Πριν από 60 χρόνια, το Λάγος της Νιγηρίας ήταν μια μικρή πόλη δυτικού τύπου, με χαμηλά σπίτια και περιορισμένα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν σε χωματόδρομους. Σήμερα, η ίδια πόλη συγκαταλέγεται στις 10 μεγαλύτερες του κόσμου, με έκταση 1000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Οι κάτοικοι του Λάγος όμως ζουν ακόμη χωρίς κεντρικό δίκτυο ύδρευσης και σε συνθήκες ακραίας περιβαλλοντικής μόλυνσης.

Το παράδειγμα του Λάγος είναι χαρακτηριστικό του πως ορισμένες χώρες ανά τον κόσμο γνώρισαν τις τελευταίες δεκαετίες μια βίαιη αστικοποίηση, με τον πληθυσμό τους όχι απλά να συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένες πόλεις χωρίς τις κατάλληλες υποδομές, αλλά να πολλαπλασιάζεται με ταχύτατους ρυθμούς.

Τι μας λέει το ρεύμα αυτό της αστικοποίησης και πως πρέπει να αντιμετωπίζεται σε έναν κόσμο όπου η κλιματική αλλαγή αποτελεί πλέον ωρολογιακή βόμβα, έτοιμη για τεράστιες καταστροφές; Ας δούμε τα μέχρι τώρα δεδομένα...

Διαβάστε ακόμα: Τα 8 θανάσιμα αμαρτήματα του πολιτισμού μας του Κόνραντ Λόρενς

Νέες έρευνες υποδεικνύουν ότι οι μεταβολές που έχει υποστεί το Λάγος κατά τα τελευταία 60 χρόνια μπορεί να μην είναι τίποτα μπροστά σε αυτό που θα μπορούσε να συμβεί στα επόμενα 60. Εάν ο πληθυσμός της Νιγηρίας συνεχίσει να αναπτύσσεται και να μετακινείται προς τις πόλεις με τον ίδιο ρυθμό όπως αυτή τη στιγμή, το Λάγος πρόκειται να γίνει η μεγαλύτερη μητρόπολη στον κόσμο και να φιλοξενεί 85 ή 100 εκατομμύρια πολίτες. Μέχρι το 2100, μάλιστα, αναμένεται να φιλοξενήσει περισσότερους ανθρώπους σε σχέση με την Καλιφόρνια ή τη Βρετανία σήμερα, ενώ θα έχει επεκταθεί κατά εκατοντάδες μίλια, με τεράστιες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Εκατοντάδες ακόμη πολύ μικρότερες πόλεις της Ασίας και της Αφρικής θα μπορούσαν επίσης να επεκταθούν με τον ίδιο τρόπο, όπως αναφέρουν στο Guardian οι Καναδοί δημογράφοι, Daniel Hoornweg και Kevin Pope, του Ινστιτούτου Τεχνολογίας του Οντάριο. Οι επιστήμονες προβλέπουν ότι η Niamey, η πρωτεύουσα του Νίγηρα θα μπορούσε να εξελιχθεί ως η όγδοη μεγαλύτερη πόλη στον κόσμο, με 46 εκατομμύρια ανθρώπους μέχρι το 2100. Αντίστοιχα, το Sleepy Blantyre στο νότιο Μαλάουι θα μπορούσε να φτάσει σε μέγεθος τη Νέας Υόρκη σήμερα. Η Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό εκτιμάται πως από τα 12 εκατ. πληθυσμό που έχει σήμερα, θα φτάσει τα 83 εκατ. 

Σύμφωνα με το ακραίο αυτό σενάριο - όπου οι χώρες δεν είναι σε θέση να ελέγξουν τα ποσοστά γονιμότητας και η αστικοποίηση συνεχίζει να αυξάνεται - μέσα σε 35 χρόνια, περισσότερες από 100 πόλεις θα έχουν πληθυσμούς μεγαλύτερους από τα 5,5 εκατομμύρια. Μέχρι το 2100, τα παγκόσμια κέντρα πληθυσμού θα έχουν μετατοπιστεί προς την Ασία και την Αφρική, με μόνο 14 από τις 101 μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου να βρίσκονται στην Ευρώπη και την Αμερική.

