Η κοινωνία, η πολιτική και η οικονομία της Αμερικής του ’70 ήταν μια άστατη και τρισδιάστατη σκουριασμένη κατσαρόλα που έβραζε εν μέσω μιας πετρελαϊκής κρίσης από την μία και μιας βαθιάς πολιτικής κρίσης από την άλλη, ελέω του μέγα σκανδάλου του Γουότεργκέητ. Αυτά είναι γνωστά στην χώρα μας, που τότε περνούσε στην εποχή της Μεταπολίτευσης που μας οδήγησε τελικά στην υπερλιτότητα και φτωχοποίηση των Μνημονίων τέσσερις δεκαετίες έπειτα.

Κάτι που είναι λιγότερο γνωστό στην Ελλάδα για εκείνη την δεκαετία των ΗΠΑ και το οποίο χτυπάει όχι και τόσο δειλά πλέον και την πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας μας μέσω του σκανδάλου της Novartis, είναι ένα νομικό παιδί του θείου Σαμ που βγήκε μέσα από την τοξική μήτρα μιας Αμερικής που έβραζε τότε σε διάφορα επίπεδα. Ο αμερικανικός νόμος FCPA ήταν μια σιωπηλή επανάσταση στα εσώτερα της Αμερικής του ’70 που, όπως θα δούμε, είχε πέσει για χρόνια σε μια χειμερία νομική νάρκη μέχρις ότου να ξυπνήσει στις αρχές του 21ου αιώνα, πεινασμένη και ορεξάτη για επαναστατικές νομικές επιθέσεις σε όλη την υφήλιο. Ταξίδεψαμε λοιπόν στο κέντρο της δημιουργίας, εξέλιξης και μετάλλαξης αυτού του επαναστατικού νόμου ανακαλύπτοντας ένα πολύπλοκο νομικό, πολιτικό και επιχειρηματικό ντόμινο, το ελληνικό κομμάτι του οποίου είναι έτοιμο να πέσει καταπλακώνοντας και τους έλληνες πρωταγωνιστές στην πολύκροτη υπόθεση της Novartis στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.

Μίζες Made In USA και FCPA

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 περισσότερες από 400 αμερικάνικες εταιρείες παραδέχθηκαν ότι έκαναν σκιώδεις, ή, παράνομες πληρωμές, που ξεπερνούσαν τότε σε αξία τα 300.000.000 δολάρια, σε ξένους πολιτικούς, πολιτικούς αξιωματούχους και πολιτικά κόμματα. Έτσι στις 19 Δεκεμβρίου του 1977 ψηφίστηκε στις ΗΠΑ ένας νόμος ορόσημο, την υπογραφή του οποίου έκανε ο τότε πρόεδρος τον ΗΠΑ Τζίμι Κάρτερ, τις επιπτώσεις του οποίου ίσως να βιώσουν και οι έλληνες πολιτικοί που εμπλέκονται στο τωρινό σκάνδαλο της ελβετικής φαρμακευτικής πολυεθνικής εταιρείας Novartis στην χώρα μας.

Διαβάστε ακόμα: «Για την ηθική και την οικονομία» του Αμάρτυα Σεν

Το όνομα του νόμου, που έμελλε να αλλάξει το γεμάτο μπαξίσια τραπέζι των επιχειρηματικών ντιλ της παγκοσμιοποίησης, ήταν «Foreign Corrupt Practices Act (FCPA)» – ελληνιστί «Νόμος για τις Πρακτικές Διαφθοράς στην Αλλοδαπή». Σύμφωνα με την «Αρχή της Ιθαγένειας» του νόμου, ο εν λόγω νόμος πιάνει στα χέρια του οποιοδήποτε άτομο που έχει εώς έναν βαθμό μια σχέση με τις ΗΠΑ και ο οποίος εφαρμόζει πρακτικές διαφθοράς σε ξένες χώρες. Ο νόμος εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε πράξη αμερικάνικων επιχειρήσεων, ξένων εταιρειών οι οποίες εμπορεύονται χρεόγραφα στις ΗΠΑ, αμερικάνους πολίτες, πολίτες και κάτοικους της χώρας οι οποίοι εμπλέκονται σε πράξεις διαφθοράς είτε είναι φυσικά παρόντες στις ΗΠΑ είτε όχι. Οποιαδήποτε άτομα συμμετέχουν σε τέτοιες δραστηριότητες μπορεί να αντιμετωπίσουν ποινές φυλάκισης, αναφέρει ο νόμος.

Με άλλα λόγια αν οποιαδήποτε ξένη επιχείρηση που έχει μετοχές στην Γουόλ Στρίτ πιαστεί στα πράσα να δωροδοκεί με χρηματικά ποσά, ή, και με κάθε είδους δώρα κυβερνητικούς αξιωματούχους και πολιτικούς σε μια ξένη χώρα τότε θα κυνηγηθεί από τον νομικό πέλεκυ με το όνομα FCPA. Όπως αναφέρει ο αμερικάνος καθηγητής στο τμήμα Νομικής του πανεπιστημίου του νότιου Ιλλινόις στις ΗΠΑ Μάϊκ Κόλερ, ο οποίος εργαζόταν για χρόνια σε μια διεθνή δικηγορική εταιρεία η οποία ερευνούσε υποθέσεις σχετικές με παραβάσεις του FCPA νόμου παγκοσμίως, «ο FCPA ήταν μια επαναστατική νομοθεσία και ο πρώτος νόμος στον κόσμο που προσπάθησε να βάλει σε τάξη τις επαφές των επιχειρήσεων στις ΗΠΑ με ξένους κυβερνητικούς αξιωματούχους στις ξένες αγορές».

