Ως πράκτορας των Γερμανών παρουσιάζεται ο Λένιν σε άρθρο του καθηγητή ιστορίας στο Κολλέγιο Μπάρντ, Σων ΜακΜίκιν, που φιλοξενείται στους New York Times. Το άρθρο, που στηρίζεται περισσότερο σε εικασίες και θεωρίες συνωμοσίας της εποχής, αποτελεί τμήμα ενός αφιερώματος της αμερικανικής εφημερίδας για τα 100 χρόνια από τη Σοβιετική Ένωση. 

Αναφέρεται λοιπόν στο άρθρο: «Στις 16 Απριλίου 1917 ο Ρώσος Βλαντιμίρ Ουλιάνοφ, γνωστός με το επαναστατικό του ψευδώνυμο Λένιν, έφθασε στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Αγίας Πετρούπολης μετά από ένα ταξίδι από την Ελβετία, αφού πέρασε σχεδόν δύο δεκαετίες στο εξωτερικό. Επειδή επέστρεψε μέσω της Γερμανίας -και με την προφανή συνεργασία της Γερμανικής Ανωτάτης Διοίκησης- η οποία ήταν σε συνεχή πόλεμο με τη Ρωσία και τους συμμάχους της, Γαλλία, Βρετανία και, από τις 6 Απριλίου, Ηνωμένες Πολιτείες, αναφέρθηκαν αμέσως από τους αντιπάλους του ισχυρισμοί ότι ο Λένιν ήταν πράκτορας των Γερμανών. Οι ισχυρισμοί αυτοί παραμένουν αναπόδεικτοι έως σήμερα. Εάν αποδειχθεί ποτέ ότι ο Λένιν ενεργούσε εξ ονόματος της γερμανικής αυτοκρατορικής κυβέρνησης το 1917, οι συνέπειες για την κατανόησή της Οκτωβριανής Επανάστασης και το σοβιετικό κομμουνιστικό καθεστώς που γεννήθηκε από αυτήν, το οποίο διήρκεσε μέχρι το 1991, θα είναι τεράστιες. Αυτό θα ισοδυναμούσε με τη μεγαλύτερη παρέμβαση όλων των εποχών, καθιστώντας τις σημερινές ανησυχίες σχετικά με τη ρωσική ανάμειξη στις δυτικές εκλογές, συμπεριλαμβανομένων και των προεδρικών που έγιναν πέρυσι στις ΗΠΑ, συγκριτικά μειωμένης πραγματικής βαρύτητας. Ήταν όμως αλήθεια;».

Ο ιστορικός υποστηρίζει πως η θέση του είναι σωστή καθώς εν καιρώ πολέμου ένα γερμανικό σχέδιο για να υποβαθμιστεί ο εχθρός θα ήταν πολύ φυσικό να ισχύει. «Κατά μία έννοια, δεν υπήρχε τίποτα ιδιαίτερα νέο στη γερμανική προσπάθεια να υπονομεύσει την κυβέρνηση του εχθρού κατά τη διάρκεια ενός πολέμου. Για αιώνες, οι μεγάλες δυνάμεις είχαν παίξει σε αυτό το παιχνίδι. Κατά τη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων, η Γαλλία βοήθησε τους Ιρλανδούς αντάρτες να υπονομεύσουν τη Βρετανία και τους Πολωνούς εθνικιστές τη Ρωσία. Η Βρετανία με τη σειρά της υποστήριξε Ισπανούς αντάρτες που πολεμούσαν τις γαλλικές κατοχικές δυνάμεις. Οι Γερμανοί, αν και μπήκαν καθυστερημένα στην πολεμική αρένα, έμαθαν γρήγορα. Έφτιαξαν και μια λέξη για αυτή τη συγκεκριμένη λειτουργία επιρροής: "Revolutionierungspolitik" δηλαδή η πολιτική της υπονόμευσης των αντιπάλων δια της επανάστασης», αναφέρει συγκεκριμένα.

Κατόπιν ο καθηγητής γράφει πως «η Ρωσία, από καιρό προβληματισμένη και ανήσυχη για τις εργατικές και τις αγροτικές αναταραχές, ήταν ο αδύναμος κρίκος της συμμαχίας της Αντάντ και δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι Γερμανοί καταβάλλουν τόσο μεγάλη προσπάθεια για να υπονομεύσουν την τσαρική κυριαρχία. Στηρίζουν όλους τους Ρώσους επαναστάτες, όχι μόνο τους Μπολσεβίκους του Λένιν αλλά και τους σοσιαλιστές αντιπάλους του, όπως ο Λέον Τρότσκι, τότε Μενσεβίκος, ο οποίος δημοσίευσε αντιπολεμικά άρθρα στο Παρίσι και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη.

