Είναι το νέο όνομα μίας νέας γεωλογικής περιόδου, η οποία ορίζεται από την επίδραση του ανθρώπου στον πλανήτη. Ένα σημάδι που θα παραμείνει στο γεωλογικό αρχείο της Γης πολύ καιρό μετά την κατάρρευση των πόλεων μας…

Οι προσπάθειες οριοθέτησης της περιόδου που σηματοδοτεί η παρουσία και η δραστηριότητα του ανθρώπου πυροδότησαν έναν έντονο επιστημονικό διάλογο μεταξύ γεωλόγων και περιβαλλοντολόγων.

Έχει ο άνθρωπος επιφέρει μη αναστρέψιμες αλλαγές στον πλανήτη;

Αυτό το εκ πρώτης απλό ερώτημα, σήμανε την έναρξη μιας νέας διαμάχης για τον τρόπο με τον οποίον πρέπει να προσδιοριστεί η περίοδος του χρόνου στην οποία ζούμε. 

Σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση Γεωλογικών Επιστημών (IUGS) επισήμως βρισκόμαστε  στην εποχή του Ολόκαινου, την οποία η Ένωση χαρακτηρίζει «εντελώς πρόσφατη» και η οποία ξεκίνησε πριν από 11.700 χρόνια, ακριβώς μετά από την τελευταία μεγάλη Εποχή των Παγετώνων. Με άλλα λόγια, τα 12.000 χρόνια σταθερού κλίματος κατά τη διάρκεια των οποίων αναπτύχθηκε ο ανθρώπινος πολιτισμός.

Σύμφωνα όμως, με άλλους επιστήμονες, ο προσδιορισμός αυτός ήταν ξεπερασμένος.

Οι θιασώτες της θεωρίας ονόμασαν την νέα περίοδο «Ανθρωπόκαινο» -Anthropocene, ελληνικές οι ρίζες της λέξης- επειδή ο άνθρωπος έχει προκαλέσει, μεταξύ άλλων μόνιμων επιπτώσεων, μαζική εξαφάνιση φυτικών και ζωικών ειδών, μόλυνση των ωκεανών, μεταβολή της ατμόσφαιρας. Είναι τόσο βαθιά η αλλαγή της Γης από την ανθρώπινη δραστηριότητα ώστε το Ολόκαινο πρέπει απλά να δώσει τη θέση στον Ανθρωπόκαινο, υποστηρίξαν.

Η λέξη «Ανθρωπόκαινος» προτάθηκε ως όρος το 2000 από τον χημικό της ατμόσφαιρας, βραβευμένο με Νόμπελ, Ολλανδό Πολ Κρούτζεν.

«Η σημασία της Ανθρωποκαίνου είναι ότι θέτει σε διαφορετική τροχιά το σύστημα της Γης, της οποίας είναι μέρος», δήλωνε ο καθηγητής Jan Zalasiewicz, γεωλόγος στο Πανεπιστήμιο του Leicester και πρόεδρος της Ομάδας Εργασίας για την Ανθρωπόκαινο (WGA), η οποία ξεκίνησε τις εργασίες της το 2009. 

Αρχικά οι περισσότεροι επιστήμονες που χρησιμοποίησαν το νέο όρο δεν ήταν γεωλόγοι. Ο Zalasiewicz, ο οποίος είναι, βρήκε το debate ενδιαφέρον. «Παρατήρησα ότι ο όρος του Κρούτζεν εμφανίζεται χωρίς εισαγωγικά και χωρίς ειρωνείες» έλεγε. Το 2007 ο Zalasiewicz ως πρόεδρος της Επιτροπής Στρωματογραφίας της Γεωλογικής Εταιρείας του Λονδίνου, αποφάσισε να ρωτήσει τους συναδέλφους τι σκέφτονται για τον Ανθρωπόκαινο. Είκοσι ένας από τους 22 είπαν ότι άξιζε. 

Το 2013 ο όρος άρχισε να βρίσκει όλο και περισσότερους υποστηρικτές στους κύκλους της επιστημονικής ελίτ, γεγονός που επιβεβαιώθηκε τόσο από το πλήθος των δημοσιεύσεων (200 περίπου άρθρα μέσα σε έναν χρόνο), όσο και από την κυκλοφορία μιας επιθεώρησης με τίτλο «Anthropocene».