Βγαλμένος, κυριολεκτικά, μέσα από το τοξικό πολιτικοοικονομικό περιβάλλον της Αμερικής του ‘70 που σειόταν από το σκάνδαλο τσουνάμι του Γουότεργκέητ του τότε αμερικάνου Προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, ο FCPA προσπάθησε να ισορροπήσει λίγο το άναρχο τοπίο των επιχειρηματικών ντιλ, που έπαιρναν σβάρνα μαζί τους και την αξιοπιστία επιχειρηματιών, πολιτικών, πολιτικών αξιωματούχων, γραφειοκρατών και τεχνοκρατών εντός και εκτός των ΗΠΑ και του παγκοσμιοποιημένου τοπίου της οικονομίας του πλανήτη που είχε και έχει ως καρδιά του την χώρα του θείου Σαμ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ειδικός εισαγγελέας της υπόθεσης του Watergate ήταν αυτός που έβγαλε στο φως το γεγονός ότι εταιρείες των ΗΠΑ έσπρωχναν στα κρυφά λεφτά στις προεκλογικές εκστρατείες αμερικάνων πολιτικών καθώς και σε ξένους πολιτικούς.

Πως γεννήθηκε ο νόμος

Αρκεί να αναφέρουμε τα παρακάτω παραδείγματα, την κορυφή του τότε πολιτικοεπιχειρηματικού παγόβουνου της διαφθοράς, για να γίνει κατανοητό πώς γεννήθηκε ένας νόμος στα πλοκάμια του οποίου μπορεί να πέσουν πλέον και έλληνες πολιτικοί.

Τα σκάνδαλα από δωροδοκίες ξένων πολιτικών και πολιτικών αξιωματούχων αξίας εκατομμυρίων δολαρίων της εταιρείας Lockheed, του γίγαντα της αεροναυπηγικής βιομηχανίας των ΗΠΑ (στις μέρες μας η εταιρεία ονομάζεται Lockheed Martin μετά την συγχώνευσή της με την εταιρεία Martin Marietta στις 15/03/1995), αποκαλύφθηκαν στα τέλη του 1975/αρχές του 1976 στην Αμερική όπου μια υποεπιτροπή του αμερικάνικου Κογκρέσου, στην οποία ηγείτο ο γερουσιαστής Φράνκ Τσέρτς, συμπέρανε ότι μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Lockheed πλήρωναν μέλη ξένων κυβερνήσεων φιλικών προς τις ΗΠΑ για να δώσουν την συγκατάθεσή τους για την αγορά στρατιωτικών αεροπλάνων από την εταιρεία. Κάποιες από τις εμπλεκόμενες χώρες ήταν η Γερμανία, η Ιταλία, η Ολλανδία και η Ιαπωνία. 

Ένας πρώην λομπίστας της Lockheed, ο Έρνεστ Χάουζερ, είχε αναφέρει τότε στους γερουσιαστές που ερευνούσαν την υπόθεση ότι το 1961 ο τότε υπουργός άμυνας της Γερμανίας, ο Φράντζ Γιόσεφ Στράους και το κόμμα του (το CSU, το κόμμα των Γερμανών χριστιανοσοσιαλιστών της Βαυαρίας) είχαν λάβει τουλάχιστον 10 εκατομμύρια δολάρια για την αγορά 900 F-104G Starfighters μαχητικών αεροπλάνων. Το κόμμα και ο Στράους αρνήθηκαν τις εναντίον τους κατηγορίες. Τελικά, το 1976 αποκαλύφθηκε δημοσίως ότι η εταιρεία είχε σπαταλήσει 22.000.000 δολάρια σε δωροδοκίες ξένων αξιωματούχων στις διαπραγματεύσεις για το λεγόμενο ‘’ντιλ του αιώνα’’ που αφορούσε την πώληση αεροσκαφών συμπεριλαμβανομένου και του F-104 Starfighter της Lockheed. Κάτι που μάλλον εξόργισε τόσο μέλη της αμερικάνικης κυβέρνησης όσο και τους αμερικάνους πολίτες καθώς το 1971 η κυβέρνηση των ΗΠΑ έσωσε με bale out από χρεωκοπία την εταιρεία, δίνοντας εγγυήσεις για την επαναπληρωμή τραπεζικών δανείων αξίας 195.000.000 δολαρίων στην Lockheed.

