Την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 91 ετών, άφησε ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών, ο Πολωνός Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λιντς.

Πολέμησε ενάντια στους Ναζί μέσα από τον πολωνικό στρατό, από τον οποίο αποστρατεύτηκε μετά τον πόλεμο εξαιτίας της αντισημιτικής εκκαθάρισης. Επηρεασμένος από τον Μαρξ και τον Βέμπερ, αλλά και τους Αντόρνο, Καστοριάδη και Λεβινάς, μελέτησε εμβριθώς τη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας, το Ολοκαύτωμα, το φαινόμενο του καταναλωτισμού και την παγκοσμιοποίηση.

Πέθανε στο σπίτι του στο Λιντς κοντά στην οικογένειά του. Τελευταίο του βιβλίο στα ελληνικά το «Πλούτος και ανισότητα» από τις εκδόσεις Οκτώ.

Η ζωή του

Κατά την εφηβεία του, η Ναζιστική Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία (1939), γεγονός που ανάγκασε την οικογένειά του να διαφύγει προς τα ανατολικά στη Σοβιετική Ένωση. Ο Μπάουμαν αργότερα στρατολογήθηκε στον υπό Σοβιετική επίβλεψη Πολωνικό Κόκκινο Στρατό, εργαζόμενος ως καθοδηγητής πολιτικής εκπαίδευσης.

Πήρε μέρος στις μάχες του Kolberg (τώρα Kołobrzeg) και του Βερολίνου. Τον Μάιο του 1945 του απονεμήθηκε ο Στρατιωτικός Σταυρός της ανδρείας. Περαιτέρω ο Μπάουμαν εργάστηκε για τη Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών από το 1945 έως το 1948.

Ενόσω ήταν στο στρατό, σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας και το 1948 παντρεύτηκε τη Janina Lewinson. Προσωπική γνώση σχετικά με το Ολοκαύτωμα ήρθε από την αγαπημένη του γυναίκα, η οποία είχε επιζήσει από τον πόλεμο ως φυγάς, ενώ έχασε το μεγαλύτερο μέρος της οικογένειάς της.

Ο αντισημιτισμός στάθηκε εμπόδιο στην ακαδημαϊκή του πρόοδο και οδήγησε στην απόλυσή του από τον στρατό το 1954. Οι παράγοντες αυτοί, παράλληλα με την απογοήτευσή του από τον κομμουνισμό στην Πολωνία, διαμόρφωσαν την απόφασή του να αποχωρήσει από την Πολωνία το 1968. Πρώτος προορισμός του ήταν το Ισραήλ, όχι όμως ως σιωνιστής, και σύντομα μετακινήθηκε στην έδρα του στο Leeds της Αγγλίας το 1972.

Μέχρι τότε ο Μπάουμαν μπορούσε να επιλέξει μια σπουδαία ακαδημαϊκή θέση οπουδήποτε, αλλά το Λιντς τον βόλευε. Του προσέφερε μια σταθερή θέση για να σκεφτεί, να γράψει και να διδάξει, όπως ο ίδιος επιθυμούσε, με συμπαθείς συναδέλφους, αφοσιωμένη οικογένεια, φίλους και άξιους μαθητές. Από το 1972 μέχρι το 1990 διετέλεσε καθηγητής και πρόεδρος του τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Λιντς. Σήμερα είναι ομότιμος καθηγητής κοινωνιολογίας στα Πανεπιστήμια του Λιντς και της Βαρσοβίας.

Από τη «συνταξιοδότηση» το 1990 και μετά, έχει δημοσιεύσει περίπου 40 σημαντικά βιβλία και συνεχίζει να παραδίδει μαθήματα σε όλο τον κόσμο.

Του απονεμήθηκε το Ευρωπαϊκό Βραβείο Αμάλφι για την Κοινωνιολογία (1992), το Βραβείο Τέοντορ Αντόρνο (1998) και το Βραβείο Πρίγκιπας των Αστούριας (2010)[3].

Η σκέψη του Μπάουμαν έχει δεχτεί επιρροές από σημαντικούς διανοούμενους του 19ου αιώνα, όπως τον Καρλ Μαρξ και τον Μαξ Βέμπερ, αλλά και του 20ού αιώνα, όπως τον Τεοντόρ Αντόρνο, τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Εμανουέλ Λεβινάς.

Ο Μπάουμαν πιστεύει ότι η κοινωνιολογία είναι υπόθεση ηθική: «Το να σκεφτόμαστε κοινωνιολογικά σημαίνει ότι καταλαβαίνουμε περισσότερο τους ανθρώπους γύρω μας, κατανοούμε τις ελπίδες τους και τις επιθυμίες τους, τις ανησυχίες και τα προβλήματά τους«

Το Πανεπιστήμιο δημιούργησε το Ινστιτούτο Μπάουμαν προς τιμήν του το 2010, αφιερωμένο στη μελέτη των ανησυχιών του - τον καταναλωτισμό, την παγκοσμιοποίηση, την ηθική και την ανάλυση στη νεωτερικότητα και τη μετανεωτερικότητα.