Το 2016 η Ένωση IUGS συγκάλεσε συνέδριο προκειμένου να ανακηρυχθεί πλέον και επίσημα το Ανθρώποκαινο ως η νέα γεωλογική περίοδος στην οποία έχει εισέλθει ο πλανήτης.

Πολλοί στρωματογράφοι (οι οποίοι έχουν ορίσει δεκάδες διαφορετικές υποδιαιρέσεις στον γεωλογικό χρόνο) συνεχίζουν να επικρίνουν τη θεωρία, λέγοντας ότι σαφείς αποδείξεις για αυτή τη νέα εποχή απλά δεν υπάρχουν.

«Αν θέλουμε να μιλήσουμε με όρους γεωλογικού χρόνου, χρειάζεται να ορίσουμε με ακρίβεια τα όρια όπως αυτά εμφανίζονται στα στρώματα των βράχων», λέει ο Whitney Autin, καθηγητής Παλαιοντολογίας  - Στρωματογραφίας στο Suny College του Brockport, ο οποίος θεωρεί ότι το Ανθρωπόκαινο αφορά μάλλον την ποπ κουλτούρα παρά την επιστήμη αυτή καθαυτή.

Το κρίσιμο, υποστηρίζει, είναι να προσδιορίσουμε πότε ακριβώς ο άνθρωπος άρχισε να αφήνει το σημάδι του στη γεώσφαιρα και στη βιόσφαιρα: Η εποχή της ατομικής βόμβας, για παράδειγμα, άφησε ίχνη ραδιενεργούς ακτινοβολίας στο έδαφος όλου του πλανήτη, ενώ σε βαθύτερα στρώματα βράχων στην Ευρώπη ανιχνεύονται ίχνη αγροτικής καλλιέργειας πριν από 9.000 χρόνια. Η Ανθρωπόκαινος, λέει ο Autin, «έχει μια εντυπωσιακή φρασεολογία, αλλά από γεωλογικής άποψης χρειάζομαι αδιάσειστα στοιχεία». Ορισμένοι εκ των υποστηρικτών της θεωρίας παραδέχονται ότι όντως υπάρχει δυσκολία ως προς αυτό. Αλλά, την ίδια στιγμή παροτρύνουν να πάει η συζήτηση παρακάτω, να τεθεί ένα κοινά αποδεκτό όριο και να προχωρήσουν. 

Ο καθηγητής Will Steffen, επικεφαλής του Διεθνούς Προγράμματος Γεώσφαιρας-Βιόσφαιρας στη Στοκχόλμη, ο οποίος και έχει συνυπογράψει άρθρα με τον Κρούτζεν, προτείνει ως έναρξη της εποχής είτε την έλευση της βιομηχανικής επανάστασης στις αρχές του 1800, είτε τη δεκαετία του 1950 που σηματοδοτεί την έναρξης της ατομικής εποχής, ήδη με τις πρώτες δοκιμές πυρηνικών βομβών. Έτσι ή αλλιώς, όπως λέει, το νέο όνομα στέλνει ένα μήνυμα: «[Θα] είναι άλλη μια ισχυρή υπενθύμιση στο ευρύ κοινό ότι οι επιπτώσεις στο περιβάλλον, μιλώντας στην κλίμακα του πλανήτη συνολικά, είναι τόσο αδιαμφισβήτητες τόσο ώστε μια νέα γεωλογική εποχή έχει αρχίσει».

Ο Andrew Revkin, δημοσιογράφος των New York Times (τώρα μπλόγκερ) είχε προτείνει έναν  παρόμοιο όρο το 1992 -που δεν είχε απήχηση- το «Anthrocene». Όπως έλεγε «δύο δισεκατομμύρια χρόνια πριν, τα κυανοβακτήρια, οι πρώτοι πιθανοί οργανισμοί που παρείχαν οξυγόνο στην ατμόσφαιρα και διέσπασαν δυναμικά τη ζωή στη Γη, δεν το γνώριζαν. Είμαστε το πρώτο είδος που έχει επιρροή πλανητικής κλίμακας και έχει επίγνωση αυτής της  πραγματικότητας. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη διαφορά».