Το τσεκούρι λοιπόν που έπεσε στην Novartis από τον επαναστατικό αυτό αμερικάνικο νόμο σε Αμερική, Γερμανία, νότια Κορέα, Κίνα, μεταξύ πολλών άλλων χωρών, σαράντα χρόνια μετά την γέννηση του FCPA και το οποίο αρχίζει να πέφτει σιγά σιγά και σε πολιτικούς σβέρκους στην χώρα μας ήταν ένας αγριεμένος και συνάμα έμπειρος και εξαιρετικά ακονισμένος νομικός πέλεκυς που πριν να χτυπήσει σθεναρά την πόρτα της ελβετικής πολυεθνικής είχε κάνει τσάρκα στις πόρτες και άλλων μη αμερικάνικων πολυεθνικών εταιρειών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε εδώ κάτι πολύ σημαντικό: Χρειάστηκαν δύο χρόνια ερευνών, μαραθώνιων συζητήσεων και σκέψεων μέχρις ότου ο νόμος αυτός να γίνει πραγματικότητα το 1977.

Όπως αναφέρετε χαρακτηριστικά σε σχετικό ρεπορτάζ του ενημερωτικού σάϊτ qz.com: «Ο νόμος αυτός είχε ευγενείς στόχους: όχι μόνο να χαλιναγωγήσει τις επιχειρήσεις αλλά να αλλάξει τον κόσμο». Ο αμερικάνος πολιτικός Ρόμπερτ Νίξ που προέδρευε των σχετικών ακροάσεων για τα μπαξίσια των αμερικανικών εταιρειών το 1975 ανέφερε ότι «Η παρέμβαση σε δημοκρατικές εκλογές με επιχειρηματικά δώρα υποθάλπτει κάθετί που προσπαθούμε να κάνουμε ως ηγέτες του ελεύθερου κόσμου». Ενώ ο αμερικάνος πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ αφού υπέγραψε τον FCPA νόμο το 1977 δήλωνε ότι: «Οι πληρωμές επιχειρήσεων που έχουν στόχο την διαφθορά  υποθάλπτουν την ακεραιότητα και την σταθερότητα των κυβερνήσεων».

Για να καταλάβουμε εδώ πόση βαρύτητα είχε ο FCPA στην ζωή της Αμερικής στα τέλη της δεκαετίας του ’70, έκθεση της Ένωσης Δικηγόρων της Νέας Υόρκης η οποία, όπως τονίζει ο Μάικ Κόλερ, συμπεριλήφθη στο σχετικό νομοθετικό αρχείο για τον FCPA ανέφερε επίσης ότι: «Κανένα άλλο μεμονωμένο θέμα επιχειρηματικής συμπεριφοράς δεν δημιούργησε τα τελευταία χρόνια μεγαλύτερες συζητήσεις στις ΗΠΑ – τόσο στις ιδιωτικές όσο και στην δημόσιες αρένες – και τόση διοικητική και νομοθετική δραστηριότητα, όσο αυτό των πληρωμών που έγιναν στο εξωτερικό από επιχειρήσεις».

Και πως να μην μπει στο επίκεντρο της τότε αμερικάνικης επικαιρότητας όταν οι σχετικές υποθέσεις διαφθοράς μετρούσαν ήδη νεκρό ένα πολύ διαπρεπές μέλος της επιχειρηματικής ελίτ της Αμερικής του ’70. Το 1975 ο Έλι Μπλάκ, πρόεδρος της United Brand Company, πήδηξε στο κενό από τον 48ο όροφο ενός κτηρίου στο Μανχάταν. Η αυτοκτονία του Μπλακ ερευνήθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιοαγοράς (SEC) των ΗΠΑ. Στην πορεία της έρευνας αποκαλύφθηκε το λεγόμενο ‘’Bananagate’’. Η εταιρεία του Μπλάκ είχε δωροδοκήσει με 2.500.000 δολάρια τον πρόεδρο της Ονδούρας, Οσβάλντο Λόπεζ Αρεγιάνο και τα λεφτά είχαν μπει σε έναν ελβετικό τραπεζικό λογαριασμό. Η όλη δωροδοκία είχε διευθυνθεί με μαεστρία από τον Υπουργό Οικονομίας της Ονδούρας, τον Άμπραχαμ Μπενατόν Ράμος. Μετά το μπαξίσι ο φόρος από την κυβέρνηση της Ονδούρας σε κάθε κιβώτιο φρούτων της United Brands έπεσε ως δια μαγείας από τα 50 στα 25 σεντς. Η εταιρεία γλύτωσε έτσι φόρους ύψους 7.500.000 δολαρίων.
Ενώ ένας Ιταλός επίσημος έλαβε και αυτός 750.000 δολάρια για να αποτρέψει περιορισμούς στις εξαγωγές της εταιρείας στην Ιταλία.

