένουν αρκετά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τον ρόλο του Φαχάτ αλ Τουμάρι, υπάλληλο του σαουδικού προξενείου που εδρεύει στο Λος Άντζελες, ο οποίος φέρεται να βοήθησε δύο από τους αεροπειρατές να περάσουν στη χώρα και να βρουν οικία διαμονής. Στον Αλ Τουμάρι, απαγορεύτηκε η είσοδος στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Μάιο του 2003, καθώς οι Αρχές πίστευαν ότι μπορεί να εμπλέκεται σε τρομοκρατικές δραστηριότητες.

Στα ντοκουμέντα που έχουν στη κατοχή τους οι αμερικανικές δυνάμεις, υπάρχει μια λίστα υπόπτων, ανάμεσα σε αυτούς βρίσκεται και ένα σημαντικό μέλος της Αλ Κάιντα, ο Γκασσάν αλ Σαρμπί, ο οποίος είχε συλληφθεί το 2002, στο Πακιστάν. Τα έγγραφα αναφέρουν ότι μετά τη σύλληψή του Αλ Σαρμπί, το FBI ανακάλυψε κάποια έγγραφα που ήταν θαμμένα στο σημείο που τον εντόπισαν. Ανάμεσα τους, και μια πιστοποίηση πιλότου, που είχε εκδοθεί από την πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας στην Ουάσιγκτον. Παρέμεινε ασαφές αν η άδεια ταχυδρομήθηκε από την ίδια την πρεσβεία.

Σύμφωνα με την ελληνική Huffington Post, «Κλειδί» στην όλη υπόθεση θεωρείται το υπουργείο Ισλαμικών Θεμάτων στη Σαουδική Αραβία (ιδρύθηκε κατόπιν πιέσεων ουαχαμπιστών κληρικών τη δεκαετία του 1990), που φέρεται να συνδέεται με τους τρομοκράτες που πραγματοποίησαν τις επιθέσεις. Παράλληλα, ξετυλίγοντας το «κουβάρι» των πιθανών διασυνδέσεων των τρομοκρατών με τη σαουδαραβική κυβέρνηση, διαπιστώνει κανείς ότι δύο εκ των δραστών (Ναουάφ αλ Χάμζι και Χαλίντ αλ Μιντχάρ, Σαουδάραβες- είχαν φτάσει στις ΗΠΑ το 2000) είχαν λάβει βοήθεια από τον Ομάρ αλ Μπαγιούμι, επίσης Σαουδάραβα, που τους βρήκε διαμέρισμα, τους βοήθησε με τη γραφειοκρατία κ.α.

Ο αλ Μπαγιούμι είχε λάβει χρηματοδότηση από τη σαουδαραβική κυβέρνηση για τη διαμονή του στις ΗΠΑ μέσω σαουδαραβικής εταιρείας, της Dallah Alco, και σε έγγραφα του FBI είναι καταχωρημένος ως Σαουδάραβας πράκτορας (κάτι που αρνούνται οι σαουδαραβικές αρχές). Ωστόσο, ο αλ Μπαγιούμι παραδέχτηκε στις αμερικανικές αρχές ότι είχε συνάντηση με τον Φαχάντ αλ Θουμάιρι, αξιωματούχο του υπουργείου Ισλαμικών Θεμάτων, ο οποίος αργότερα έχασε τη διπλωματική ασυλία και απελάθηκε από τις ΗΠΑ λόγω υποψιών για σχέσεις με τρομοκράτες. Επίσης, υπήρξαν συναντήσεις και συνεργασίας και με άλλα ύποπτα άτομα σαουδαραβικής υπηκοότητας.