Αυτό που θα συμβεί σε αυτές τις πόλεις τα επόμενα 30 χρόνια θα καθορίσει την παγκόσμια πορεία του περιβάλλοντος και την ποιότητα ζωής των 11 δισεκατομμυρίων ανθρώπων που προβλέπεται να ζουν τότε. Είναι αδύνατο να γνωρίζουμε πώς ακριβώς θα εξελιχθούν οι πόλεις, όμως σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας είναι νέοι, γόνιμοι και ολοένα και πιο «αστικοί» πολίτες. Ο μέσος ηλικιακός όρος της Νιγηρίας είναι μόλις τα 18 έτη και σε όλες τις χώρες της Αφρικής τα 20. Το ποσοστό γονιμότητας των 500 εκατομμυρίων γυναικών στην ηπειρωτική Ευρώπη υποδεικνύει τη δυνατότητα 4,4 γεννήσεων για κάθε μια. Επιπλέον, ο μισός πληθυσμός της Ινδίας είναι κάτω των 25 ετών και η μέση ηλικία της Λατινικής Αμερικής είναι τα 29.

Οι τελευταίες προβλέψεις του ΟΗΕ είναι ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός θα αυξηθεί κατά 2,9 δισεκατομμύρια μέσα στα επόμενα 33 χρόνια και ενδεχομένως κατά 3 δισεκατομμύρια μέχρι το τέλος του αιώνα. Μέχρι τότε, η ανθρωπότητα αναμένεται να εξελιχθεί σε σχεδόν αποκλειστικά αστικό είδος, με το 80-90% των ανθρώπων να ζουν στις πόλεις.

Το αν οι πόλεις αυτές εξελιχθούν σε μεγάλου μεγέθους, χαοτικές φτωχογειτονιές - με μολυσμένη ατμόσφαιρα, ανεξέλεγκτες εκπομπές αερίων και φτωχούς πληθυσμούς που στερούνται τροφίμων και νερού- ή θα γίνουν πραγματικά βιώσιμες, εξαρτάται από το πως θα αντιδράσουν στο κύμα της αστικοποίησης που βρίσκεται τώρα στα πρώτα του στάδια.

Διαβάστε επίσης: Μπορεί η Γη να θρέψει 10 δισεκατομμύρια ανθρώπους;

Πολλοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η αύξηση του πληθυσμού είναι απαραίτητη για τη δημιουργία πλούτου και ότι η αστικοποίηση μειώνει σημαντικά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της ανθρωπότητας. Άλλοι επιστήμονες φοβούνται ότι οι πόλεις θα είναι αδύνατον να διοικούνται, ενώ θα είναι δύσκολη η προσαρμογή στις αυξανόμενες θερμοκρασίες και τα αυξημένα επίπεδα της θάλασσας, και θα είναι επιρρεπείς σε ρύπανση και έλλειψη νερού, παρέχοντας κακή ποιότητα υγείας.

Πολλές πόλεις επενδύουν ήδη σε οικολογικές μεταφορές και σε δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, στην ανανεώσιμη ενέργεια, στο σχεδιασμό για την ευημερία των πολιτών και στη δημιουργία καλής ποιότητας στέγης για όλους. Άλλες όμως, αντιμετωπίζουν απ' ό, τι φαίνεται τεράστια προβλήματα. Ακολουθούν μερικές επιλογές από τις προβλέψεις των Hoornweg και Pope αναφορικά με ορισμένες πόλεις που ακολουθούν πορεία βίαιης αστικοποίησης και πολλαπλασιασμού του πληθυσμού τους...

Μπάνγκαλορ, Ινδία
Πληθυσμός το 2015: περίπου 7 εκατομμύρια
Υπολογιζόμενος πληθυσμός το 2100: περίπου 21 εκατομμύρια

Η Ινδία αναμένεται να είναι η πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο, με περισσότερους από 1,5 δισεκατομμύριο ανθρώπους μέχρι το 2050. Ο αστικός πληθυσμός της χώρας έχει διπλασιαστεί σε μόλις 30 χρόνια, φτάνοντας τα 600 εκατομμύρια. Στην περίπτωση της χώρας αυτής, δεν είναι οι μεγάλες πόλεις όπως το Νέο Δελχί που επεκτείνονται, αλλά οι μικρότερες πόλεις, που αναπτύσσονται ταχύτατα.