Εκείνη την περίοδο δεν ήταν παρανομό να δωροδοκούν ξένους επίσημους οι αμερικάνικες εταιρείες. Ήταν όμως παράνομο να το αποκρύπτουν από τους μετόχους τους. Ο νόμος FARC έμμελε να αλλάξει μια για πάντα αυτό το θολό επιχειρηματικό τοπίο εντός και εκτός των ΗΠΑ. Το σκάνδαλο της United Brand Company και της Lockheed έπλητταν ανεπανόρθωτα τις ΗΠΑ που ήθελαν να είναι και μια υπερδύναμη ηθικής σε έναν κόσμο που ήταν κυριευμένος από τον Ψυχρό Πόλεμο μεταξύ Μόσχας και Ουάσινγκτον.
Όπως ανέφερε κυρίως άρθρο της Ουάσινγκτον Ποστ την περίοδο πριν να ψηφιστεί ο νόμος: <<Θα ήταν αρκετά ατυχές να έχουμε οποιαδήποτε αμερικάνικη επιχείρηση εμπλεκόμενη σε αυτό το είδος συναλλαγών. Αλλά η Lockheed δεν θεωρείται, σε άλλες χώρες, να είναι μια ακόμη αμερικάνικη εταιρεία. Είναι ο μεγαλύτερος εργολάβος της αμυντικής βιομηχανίας στις ΗΠΑ και χρωστά την ύπαρξή του σε δάνεια εγγυημένα από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Στο εξωτερικό θεωρείται σχεδόν ως ένα χέρι της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Τα ατοπήματα της Lockheed, λοιπόν, έχουν κάνει, αναλογικά, τεράστια ζημιά σε αυτή την χώρα και στην φήμη της.>>.

Τριάντα χρόνια μετά... 

Όσο και αν μας παρεξενεύει ο FCPA ξεκίνησε να εφαρμόζεται εντατικά και σε μεγάλη κλίμακα από το 2001 και μετά, την περίοδο της προεδρίας του Μπους του νεώτερου στις ΗΠΑ. Το 1988 έγινε η πρώτη τροποποίηση στον νόμο (Omnibus Trade and Competitiveness Act ) και το 1998 η δεύτερη τροποποίηση ( International Anti-Bribery Act) με βάση την οποία λειτουργεί ο υπερπόντιος αμερικάνικος νόμος ως τις μέρες μας. Όπως επισήμανε και άρθρο της Καθημερινής στις 10/3/2002:«...το 1998, η ισχύς του (σσ του FCPA νόμου) επεκτάθηκε και στη δωροδοκία που πραγματοποιούν ξένες εταιρείες σε αμερικανικό έδαφος».

Μετά το 2010, όπου καταμετρήθηκε ρεκόρ υποθέσεων που κυνήγησαν το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (DoJ) μαζί με την Επιτροπή Κεφαλαιοαγοράς των ΗΠΑ (SEC) (τα δύο παρακλάδια της αμερικάνικης κυβέρνησης που ερευνούν σε συνεργασία με το FBI υποθέσεις που έχουν να κάνουν με παραβάσεις του FCPA) με βάση τον νόμο FCPA, τα έτη 2016 και το 2017 είναι οι δύο χρονιές στις οποίες εκτοξεύθηκαν στα ύψη τόσο οι υποθέσεις που απασχόλησαν τις αμερικάνικες αρχές σε σχέση με παραβάσεις του FCPA νόμου όσο και τα πρόστιμα που έριξαν οι ΗΠΑ σε εταιρείες που δωροδοκούσαν για να κάνουν μπίζνες εντός και εκτός Αμερικής.

Η διεθνής και αιωνόβια νομική εταιρεία (ιδρύθηκε το 1890 στην νότια Καλιφόρνια) Gibson Dunn (www.gibsondunn.com) στην πολυσέλιδη έκθεσή της για την πορεία των υποθέσεων που έπεσαν στο νομικό ραντάρ του FCPA το 2017 είναι γεμάτη με πίνακες από στατιστικά στοιχεία τα νούμερα των οποίων βγάζουν μάτια. Μεταξύ 1978 και 2000 κάθε χρονιά έπεφταν κατά μέσο όρο 1 με 15 υποθέσεις στην φάκα του FCPA. Το 1978, την πρώτη χρονιά εφαρμογής του FCPA, είχαν πέσει 10 υποθέσεις και το 2000 2. Ενώ το 1984, 1987, 1988, 1995 δεν υπήρξε καμιά υπόθεση που να απασχόλησε τις αρχές των ΗΠΑ. Το 2001 τώρα, επί προεδρίας Μπούς τζούνιορ, οι υποθέσεις εκτοξεύονται στις 15, για να φθάσουμε στο 2009, έναν χρόνο μετά την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς που άναψε το φυτίλι της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, όπου είχαμε 40 υποθέσεις να απασχολούν τις αρχές των ΗΠΑ. Το 2010 είναι η χρονιά ρεκόρ με 74 υποθέσεις και μετά από μια μικρή μείωση μεταξύ 2011-2015, το 2016 είχαμε 53 υποθέσεις και το 2017 39.

Στο σάϊτ μιας άλλης νομικής εταιρείας των ΗΠΑ, της Paul Weiss, επισημαίνεται κάτι πολύ σημαντικό: «Το Υπουργείο Δικαιοσύνης (DoJ) είναι, ιστορικά μιλώντας, πιο ενεργό από την Επιτροπή Κεφαλαιοαγοράς (SEC) στο να κυνηγάει υποθέσεις του FCPA νόμου στοχεύοντας μεμονωμένα άτομα. Διαφαίνεται ότι, σε σύγκριση με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, η Επιτροπή Κεφαλαιοαγοράς δεν έχει κάνει ατομικές διώξεις τόσο ως μια προγραμματική εστίαση, ίσως λόγω του επιτηρητικού της ρόλου όσον αφορά τους εκδότες χρεογράφων - issuers». Ας μην ξεχνάμε εδώ ότι στην χώρα μας οι μάρτυρες για την υπόθεση Novartis έδωσαν τις καταθέσεις τους σε ανθρώπους της Επιτροπής Κεφαλαιοαγοράς των ΗΠΑ.