«Από τη στιγμή που η Γη είναι το σύστημα υποστήριξης της ζωής, στην πραγματικότητα είμαστε το πλήρωμα ενός τεράστιου διαστημόπλοιου. Συνεπώς, η παρέμβαση μας στη λειτουργία του σε αυτό το επίπεδο και σε αυτή την κλίμακα είναι πολύ σημαντική. Εάν εσείς ή εγώ ήμασταν πλήρωμα σε ένα μικρότερο διαστημόπλοιο, θα ήταν αδιανόητο να παρέμβουμε στα συστήματα που μας παρέχουν αέρα, νερό, τροφή και έλεγχο του κλίματος. Η μετάβαση στον Ανθρωπόκαινο, ουσιαστικά μας λέει ότι παίζουμε με τη φωτιά, ότι έχουμε έναν απερίσκεπτο τρόπο συμπεριφοράς, για τον οποίο θα μετανιώσουμε, εκτός και αν καταλάβουμε την κατάσταση» είχε πει πριν από λίγους μήνες, ο καθηγητής Chris Rapley, επιστήμονας του κλίματος στο University College του Λονδίνου και πρώην διευθυντής του Μουσείου Επιστήμης του Λονδίνου, ο οποίος δεν είναι μέλος της WGA.

Για να οριστεί μια νέα γεωλογική εποχή, χρειάζεται ένα «σήμα», ένα κομβικό σημείο σε παγκόσμιο επίπεδο που θα παραμείνει ανεξίτηλο στο μελλοντικό γεωλογικό αρχείο. Για παράδειγμα, η εξαφάνιση των δεινοσαύρων 66 εκατ. χρόνια πριν, στο τέλος της Κρητιδικής περιόδου, ορίζεται από μια «χρυσή ακίδα» στα ιζήματα, εν προκειμένω από τη διασπορά μεταλλικού ιριδίου σε όλο τον κόσμο μετά τη σύγκρουση μετεωρίτη με τη Γη.  

Οι 35 επιστήμονες της WGA θα περάσουν τα επόμενα δύο - τρία χρόνια καθορίζοντας ποια από αυτά τα «σήματα» είναι πιο δυνατά. Εν ολίγοις, εντοπίζοντας και καθορίζοντας το σημείο έναρξης του Ανθρωπόκαινου.

Οι επιστήμονες επικεντρώνονται σε τοποθεσίες όπου σχηματίζονται ετήσια στρώματα και διερευνούν ιζήματα λάσπης από την ακτή της Σάντα Μπάρμπαρα στην Καλιφόρνια μέχρι το σπήλαιο Ερνέστο στη βόρεια Ιταλία, όπου οι σταλακτίτες και οι σταλαγμίτες συσσωρεύουν ετήσιους δακτύλιους. Τα ιζήματα των λιμνών, οι πυρήνες στους πάγους της  Ανταρκτικής, τα κοράλλια, οι δακτύλιοι των δένδρων ακόμη και τα στρώματα των σκουπιδιών σε χώρους υγειονομικής ταφής θεωρούνται στοιχεία και συνυπολογίζονται.

Αποδείξεις του Ανθρωπόκαινου

Οι επιπτώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας:

  • Τα ποσοστά εξαφάνισης  ζώων και φυτών υπερβαίνουν κατά πολύ τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο. Εάν συνεχίσουμε με τους ίδιους ρυθμούς, μέσα σε λίγους αιώνες το 75% των ειδών της Γης θα εξαλειφθεί.
  • Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (οι υψηλότερες σε 66 εκατ. χρόνια) που προκαλεί η χρήση ορυκτών καυσίμων έχει εκτοξεύσει τα επίπεδα από 280 μέρη ανά εκατομμύριο της προβιομηχανικής περιόδου σε 400 ppm (τα 400 ppm σημαίνουν 400 μόρια διοξειδίου για κάθε ένα εκατομμύριο μόρια συνολικά στην ατμόσφαιρα).
  • Οι ποσότητες πλαστικού στους ωκεανούς και στις πλωτές οδούς είναι τόσο τεράστιες ώστε τα μικροπλαστικά σωματίδια είναι πλέον πανταχού παρόντα και τα πλαστικά θα αφήσουν αναγνωρίσιμα απολιθώματα που θα ανακαλύψουν οι μελλοντικές γενιές.
  • Κατά τον περασμένο αιώνα οι ποσότητες αζώτου και φωσφόρου στο έδαφος διπλασιάστηκαν με τη χρήση λιπασμάτων. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη επίπτωση στον κύκλο του αζώτου μέσα σε 2,5 δισεκατομμύρια χρόνια.
  • Η ανθρώπινη δραστηριότητα άφησε ένα μόνιμο στρώμα από αερομεταφερόμενα σωματίδια στα ιζήματα και στους παγετώνες, όπως ο μαύρος άνθρακας από την καύση ορυκτών καυσίμων.