Το 1920 πραγματοποιήθηκε ένα πείραμα που έμεινε γνωστό στην ιστορία της ψυχολογίας ως “The Little Albert Experiment”, σχετικά με τη φύση του φόβου. Υποστήριζε ότι όλοι γεννιόμαστε με έμφυτη την προδιάθεση να φοβόμαστε, αλλά το πως ανταποκρινόμαστε στο φόβο εξαρτάται από τις εμπειρίες που έχουμε βιώσει.

Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από το 1920 μέχρι σήμερα σε όλους τους τομείς, όπως και τον τομέα της ψυχολογίας. Σήμερα, υπάρχει έχει ένας κώδικας δεοντολογίας για πειράματα που εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα, τη συγκατάθεση και τη γενική ψυχική υγεία των μελών που παίρνουν μέρος σε ένα πείραμα, κάτι που όπως αποδεικνύεται από το πείραμα του Άλμπερτ δεν ίσχυε παλιότερα.

Ο καθηγητής John Watson ήταν ένας Αμερικανός ψυχολόγος και βασικός εκπρόσωπος του συμπεριφορισμού, της θεωρίας που επικεντρώνεται στη μελέτη της συμπεριφοράς ως αποτέλεσμα του περιβάλλοντος. Ο Watson είχε ενθουσιαστεί από την έρευνα που είχε κάνει ο Ivan Pavlov, σχετικά με τα εξαρτημένα αντανακλαστικά σε σκυλιά. Όπως είναι γνωστό, ο Pavlov,  χτυπούσε ένα κουδουνάκι κάθε φορά που τάιζε τα σκυλιά του. Την πρώτη φορά που συνέβη αυτό, τα σκυλιά άρχισαν να εκκρίνουν σάλια, ενώ με την επανάληψη της διαδικασίας, τα σκυλιά κατέληξαν να κάνουν το ίδιο πράγμα, μόνο με το άκουσμα του ήχου του κουδουνιού, χωρίς την ύπαρξη τροφής στο δωμάτιο. Ο Watson υποπτεύθηκε ότι το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και με τους ανθρώπους

«Αν μου δώσεις μία ντουζίνα υγιή βρέφη σε ένα ειδικά διαμορφωμένο χώρο από εμένα, ώστε να τα μεγαλώσω, εγγυώμαι πως μπορώ να πάρω οποιοδήποτε από αυτά και να το κάνω ό,τι εσείς θέλετε. Γιατρό, δικηγόρο, καλλιτέχνη, επιχειρηματία, ακόμα και κλέφτη. Ανεξάρτητα από το ταλέντο του, τις δυνατότητές του, τις τάσεις του, τις κλίσεις του και τη φυλή του», υποστήριζε ο Watson.

Σημειώνεται ότι ο Watson είχε κάποιες ιδιαίτερες τοποθέτησης σχετικά με τη ζωή, που θα χαρακτηρίζονταν μάλλον σκληρές από κάποιους, καθώς θεωρούσε ότι είναι λάθος να δίνεται στοργή στα παιδιά διότι με αυτόν τον τρόπο θα ανέπτυσσαν συναισθηματικές διαταραχές στο μέλλον.

Αποφάσισε λοιπόν να δοκιμάσει τη θεωρία του σε ένα μωρό υγιές και φυσιολογικό. Μαζί με τη συνεργάτιδά του Rosalie Rayner, η οποία ήταν και μεταπτυχιακή του φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο John Hopkins, βρήκαν ένα μωρό 9 μηνών, που το  ονόμασαν «μικρό Άλμπερτ» για να λάβει μέρος στο πείραμα.

Το πρώτο βήμα ήταν να εκθέσουν το παιδί σε διάφορα ερεθίσματα, αφού πρώτα βεβαιωθούν ότι δεν υπήρχαν ήδη σημάδια φόβου σε αυτά. Έτσι το έφεραν σε επαφή με ένα λευκό ποντίκι, ένα κουνέλι, ένα πιθηκάκι, μάσκες και κομμάτια εφημερίδας. Το παιδί δεν έδειξε σημάδια φόβου με κάποιο από αυτά. Την επόμενη φορά, ο Watson έδωσε στο παιδί το ποντίκι, αλλά έκανε θόρυβο, χτυπώντας ένα μεταλλικό σωλήνα με το σφυρί. Όπως ήταν φυσικό, ο μικρός τρόμαξε από τον εκκωφαντικό ήχο και έβαλε τα κλάματα. Η διαδικασία αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές και ο μικρός Άλμπερτ άρχισε να βάζει τα κλάματα κάθε φορά που έβλεπε το ποντίκι.