FCPA και Whistleblowers

Οι αμερικάνοι βέβαια προσφέρουν πλέον ένα πολύ γλυκό μπόνους σε όσους θέλουν να κάνους αποκαλύψεις για δωροδοκίες πολιτικών, αξιωματούχων κτλ. Χρηματικές αμοιβές οι οποίες ανταμοίβουν όσους βγάζουν στην φόρα τα άπλυτα των εταιρειών στις οποίες εργάζονται. Στην έκθεση της νομικής εταρείας Paul Weiss για την εφαρμογή του FCPA νόμου και τις εξελίξεις σε θέματα πάταξης της διαφθοράς με τίτλο «FCPA Enforcement and Anti Corruption Development: 2016 Year in Review» αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η Επιτροπή Κεφαλαιοαγοράς απέδωσε περισσότερα από 136.000.000 δολάρια σε 37 πληροφοριοδότες από την αρχή του προγράμματος (σσ αμοιβές στελεχών/εργαζομένων εταιρειών που αποκαλύπτουν δωροδοκίες της εταιρείας τους στην SEC, συνεργαζόμενοι με αυτή)  το 2011. Από τότε η SEC έχει λάβει περισσότερα από 18.000 τιπ πληροφοριοδοτών σε 103 χώρες εκτός των ΗΠΑ. Το 2016 η Επιτροπή έλαβε περισσότερα από 18.000 τιπ από πληροφοριοδότες – whistleblowers, από τα οποία 218 είχαν να κάνουν με τον FCPA νόμο και έλαβε, επίσης, πληροφορίες από άτομα σε 67 χώρες εκτός ΗΠΑ». Ενώ η έκθεση τονίζει παράλληλα ότι «οι πληροφορίες που έχουν να κάνουν με τον FCPA νόμο κυμαίνονται μεταξύ 3.8 – 5.6% όλων των πληροφοριών που καταφθάνουν στην SEC κάθε χρόνο».

Πίσω από το "κυνηγητό" της διαφθοράς

Όλα τα παραπάνω μπορούν να μας κάνουν να συμπεράνουμε ότι όλα είναι ρόδινα σε αυτό το φαινομενικά αμείλικτο κυνηγητό των αμερικάνων ενάντια στην επιχειρηματική διαφθορά; Ή, να μας πείσουν ότι σώματα της αμερικάνικης κυβέρνησης σαν την Επιτροπή Κεφαλαιοαγοράς δρουν με ουδέτερο τρόπο χωρίς να επηρεάζονται με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο από την πολιτική και τους πολιτικούς της χώρας την οποία εκπροσωπούν και οι οποίοι τους χρηματοδοτούν; Η δύσκολη απάντηση εδώ, όπως, και η φύση των υποθέσεων που κοιτά η Επιτροπή αυτή, μπορεί να δοθεί μέσα από το εξής δίπτυχο: Τον επίσημο ρόλο της Επιτροπής Κεφαλαιοαγοράς στο κράτος των ΗΠΑ και το μεγαλύτερο χρηματικό πρόστιμο που έχουν ρίξει ως τώρα οι ΗΠΑ για παραβάσεις του FCPA νόμου.

Τον Δεκέμβριο του 2008, επίσημοι της αμερικάνικης κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων και η Λίντα Τσάτμαν Τόμσεν, διευθυντικό στέλεχος της SEC, έδωσαν συνέντευξη Τύπου ανακοινώνοντας πρόστιμο μαμούθ ύψους 1.6 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς τον γερμανικό βιομηχανικό γίγαντα της Siemens που έπεσε στην φάκα του FCPA νόμου, έναν διακανονισμό μεταξύ της Γερμανικής εταιρείας και του SEC, του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ και άλλων αμερικανικών και ξένων νομικών σωμάτων. Το ποσό που δόθηκε τότε στην SEC ήταν της τάξεως των 350.000.000 δολαρίων, το μεγαλύτερο ποσό που έχει λαβεί ποτέ ως τώρα η SEC μέσω του FCPA νόμου.