Αν και ο Λένιν δεν ήταν ο μόνος αποδέκτης της γερμανικής βοήθειας, ωστόσο, ήταν ο πιο σημαντικός. Εκπροσωπούσε αυτό που οι περισσότεροι σήμερα καταλαβαίνουν ως «κομμουνισμό», δηλαδή το μαρξιστικό πρόγραμμα της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας, της κρατικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και της προγραμματισμένης οικονομίας. Το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε την γερμανική αυτοκρατορική κυβέρνηση να βοηθήσει τον Λένιν».

Η Γερμανία, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο ιστορικός, έπλασε μια δημοσιοσχετίστικη ιστορία για να αποσυνδέσει τον Λένιν από τα σενάρια ότι χορηγήθηκε από εκείνη. «Το διαβόητο σφραγισμένο τρένο. Όμως το τρένο αυτό δεν ήταν καθόλου σφραγισμένο, μιας και ο Λένιν αποβιβάστηκε διασχίζοντας τη Γερμανία σε πολλά μέρη. Σύμφωνα με μάρτυρες, έδωσε και πολιτικές ομιλίες σε στρατόπεδα Ρώσων αιχμαλώτων πολέμου επί γερμανικού εδάφους». Επίσης, αναφέρει πως όταν ανέλαβε την εξουσία έστειλε ένα τηλεγράφημα στο αρχηγείο του γερμανικού στρατού στο ανατολικό μέτωπο, προσφέροντας μια άνευ όρων κατάπαυση πυρός. «Όταν οι όροι της συμφωνίας που προέκυψε, προέβλεπαν την απόσχιση της Ουκρανίας και των χωρών της Βαλτικής από τη Ρωσία, η υποδοχή του Λένιν έγινε δεκτός με συνθήματα όπως "κάτω ο προδότης!", "Ιούδα!" και "Γερμανέ κατάσκοπε!"». 

Κατόπιν ο Σων ΜακΜίκιν προβαίνει σε μια σύγκριση της σημερινής κατάστασης με εκείνης του 1917. Ειδικότερα γράφει: «Στο μυαλό του, ο Λένιν δικαιολογούσε τις ενέργειές του ως τακτικούς ελιγμούς. Ανεξάρτητα από τις πραγματικές προθέσεις του Λένιν, είναι αναμφισβήτητο ότι έλαβε γερμανική υλικοτεχνική και οικονομική στήριξη το 1917 και ότι οι ενέργειές του, εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα του εχθρού της Ρωσίας, το Βερολίνο. Η ρωσική επανάσταση εγκαινίασε μια νέα εποχή σε ξένες επιρροές. Ο ίδιος ο Λένιν συνέβαλε στην ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η οποία για σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα ήταν αφιερωμένη στην προσπάθεια ανατροπής των καπιταλιστικών κυβερνήσεων σε όλο τον κόσμο. Οι Ναζί έπαιξαν ένα παρόμοιο παιχνίδι στην Αυστρία και την Τσεχοσλοβακία το 1938. Η Σοβιετική Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέπτυξαν το Revolutionierungspolitik σε επίπεδα υψηλής ‘τέχνης’, προσπαθώντας να υπονομεύσουν τους συμμάχους, ο ένας του άλλου, με κάθε τρόπο.

Σήμερα, φαίνεται ότι προκύπτει ένας νέος γύρος του ψυχρού πολέμου, αν και με διαφορετική ιδεολογική χροιά, καθώς το Κρεμλίνο προωθεί τον λαϊκιστικό εθνικισμό στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πριν αρχίσει ο πανικός, είναι καλό να υπενθυμίσουμε τη διαφορά στο βαθμό και το είδος της σημερινής ξένης επιρροής σε σύγκριση με τα προηγούμενα επεισόδια. Η παραπληροφόρηση που διαδίδεται από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι μια σοβαρή υπόθεση. Στοχεύει στο να υπονομεύσει τους δημοκρατικούς θεσμούς. Ωστόσο, τίποτα απ’ αυτά δεν συγκρίνεται, σε κλίμακα ή γεωπολιτικό αντίκτυπο, με το παιχνίδι του Λένιν με τη Γερμανία, και περισσότερο με όσα έκαναν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Σε αντίθεση με τη Ρωσία το 1917, οι σημερινές κυβερνήσεις των ισχυρών δυνάμεων, είτε στην Ουάσιγκτον, το Παρίσι, το Βερολίνο ή τη Μόσχα, είναι υπερβολικά εδραιωμένες για να πέσουν θύματα ενός Λένιν. Ή αν μη τι άλλο σε αυτό πρέπει να ελπίζουμε».