Στην περίπτωση της Μπάνγκαλορ, η θερμοκρασία έχει αυξηθεί τις τρεις τελευταίες δεκαετίες κατά 2 με 2,5 βαθμούς Κελσίου, ενώ η βλάστηση έχει μειωθεί κατά 88% και οι πλημμύρες είναι συνηθισμένο φαινόμενο ακόμα και τις μέρες που η βροχόπτωση είναι σε κανονικά επίπεδα. Ταυτόχρονα, η μόλυνση της ατμόσφαιρας και των λιμνών βρίσκεται σε επικίνδυνα επίπεδα και υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με τη διαχείριση των αποβλήτων.

Κινσάσα, Δημοκρατία του Κονγκό
Πληθυσμός το 2015: περίπου 12 εκατομμύρια
Υπολογιζόμενος πληθυσμός το 2100: περίπου 83 εκατομμύρια


Η πόλη Κινσάσα, στη Δημοκρατία του Κονγκό, το 1920 απαριθμούσε 20.000 κατοίκους και μέχρι το 1940, ο αριθμός είχε φτάσει στους 450.000. Σήμερα, ο πληθυσμός της έχει εκτοξευθεί στα 12 εκατομμύρια και προβλέπεται να γίνει στα επόμενα 75 χρόνια η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της αφρικανικής ηπείρου, με 75 εκατομμύρια ανθρώπους στην επικράτειά της. Σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα, πρόκειται για μια πόλη απόλυτα δυσλειτουργική και τεράστια σε μέγεθος. Οι υποδομές της είναι ανύπαρκτες ή υπό κατάρρευση, ενώ οι κάτοικοί της ζουν σε γειτονιές που παραπέμπουν στις φαβέλες της Βραζιλίας και χαρακτηρίζονται από την εγκληματικότητά τους.

«Όταν πηγαίνετε εκεί σήμερα, βλέπετε σύγχυση και συμφόρηση», αναφέρει στο Guardian ο Somik Lall, επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Αφρική. «Ναι, θα είναι μια από τις μεγαλύτερες πόλεις στην Αφρική μέχρι το 2050, αλλά δεν νομίζω ότι είναι το πρότυπο για την Αφρική του μέλλοντος, ούτε νομίζω ότι θα έχει πληθυσμό 70 εκατομμυρίων ανθρώπων». Υποστηρίζει ότι η σημερινή κατάσταση της Κινσάσα είναι δεν είναι απαραίτητα ενδεικτική της μελλοντικής συνθήκης: «Δεν υπάρχει τρόπος να πούμε πως θα είναι οι πόλεις το 2100: Η Σεούλ το 1980 δεν θα μπορούσε ποτέ να προβλέψει το πως είναι σήμερα. Ήταν μια βρώμικη, βιομηχανική πόλη. Η Αφρική έχει ένα νέο σε ηλικία εργατικό δυναμικό. Τοποθεσίες όπως η Κινσάσα είναι μερικές από τις πιο δυναμικές θέσεις στον κόσμο».
 
Ο ίδιος ανησυχεί, ωστόσο, ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν θα συμβαδίσει με την αύξηση του πληθυσμού, όπως συνέβη στην βιομηχανία της Ασίας, της Ευρώπης και των ΗΠΑ. «Αυτό που φαίνεται να συμβαίνει στην Αφρική είναι ότι προκαλούνται μόνο άτυπες συναλλαγές μικρής κλίμακας (σε αντίθεση με το παγκόσμιο εμπόριο). Οι άνθρωποι που έρχονται σε πόλεις όπως η Κινσάσα δεν επιφέρουν οικονομικά οφέλη. Δεν πραγματοποιούνται επαρκείς επενδύσεις στην υποδομή των αφρικανικών πόλεων».