Η διαπρεπής αμερικάνα καθηγήτρια Νομικής στο πανεπιστήμιο του Σινσινάτι και συγγραφέας πολλών βιβλίων για νομικά ζητήματα, η Μπάρμπαρα Μπλάκ σε έρευνά της από το 2012 με τίτλο: «Η μάχη ενάντια στην παγκόσμια διαφθορά δεν είναι μέρος της αποστολής της SEC» ανέφερε κάτι πολύ σημαντικό για τον ρόλο του SEC στις υποθέσεις του FCPA και την υπόθεση με την Siemens: «Παρόλο που οι επικριτές του FCPA έχουν επισημάνει μια ποικιλία ελαττωμάτων τόσο στον νόμο όσο και στην εφαρμογή του, κανείς δεν έχει διερωτηθεί σοβαρά για μια βασική πολιτική επιλογή: γιατί μια υπηρεσία η αποστολή της οποίας είναι να προστατεύει τους επενδυτές θεωρείται υπεύθυνη για την πολιτική εφαρμογή των προτάσεων ενάντια στην διαφθορά του FCPA νόμου. Το Κογκρέσο έδωσε αυτή την εξουσία στην SEC το 1977 παρόλο που σε δηλώσεις της η υπηρεσία έλεγε τότε ότι αυτό δεν ταιριάζει με την αποστολή της». Αφού ανέλυσε την εμμονή της SEC με το να βγάζει δελτία Τύπου που να εξυμνούν το έργο της υπηρεσίας, επισημαίνοντας ότι ως το 2000 η υπηρεσία είχε ασχοληθεί με πολύ λίγες υποθέσεις του FCPA σχετικές με εικασίες για δωροδοκίες ξένων πολιτικών, έπειτα η Μπλάκ προσθέτει μια μεγάλη μπηχτή στην ανάλυσή της που είχε να κάνει με την υπόθεση Siemens: «Ο διακανονισμός με την Siemens ανακοινώθηκε λίγες μόλις μέρες αφού αποκαλύφθηκε η απάτη του επενδύτη Μπέρνι Μάντοφ (σσ τον Νοέμβριο του 2008 αποκαλύφθηκε ότι είχε στήσει μια τεράστια πυραμίδα Πόντσι στην Γουόλ Στριτ τρώγοντας δισεκατομμύρια από τους πελάτες του...), υπόθεση η οποία έθεσε σε αμφισβήτηση την ικανότητα της SEC για επιτήρηση της αγοράς χρεογράφων».

Η υπόθεση Novartis

Στο σάιτ της Επιτροπής Κεφαλαιοαγοράς διαβάζουμε τώρα ότι «το 2010, το παράρτημα για την επιβολή του FCPA του SEC δημιούργησε μια εξειδικευμένη μονάδα για να δυναμώσει ακόμη περισσότερο την επιβολή του FCPA». Πέρα από τα λεγόμενα της Μπλάκ και την επίσημη γραμμή του SEC δύο ήταν οι σημαντικές εξελίξεις που φρέσκαραν τα γραφειοκρατικά γρανάζια του υπερπόντιου νόμου. Στις 9 Σεπτεμβρίου του 2015 δημοσιεύεται το Yates Memo από την αναπληρώτρια εισαγγελέα των ΗΠΑ Σάλλυ Γέητς. Όπως διαβάζουμε στο σάιτ της εταιρείας Paul Weiss «...η γενική αρχή που μπήκε σε εφαρμογή μέσω του Yates Memo είναι ότι οποιαδήποτε έρευνα που έχει να κάνει με επιχειρηματικά ατοπήματα πρέπει να εστιάζει την προσοχή της στα ατοπήματα συγκεκριμένων ατόμων που εμπλέκονται σε μια υπόθεση». Και όπως προσθέτει το άρθρο «Αυτή η επανεστίαση των προτεραιοτήτων ακολούθησε την κριτική που δέχθηκε το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ από πολιτικούς, σχολιαστές και απλούς πολίτες επειδή κατέφθανε σε διάφορες μεγάλες καταγγελίες εναντίον χρηματοπιστωτικών ινστιτούτων χωρίς να απαγγέλει κατηγορίες εναντίον συγκεκριμένων ατόμων».

Ενώ τον Απρίλιο του 2016 το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ έθεσε σε εφαρμογή το «FCPA Pilot Program», πρόγραμμα το οποίο προτρέπει τις επιχειρήσεις να αποκαλύπτουν οι ίδιες τις πράξεις δωροδοκίας και διαφθοράς στις οποίες εμπλέκονται. Η πλήρης συμμόρφωση των εταιρειών που πέφτουν στην φάκα του FCPA με το πρόγραμμα αυτό μπορεί να συμβάλλει στην μείωση των ποινών μέχρι και 50% για μια εταιρεία. Ενώ μπορεί ακόμη και να συμβάλλει στο να μην γίνει δίωξη στην εν λόγω εταιρεία. Υπό αυτό το πρίσμα μας κάνει πλέον εντύπωση γιατί υπάρχει τέτοια αγαστή συνεργασία της Novartis στην χώρα μας με τις αμερικανικές αρχές. Αφού τα οφέλη για την εταιρεία από αυτή είναι διόλου ευκαταφρόνητα; Και, επίσης, δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση η αντίδραση της αντιπολίτευσης που μιλά για σκευωρία της κυβέρνησης εναντίον στελεχών της μέσω της υπόθεσης της Novartis, όταν τα χρηματικά οφέλη της ελβετικής πολυεθνικής από ένα πιθανολογούμενο μειωμένο πρόστιμο εναντίον της, αφού συνεργάζεται οικειοθελώς με τις αρχές των ΗΠΑ, μπορεί να είναι τόσο υψηλά;

Το γεγονός ότι μια φαρμακευτική εταιρεία σαν την Novartis έπεσε στην FCPA φάκα των αμερικανικών αρχών και στην Ελλάδα δεν πρέπει να μας εκπλήσσει όχι μόνο γιατί ανάλογες υποθέσεις της εταιρείας απασχόλησαν τις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες αλλά και γιατί πρόσφατα, το 2016 φερ’ ειπείν, οι περισσότερες υποθέσεις του FCPA νόμου που απασχόλησαν τις αμερικανικές αρχές είχαν να κάνουν με την βιομηχανία του χώρου της υγείας. Εκείνη την χρονιά οι αμερικανικές αρχές εξέτασαν υποθέσεις εναντίον εταιρειών του χώρου της υγείας όπως οι AstraZeneca, GlaxoSmithKline, Novartis, Nu Skin , SciClone Pharmaceuticals, Teva.