«Τη στιγμή που δείχναμε στο αγόρι το ποντίκι, έβαζε αυτομάτως τα κλάματα. Σχεδόν αμέσως γυρνούσε προς τα αριστερά, έριχνε το βάρος του στην αριστερή του πλευρά, σηκωνόταν όρθιο και χοροπηδούσε τόσο γρήγορα, ώστε με δυσκολία κρατιόταν για να μην ανέβει στο τραπέζι», είχαν γράψει χαρακτηριστικά ο Watson και η Rayner στη μελέτη τους.

Στη συνέχεια έστειλαν τον μικρό Άλμπερτ στο σπίτι για περίπου μια βδομάδα. Όταν ο μικρός επέστρεψε άρχισαν να του παρουσιάζουν και άλλα μαλλιαρά ζώα που έμοιαζαν στο ποντίκι. Όπως αναμενόταν, ο φόβος του μικρού Άλμπερτ μεταφερόταν και σε άλλα γούνινα αντικείμενα, σε γούνινα παλτά ακόμα και στη μάσκα του Άγιου Βασίλη με τη γενειάδα.

Παρόλο που το πείραμα σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο γνωστά στη ψυχολογία και συμπεριλαμβάνεται σε μελέτες και μαθήματα στα διάφορα πανεπιστήμια παγκοσμίως, προκάλεσε αντιδράσεις και κατακρίθηκε από πολλούς. Αρχικά οι οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι  ο Watson και η Rayner δεν ανέλυσαν την αντίδραση του παιδιού με βάση τα αντικείμενα που του δόθηκαν, αλλά με βάση τη δική τους προσωπική εκτίμηση και ερμηνεία. Στη συνέχεια υπήρξαν επιστήμονες που θεώρησαν το πείραμα ανήθικο, επειδή δε δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην ψυχική υγεία του μικρού αγοριού, αλλά κυρίως επειδή ο Watson δεν ασχολήθηκε στη συνέχεια με το να ξεπεράσει ο μικρός Albert τη φοβία, που ο ίδιος ο ψυχολόγος του δημιούργησε.

Η οργή που δημιουργήθηκε από το πείραμα του μικρού Άλμπερτ προκάλεσε πολλές απορίες σχετικά με το τι του συνέβη στη συνέχεια και που βρίσκεται. Αλλά ο εντοπισμός του ήταν αδύνατος.  Σημειώνεται μάλιστα ότι ο Watson έκαψε τα χαρτιά που αφορούσαν το φάκελο του Άλμπερτ πριν πεθάνει, πιθανόν από την αίσθηση της ντροπής γύρω από την κριτική της ηθικής του. Το πραγματικό όνομα του Άλμπερτ ήταν άγνωστο για λόγους προστασίας της ιδιωτικής ζωής, αλλά οι ερευνητές γνωρίζοντας κατά προσέγγιση την ημερομηνία γέννησης του και το γεγονός ότι η μητέρα του ήταν νοσοκόμα στο Johns Hopkins, ήταν σε θέση να καταλήξουν σε δύο πιθανές επιλογές.

Σύμφωνα με την πρώτη επικρατούσα θεωρία ήταν ότι μικρός Albert ήταν Douglas Merritt, ένα παιδί με αναπτυξιακά προβλήματα που πέθανε σε ηλικία 6 ετών, το 1925,  από υδροκεφαλίτιδα. Ο καθηγητής πιθανόν να ήξερε ότι το αγόρι έπασχε από την ασθένεια, αλλά παράκαμψε το γεγονός, για να πετύχει το στόχο του.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 2014, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου MacEwan στον Καναδά παρουσίασαν μια πιο αξιόπιστη πιθανότητα. Το άλλο μωρό που πληρούσε τα κριτήρια ήταν ο William Albert Barger. Και αυτός ο «Άλμπερτ» ήταν νεκρός. Όταν ο Tom Bartlett κατάφερε να εντοπίσει την ανιψιά του, δήλωσε: «Η ειλικρινής απάντηση είναι ότι κανείς δεν ξέρει. Αλλά αν ο William Albert Barger ήταν μικρός Άμπερτ, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι η έρευνα του Watson, είχε κάποια βάση».

Μπορείτε να διαβάσετε σχετικά: