Την ώρα που στο Παρίσι διεξάγεται η παγκόσμια σύνοδος για το κλίμα με έντονες αντιπαραθέσεις σχετικά με το ποιος - αναπτυσσόμενες ή ανεπτυγμένες χώρες - θα αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τη μείωση της εκπομπής των αερίων του θερμοκηπίου, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Ουρουγουάη δίνει το παράδειγμα για τη  μετάβαση της ανθρωπότητας σε ένα διαφορετικό μοντέλο παραγωγής ενέργειας.

Όπως ανακοίνωσε ο επικεφαλής της πολιτικής για την κλιματική αλλαγή στην Ουρουγουάη Ραμόν Μέντεζ, η χώρα παράγει πλέον το 95% της ηλεκτρικής ενέργειας που χρειάζεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το εντυπωσιακό επίτευγμα υλοποιήθηκε σε λιγότερα από δέκα χρόνια, χωρίς κρατικές επιδοτήσεις ή επιβαρύνσεις στους πολίτες.

Όπως υπογράμμισε ο Ραμόν Μέντεζ, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καλύπτουν το 94,5% των αναγκών του πληθυσμού της χώρας - 3,4 εκατομμύρια - για ηλεκτρική ενέργεια, γεγονός που οδήγησε και σε σημαντική μείωση των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος σε σχέση με τον πληθωρισμό. Παράλληλα σημειώνει πως με την κατάλληλη σύνθεση διαφορετικών ενεργειακών πηγών επιτυγχάνεται καλύτερη ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών - με λιγότερες διακοπές ρεύματος - και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην ξηρασία.

Μόλις 15 χρόνια πριν, η κατάσταση στην Ουρουγουάη ήταν τελείως διαφορετική, σημειώνει ο Guardian. Το 2000 το πετρέλαιο αντιστοιχούσε στο 27% των εισαγωγών της Ουρουγουάης και είχε ξεκινήσει η κατασκευή ενός αγωγού φυσικού αερίου από την Αργεντινή. Τότε η Ουρουγουάη ήταν μια χώρα εξαρτημένη ενεργειακά από την Αργεντινή, όμως σήμερα εξάγει ενέργεια στη γειτονική χώρα.  

Τώρα το μεγαλύτερο ποσοστό στις εισαγωγές αφορά στις ανεμογεννήτριες. Μεγάλη αύξηση καταγράφεται και στη χρήση βιομάζας και ηλιακής ενέργειας, που μαζί με τις υδροηλεκτρικές μονάδες, αντιστοιχούν στο 55% του ενεργειακού μείγματος της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των καυσίμων μεταφορών. Την ίδια στιγμή ο παγκόσμιος μέσος όρος είναι 12%.

Σημειώνεται πως η κυβέρνηση της Ουρουγουάης έχει κερδίσει τα εύσημα τα τελευταία χρόνια για τις πρωτοποριακές πολιτικές που έχει εφαρμόσει όχι μόνο στον τομέα της ενέργειας και των κοινωνικών πολιτικών, αλλά και στο θέμα των ναρκωτικών, με την κρατικοποίηση της παραγωγής της κάνναβης, και στα κοινωνικά δικαιώματα, στις αμβλώσεις και το γάμο ομόφυλων ζευγαριών.

Σήμερα επιβραβεύεται για τις πολιτικές στον τομέα της ενέργειας με τη WWF και την Παγκόσμια Τράπεζα να σημειώνουν πως «η Ουρουγουάη καθορίζει τις παγκόσμιες τάσεις στις επενδύσεις ανανεώσιμων πηγών ενέργειας». Η Ουρουγουάη αναδεικνύεται, όπως τονίζει η WWF, σε «ηγέτη πράσινης ενέργειας».

Ο Ραμόν Μέντεζ, στη σύνοδο κορυφής του ΟΗΕ στο Παρίσι, παρουσίασε ένα από τα πιο φιλόδοξα σχέδια για τη μείωση στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά 88% μέχρι το 2017, σε σύγκριση με το μέσο όρο της περιόδου 2009 - 2013. Όπως σημειώνει ο Ραμόν Μέντεζ στο επίτευγμα της Ουρουγουάης «δεν υπάρχουν τεχνολογικά θαύματα, ούτε πυρηνική ενέργεια, ενώ δεν έχει προστεθεί καμία νέα εγκατάσταση υδροηλεκτρικής ενέργειας στο δίκτυο για πάνω από δύο δεκαετίες».

Το κλειδί της επιτυχίας, όπως σημειώνει, είναι πιο απλό και βασίζεται στη σαφή λήψη αποφάσεων, ένα υποστηρικτικό ρυθμιστικό περιβάλλον και μια ισχυρή εταιρική σχέση μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό των ενεργειακών επενδύσεων τα τελευταία πέντε χρόνια, οι οποίες ανέρχονται πλέον στα 7 δισ., ποσό που αντιστοιχεί στο 15% του ΑΕΠ της χώρας.

«Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι μια επένδυση», δηλώνει ο Μέντεζ και προσθέτει: «Το κόστος κατασκευής και συντήρησης είναι αρκετά χαμηλό. Εφόσον δοθεί στους επενδυτές ένα ασφαλές περιβάλλον, τότε πρόκειται για ελκυστική επένδυση».  «Έχουμε ακόμη αρκετή δουλειά. Ο τομέας των μεταφορών εξακολουθεί να εξαρτάται από το πετρέλαιο. Αλλά η βιομηχανία σήμερα τροφοδοτείται κυρίως από μονάδες συμπαραγωγής βιομάζας», κατέληξε ο Μέντεζ, ο οποίος παρουσίασε και τους τρεις βασικούς παράγοντες της επιτυχίας της Ουρουγουάης:

  • Αξιοπιστία (μια σταθερή χώρα που ποτέ δεν έχει αθετήσει τις υποχρεώσεις της, ώστε να είναι ελκυστική σε επενδύσεις).
  • Φυσικό περιβάλλον (άνεμος, ήλιος και μεγάλες ποσότητες βιομάζας από τη γεωργία).
  • Ισχυρές δημόσιες επενδύσεις (ένας αξιόπιστος εταίρος για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις ― που μπορούν να συνεργαστούν με το κράτος― και ταυτόχρονα δημιουργεί ένα ελκυστικό περιβάλλον λειτουργίας).