Οι έλληνες κατηγορούμενοι στην υπόθεση Novartis δεν είναι οι πρώτοι έλληνες που πιάστηκαν στα πράσα από τον FCPA νόμο των ΗΠΑ. Τον Νοέμβριο του 2017 η Ρολς Ρόις έπεσε στο νομικό ραντάρ του FCPA για ένα πρότζεκτ μεταφοράς φυσικού αερίου μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Κίνας για την επίτευξη του οποίου εικάστηκε ότι η αγγλική πολυεθνική εταιρεία έκανε πληρωμές σε εταιρεία του έλληνα Πέτρου Κοντογούρη για να δωροδοκεί μέσω αυτής επισήμους που εμπλέκονταν στην κοινοπραξία μεταξύ των κυβερνήσεων του Αζερμπαϊτζάν και της Κίνας. Ο Κοντογούρης, σύμφωνα με την έκθεση της νομικής εταιρείας, Gibson Dunn, έχει κηρυχθεί ως φυγάς από το υπουργείο δικαιοσύνης των ΗΠΑ καθώς δεν έχει παρουσιαστεί ακόμη στο δικαστήριο και οι αμερικανικές αρχές πιστεύουν ότι κρύβεται στην Τουρκία.

Οι τωρινές έρευνες, λοιπόν, εναντίον συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων της χώρας μας που φαίνεται να εμπλέκονται στο σκάνδαλο Novartis έχουν, όπως βλέπουμε. ένα πολύ στιβαρό υπόβαθρο και χρόνια νομικών και δικαστικών εμπειριών στην χώρα γέννησης του FCPA.

Άλλωστε εάν κοιτάξει κανείς έκθεση της 12/07/2017 του Γραφείου του Στέητ Ντιπάρτμεντ για το «Επενδυτικό Κλίμα των Υποθέσεων Επενδύσεων» που βρήκαμε στο Export.gov εκεί αναφέρεται, πέρα από λεπτομέρειες για την σχέση της ελληνικής νομοθεσίας και των ελλήνων πολιτών με το φαινόμενο της δωροδοκίας (π.χ. αναφέρεται ότι το 95% των ελλήνων πολιτών πιστεύει ότι η διαφθορά είναι ένα ευρύτατο πρόβλημα που είναι πολύ πάνω από το 76% του μέσου όρου στο ζήτημα στην ΕΕ) , ότι «Η διαφθορά που σχετίζεται με το σύστημα υγείας και με την χρηματοδότηση των κομμάτων, είναι επίσης θέματα που επιστούν την προσοχή». Η έκθεση αναφέρει ακόμη και τον νόμο 4320 που πέρασε στην χώρα μας το 2015 τονίζοντας ότι: «Το 2015 η κυβέρνηση πέρασε τον νόμο 4320, ο οποίος καθιέρωσε έναν Γενικό Γραμματέα για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς ο οποίος υπόκειται στην εξουσία του νέου Υπουργού του Κράτους. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου, αυτή η οντότητα σχεδίασε μια εθνική στρατηγική εναντίον της διαφθοράς, με έμφαση στον συντονισμό σωμάτων κατά της διαφθοράς μέσα σε διάφορα υπουργεία και οργανισμούς...».

Σε μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ έχουν για πρόεδρό τους τον Τράμπ ο οποίος δήλωνε, πριν την εκλογή του, για τον FCPA νόμο ότι: «Είναι ένας φρικτός νόμος» ο οποίος «βάζει τις αμερικάνικες επιχειρήσεις σε μια τεράστια μειονεκτική θέση» οι κινήσεις του FCPA πέλεκυ σε ελληνικά εδάφη, που επιχειρούν να χτυπήσουν τον σβέρκο όχι μόνο στελεχών της εταιρείας αλλά και αυτόν ελλήνων πολιτικών, έχει ένα επιπρόσθετο ενδιαφέρον εδώ αν λάβει κανείς υπ ‘όψιν του αυτό που αναφέρει η Κάθριν Χίγκς του οργανισμού Transparency International της Αγγλίας τον Δεκέμβριο που μας πέρασε. Στο άρθρο της η Χίγκς αναφέρει ότι στα τέλη του Νοεμβρίου του 2017 το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ πέρασε μια νέα πολιτική με τίτλο «FCPA Corporate Enforcement Policy – Πολιτική της Επιβολής του FCPA στις Επιχειρήσεις» που σκοπό της έχει να αυξήσει τον αριθμό των περιπτώσεων όπου οι ίδιες οι εταιρείες ομολογούν τα FCPA ατοπήματά τους εισάγοντας το τεκμήριο ότι οι εταιρείες που πράττουν κάτι τέτοιο θα αποφύγουν τυχόν ποινικές ευθύνες. Όπως τονίζει η Χίγκς όταν ο γενικός εισαγγελέας των ΗΠΑ, ο Ρόντ Ρόζενστάϊν, ανακοίνωσε την νέα αυτή γραμμή του FCPA είπε ότι «είναι λογικό να μεταχειριζόμαστε τις εταιρείες διαφορετικά από μεμονωμένα άτομα», κάτι που σύμφωνα με την Χίγκς «είναι τεχνικά αληθές αλλά είναι μια στάση που ρισκάρει να ξεχάσει ότι οι εταιρείες απαρτίζονται από άτομα».