Μέχρι το 2100, περίπου το 40% όλων των ανθρώπων και σχεδόν το ήμισυ όλων των παιδιών στον κόσμο θα είναι Αφρικανοί, σε μία από τις ταχύτερες και πιο ριζικές δημογραφικές αλλαγές στην ιστορία.

Guiyang, Κίνα
Πληθυσμός το 2015: 4,3 εκατομμύρια
Υπολογιζόμενος πληθυσμός το 2050: 7 εκατομμύρια

Η Guiyang αποτελεί ένα πρότυπο κεντρικού πολεοδομικού σχεδιασμού. Έχει λίγες παραγκουπόλεις και μικρή εξάπλωση, και η ανάπτυξή της είναι προ των πυλών. Όμως η αστικοποίηση υπήρξε στο παρελθόν μια μεγάλη οικολογική καταστροφή. Τις πρώτες μέρες της, η ρύπανση γέμισε το ποτάμι Nanming λύματα. Η ρύπανση της ατμόσφαιρας συνέχισε ανεξέλεγκτα, ενώ οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα αυξήθηκαν, τα δάση αποψιλώθηκαν και το έδαφος μολύνθηκε υπερβολικά.

Η κλίμακα και η ταχύτητα της μετάβασης της Κίνας στις πόλεις είναι συγκλονιστική - ίσως η ταχύτερη και μεγαλύτερη εσωτερική μετανάστευση ανθρώπινων πληθυσμών στην ιστορία. Σε μόλις 30 χρόνια, σχεδόν 500 εκατομμύρια άνθρωποι μετακόμισαν από τις αγροτικές περιοχές σε 622 πόλεις της Κίνας και μια πρωτίστως αγροτική χώρα μετατράπηκε σχεδόν στο 60% της σε αστική. Μέχρι το 2025, πάνω από ένα δισεκατομμύριο Κινέζοι - δύο στους τρεις πολίτες της χώρας- θα ζουν σε πόλεις.

El Alto, Βολιβία
Πληθυσμός το 2015: περίπου 1 εκατομμύριο
Υπολογιζόμενος πληθυσμός το 2050: περίπου 2,5 εκατομμύρια

Το φτωχό El Alto είναι η δορυφορική πόλη της πλούσιας Λα Παζ. Το 1952, ήταν μόλις μια κωμόπολη με θέα την πρωτεύουσα της Βολιβίας. Το 1960, είχε λιγότερους από 30.000 ανθρώπους. Πλέον έχει εξελιχθεί σε μια μητρόπολη, με περισσότερο από ένα εκατομμύριο ανθρώπους που ζουν 4.100 μέτρα (13.000 πόδια) πάνω από τη στάθμη της θάλασσας.

Το El Alto είναι μια πόλη που τώρα εξελίσσεται και ξεκινά να ευημερεί, καθώς αναπτύσσεται η βιομηχανία και η οικονομία της. Είναι επίσης ένα πρότυπο για το πως οικοδομείται από το μηδέν μια πόλη σε ένα ζοφερό περιβάλλον με περιορισμένους οικονομικούς πόρους.

Η Λατινική Αμερική είναι πλέον η πιο αστικοποιημένη περιοχή του κόσμου, με το 90% των κατοίκων να ζει σε πόλεις. Σε 50 χρόνια, εάν αποκτήσει πρόσβαση σε αρκετό νερό για της ανάγκες του, το El Alto είναι πιθανό να ξεπεράσει το ίδιο το La Paz σε μέγεθος.

