Η Marie Tussaud ήταν 89 ετών και μία από τις πιο επιτυχημένες γυναίκες του 19ου αιώνα, όταν πέθανε στο σπίτι της στη Baker Street του Λονδίνου, στις 16 Απριλίου του 1850.  Παρά το  γεμάτο προβλήματα παρελθόν της, η ίδια είχε καταφέρει να έχει στο όνομά της  μια από τις πιο δημοφιλείς τουριστικές ατραξιόν της Μεγάλης Βρετανίας , η οποία μάλιστα διατηρεί τη φήμη και την επισκεψιμότητά της ακόμα και στις μέρες μας. 

 

Τα προβλήματα της Madame Tussaud ξεκινούν από τη γέννησή της  κιόλας στο Στρασβούργο , στα τέλη του 1761. Η ίδια δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της, το Γερμανό στρατιωτικό Grosholtz, το πρόσωπο του οποίου υπήρξε πλήρως παραμορφωμένο από τις πολλαπλές συμμετοχές του στον πόλεμο . Το σαγόνι του μάλιστα είχε αντικατασταθεί από ένα μεταλλικό εμφύτευμα , αφού είχε δεχθεί μια σφαίρα ακριβώς σε εκείνο το σημείο. Πέθανε  δύο μόλις μήνες πριν τη γέννηση της  Marie.  Η νεαρή χήρα μητέρα της, Anne Marie, μετακόμισε τότε μαζί της στη Βέρνη της Ελβετίας, όπου εργαζόταν σαν οικονόμος  στο γιατρό Philippe Curtius. Ο Curtius είχε ταλέντο στη δημιουργία κέρινων ομοιωμάτων και διατηρούσε ένα μουσείο με τις προτομές και τα υπόλοιπα αγάλματά του.

 

Η  Marie Tussaud μεγάλωσε έχοντας τον  Curtius σαν θείο της  και έμαθε από αυτόν την τέχνη της δημιουργίας κέρινων ομοιωμάτων.  Όταν αυτός μετακόμισε στο  Παρίσι όπου γνώρισε μεγάλη επιτυχία με τα έργα του, η Marie τον ακολούθησε με τη μητέρα της και έγιναν οι βοηθοί του. Γνωρίστηκε τότε με πολλούς από τους κορυφαίους Γάλλους αριστοκράτες και διανοούμενους της εποχής και δημιούργησε ομοιώματα τόσο του Βολταίρου όσο και του Ρουσό, που βρίσκονταν τότε εν ζωή. Το 1780, προσελήφθη για να διδάξει τη Madame Elizabeth, την αδελφή του Louis XVI, με αποτέλεσμα να γνωρίσει  το βασιλιά και πολλά ακόμα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Ο Curtius αργότερα ανέπτυξε  σχέσεις με τους Ιακωβίνους και η Marie γνώρισε το Ροβεσπιέρο και άλλους επαναστάτες στον κύκλο του θείου της.

Μπορείτε να διαβάσετε σχετικά: «1+5 μουσειακές εικόνες και εικονικότητες» της Αναστασίας Χουρμουζιάδη

 

Καθώς η  περίοδος της Μεγάλης Τρομοκρατίας έφτασε στο τέλος της, η Marie Tussaud αναγκάστηκε να φτιάξει προτομές των θυμάτων που θανατώθηκαν στη γκιλοτίνα, πολλά από τα οποία ήταν φίλοι του θείου της. Δημιούργησε μεταξύ άλλων τις προτομές της πριγκίπισσας de Lamballe, του Louis XVI, της Charlotte Corday, της Μαρίας Αντουανέττας και του Ροβεσπιέρου. 

 

Ο Curtius πέθανε το 1794 και άφησε στη Marie  τη συλλογή του. Ένα χρόνο αργότερα , η Marie παντρεύτηκε το François Tussaud. Απέκτησαν μαζί δύο γιους, αλλά ο γάμος τους δεν ήταν επιτυχής και η Marie τον είδε για τελευταία φορά το 1802, όταν πήρε τα αγόρια της και τη συλλογή των κέρινων ομοιωμάτων της για να ξεκινήσει τις περιηγήσεις της σε  πόλεις της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας, προτού εγκατασταθεί στο Λονδίνο το 1835, στη γωνία της Baker Street και της πλατείας Portman. 

 

Ο δούκας του Ουέλινγκτον ήταν τακτικός επισκέπτης  της και του άρεσε να κοιτάζει τα είδωλα του ίδιου και του Ναπολέοντα. Όταν η βασίλισσα Βικτόρια στέφθηκε το 1837, η Madame Tussaud δημιούργησε μια υπέροχη απεικόνιση της σκηνής. Τα επόμενα χρόνια, τα απομνημονεύματά της δημοσιεύθηκαν, αλλά περιείχαν ελάχιστα στοιχεία για την ιδιωτική της ζωή. Ήταν ένας ομιλητικός άνθρωπος, αλλά ήταν πάντα κρυψίνους σε σχέση με τις εμπειρίες της κατά τη διάρκεια της Τρομοκρατίας.

 

Εκτός από τα κέρινα ομοιώματα, τα ιστορικά κειμήλια που εκτίθενται στο μουσείο της Madame Tussaud περιλαμβάνουν μία από τις λεπίδες της γκιλοτίνας του διαβόητου δήμιου Sanson και αντικείμενα που σχετίζονται με τον Ναπολέοντα. Στο παρελθόν υπήρχε επίσης μια ειδική αίθουσα αφιερωμένη σε δολοφόνους και αιματοχυσίες της εποχής, η οποία από το 1846 ονομάστηκε «Κάμαρα του Τρόμου». Οι γιοι της Madame Tussaud, Joseph και Francis, εντάχθηκαν στην επιχείρηση, αλλά μέχρι τη δεκαετία του 1880 η ίδια η Madame καθόταν στην είσοδο των εκθεσιακών χώρων του μουσείου για να συλλέγει το χρηματικό αντίτιμο του κοινού. 

 

Προς το τέλος της ζωής της, καθώς άρχισε να υποφέρει από σοβαρό άσθμα, ανακάλυψε ξανά την ρωμαιοκαθολική πίστη της. Οι γιοι της βρίσκονταν  δίπλα της όταν πέθανε στο κρεβάτι της και τα τελευταία της λόγια ήταν να μην  τσακωθούν ποτέ. Κηδεύτηκε και ετάφη στο καθολικό παρεκκλήσι της Fulham Road, στο πλάι πολλών Γάλλων εξόριστων. Το φέρετρό της μεταφέρθηκε στη συνέχεια στον καθεδρικό St Mary's στην οδό Cadogan του Λονδίνου.