Σε ένα άλλο σχόλιό της η νομικός του Transparency International επισημαίνει κάτι που βλέπουμε να ξεδιπλώνεται με μαεστρία και στην υπόθεση Novartis στην χώρα μας: «Ιστορικά μιλώντας, εταιρείες που βρίσκονται σε πολύ δυσμενή θέση λόγω παραβάσεων του FCPA νόμου, συνεργάζονται πολύ γρήγορα με τις αρχές και αφήνουν τους εκτεθειμένους υπαλλήλους τους να γίνουν εύκολη λεία για τις αρχές». Καταλήγοντας ότι έτσι «με το να κρατάνε αυτή την στάση (σσ οι αρχές των ΗΠΑ) όπου οι επιχειρήσεις πρέπει να χαίρουν διαφορετικής μεταχείρισης από μεμονωμένα άτομα, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ρισκάρει να εντείνει αυτή την κατάσταση».
Στην περίπτωση της χώρας μας βέβαια οι πολιτικοί που τυχόν δωροδοκήθηκαν από τον ελβετικό πολυεθνικό γίγαντα δεν θεωρούνται εργαζόμενοι της εταιρείας σαν τον κύριο Φρούζη.

Σε μια άλλη υπόθεση τώρα που προκάλεσε σάλο στην Αγγλία το 2011, όπου η ταμπλόϊντ εφημερίδα News of the World του μεγιστάνα των ΜΜΕ Ρούπερτ Μέρντοχ πιάστηκε στα δίχτυα του FCPA νόμου γιατί δωροδοκούσε άγγλους αστυνομικούς για να βγάζει ειδήσεις λαβράκια, ο πέλεκυς του FCPA έπεσε βαρύς σε στελέχη του αγγλικού Κράτους: Εννιά αστυνομικοί καταδικάστηκαν μεταξύ των οποίων και ένα ηγετικό στέλεχος της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας της χώρας, ο Έϊπριλ Κάσμπερν. Ενώ ο Μέρντοχ αποφάσισε και έβαλε λουκέτο στην εφημερίδα μετά την γενική κατακραυγή της αγγλικής κοινής γνώμης για μια δημοσιογραφία που χρησιμοποιούσε μαφιόζικες μεθόδους για να βγάζει ειδήσεις και κουτσομπολιά γύρω από σταρ, σελέμπριτις και ποδοσφαιριστές της Γηραιάς Αλβιώνας.

Προφανώς το μέλλον θα δείξει πόσο βαθιά θα μπει το υπερπόντιο, νομικό νυστέρι του FCPA και στο μολυσμένο σώμα της δημόσιας ζωής και του συστήματος υγείας της χώρας μας που μέχρι να βγει το σκάνδαλο στην φόρα μεταχειριζόταν τα μπαξίσια της Novartis όχι σαν μια σοβαρή νόσο που απαιτούσε γενναίες νομικές και δικαστικές κινήσεις και αποφάσεις από ένα κράτος που θα ήθελε να δείξει, εμπράκτως, ότι σέβεται τους νόμους του και τους πολίτες του αλλά σαν ένα μικρό μπάχαλο που δημιούργησε κάποιες παροδικές ζαλάδες στους εμπλεκόμενους για το πως θα ξεπλύνουν τα μεγάλα ποσά που εικάζεται ότι έλαβαν χωρίς να τους πάρει κανείς χαμπάρι.

Η ειρωνεία της τύχης εδώ είναι ότι κανείς ως τώρα δεν έχει αναθεματίσει, ή, ευχαριστήσει δημόσια τους αμερικάνους για τον FCPA νόμο. Τόσο η αμερικανόφιλη ελληνική δεξιά όσο και η ποτισμένη με αντιαμερικανισμό αριστερά της χώρας μας, μάλλον δεν έχουν μελετήσει καλά την ιστορία ενός νόμου που ίσως αλλάξει μια για πάντα και το πολιτικό βαρόμετρο μεταξύ αριστεράς και δεξιάς στην χώρα μας. «Μπίζνες ας γιούζουαλ ις όβερ», που θα έλεγαν και οι αμερικάνοι φίλοι, ή, εχθροί μας, αναλόγως με τις πεποιθήσεις του καθενός για την χώρα που γέννησε τον FCPA νόμο που καταριέται τώρα ο πλανητάρχης Τράμπ.