Kigali, Ρουάντα
Πληθυσμός το 2015: 1 εκατομμύριο
Υπολογιζόμενος πληθυσμός το 2050: περίπου 5 εκατομμύρια

Το Kigali, πρωτεύουσα της Ρουάντα, υπολογίζεται πως μέχρι το 2040 θα έχει επεκταθεί τόσο πολύ που θα μοιάζει με πόλεις όπως η Σιγκαπούρη και το Ντάλας. Η πόλη εδώ και χρόνια έχει δημιουργήσει ένα μεγάλο πλάνο για πως θέλει να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια, το οποίο, με τις ευλογίες Ασιατών και Αυστραλιανών αρχιτεκτόνων, προβλέπει την εκκαθάριση των υπαρχουσών φτωχών γειτονιών και τη δημιουργία νέων συνοικιών για τη στέγαση πανεπιστημίων και οικονομικών φορέων. Επιπλέον θα δημιουργηθεί ένα νέο αεροδρόμιο, μεγάλο οδικό δίκτυο, ουρανοξύστες, ειδικές αστικές φάρμες ζώων, πάρκα αναψυχής και σύγχρονες κατοικίες που θα στεγάσουν χιλιάδες ανθρώπους.

Το σχέδιο βέβαια εξακολουθεί να μένει στα χαρτιά. Οι διεθνείς επενδυτές απέτυχαν σε μεγάλο βαθμό να φθάσουν και να επενδύσουν στην 25η φτωχότερη χώρα του κόσμου. Οι δρόμοι και τα μέσα μαζικής μεταφοράς δεν έχουν κατασκευαστεί και φτάσει στη χώρα, ενώ αντιμετωπίζονται ακόμα προβλήματα έλλειψης νερού και διακοπές ρεύματος. Οι φτωχογειτονιές του κέντρου της πόλης έχουν εκκαθαριστεί για να ανοίξουν το δρόμο για τους επενδυτές, όμως το Kigali παραμένει ακόμα μια απίστευτα φτωχή πρωτεύουσα.

Σε όλη την Αφρική, εκατοντάδες μικρότερες πόλεις βλέπουν την πληθυσμιακή τους αύξηση να ανέρχεται σε 3,5% ετησίως, διπλασιάζοντας το μέγεθος τους κάθε 21 χρόνια. Μεγάλες πόλεις, όπως η Άκκρα, το Λάγος, η Κινσάσα, η Εντέμπε και το Ναϊρόμπι, έχουν όλα τα απαραίτητα σχέδια ώστε να προσελκύσουν τις πλούσιες και μεσαίες τάξεις τους σε νέες λαμπερές δορυφορικές πόλεις και συνοικίες.

Σε μια περιοχή της υποσαχάριας Αφρικής, όπου ο πληθυσμός θα μπορούσε να διπλασιαστεί σε 50 χρόνια, το Κιγκάλι είναι μία από τις λίγες πόλεις που είναι αποφασισμένες να περιορίσουν την ανάπτυξη.

«Οι πόλεις στην Αφρική στερούνται κρατικών επενδύσεων. Ο πλούτος πολλών χωρών έχει διοχετευθεί στο εξωτερικό», αναφέρει στο Guardian η Vanessa Watson, καθηγήτρια πολεοδομίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν. «Μόνο η Ρουάντα και η Αιθιοπία περιορίζουν τους αστικούς πληθυσμούς, καταστρέφοντας τις φτωχογειτονιές και μετακινώντας τους ανθρώπους σε μικρότερες πόλεις».

Ο Watson ανησυχεί ότι οι κρατικές δαπάνες προς νέα, φιλόδοξα έργα και δορυφορικές πόλεις για τη μεσαία τάξη παραμελεί τις φτωχότερες περιοχές της πόλης, απ' όπου οι κάτοικοι εκδιώκονται. «Οι αφρικανικές πόλεις πρέπει να μάθουν ότι δεν μπορούν να γίνουν βιώσιμες με τη δημιουργία δρόμων. Πρέπει να αγκαλιάσουν τα μέσα μαζικής μεταφοράς και όχι τα αυτοκίνητα. Πρέπει να βρουν το δικό τους μοντέλο και να μην προσπαθήσουν να αντιγράψουν ευρωπαϊκές πόλεις, οι οποίες δομήθηκαν με τεράστιο κεφάλαιο και αργούς ρυθμούς ανάπτυξης. Αν όχι, αντιμετωπίζουμε ένα δυσοίωνο μέλλον αυξανόμενης ανισότητας και τεράστιων περιβαλλοντικών προβλημάτων».

Με πληροφορίες από το Guardian.