Απόγευμα του Οκτώβρη του 1933. Η αστυνομία της Φλόριντα φτάνει στην κατοικία  του Victor Licata. Οι γείτονές της στενά συνδεδεμένης κοινότητας των μεταναστών ανησύχησαν. Κανείς δεν είχε μπει ούτε είχε βγει από το σπίτι της ιταλοαμερικανικής οικογένειας όλη την ημέρα, κάτι που ήταν περίεργο, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα παιδιά της οικογένειας πήγαιναν σχολείο και ότι ο πατέρας, ο Mike, δούλευε σε δύο γνωστά κουρεία της περιοχής.

Όταν η αστυνομία άνοιξε την πόρτα, αντίκρισε ένα σκηνικό σφαγής. Ο 21χρονος Victor Licata είχε δολοφονήσει την οικογένειά του με ένα τσεκούρι το προηγούμενο βράδυ. Νεκροί ήταν ήδη οι δύο γονείς του, ένας από τους αδελφούς του και η νεότερη αδελφή του και ένας μικρότερος αδελφός θα ξεψυχούσε σύντομα. Ο Βίκτωρ βρέθηκε στο μπάνιο, καθισμένος σε μια καρέκλα, ξεφυσώντας ασταμάτητα. Ισχυρίστηκε ότι η οικογένεια του προσπάθησε να του αφαιρέσει τα μέλη του κορμιού του και να αντικαταστήσει τα κανονικά του χέρια με ξύλινα.

Σύμφωνα με το βιβλίο του Larry Slomans, Reefer Madness, λίγο μετά τις δολοφονίες, αξιολογήθηκε από τους ψυχιάτρους ότι ο Licata πάσχει από σχιζοφρένεια. Οι γιατροί υποστήριξαν ότι η κατάστασή του ήταν κληρονομική, καθώς ένας θείος του και δύο ξαδέρφια του είχαν ήδη νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο, ενώ οι γονείς του ήταν πρώτα ξαδέρφια.

Η περίπτωση της δολοφονίας, θα είχε περάσει απαρατήρητη στην μικρή πόλη αν δεν υπήρχε μία μικρή λεπτομέρεια στην ιστορία. Σύμφωνα με την τοπική εφημερίδα, όταν διέπραξε τις δολοφονίες ο Victor Licata είχε “εθιστεί στη μαριχουάνα για πάνω από έξι μήνες”.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν ο Harry Anslinger άκουσε σχετικά με την υπόθεση Licata, ήξερε ότι ήταν η είδηση που περίμενε εδώ και καιρό. Ο Anslinger είχε διοριστεί εκείνη την εποχή, επικεφαλής του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ναρκωτικών και είχε επικεντρωθεί σε ναρκωτικά όπως η κοκαΐνη και η ηρωίνη, αλλά αυτές οι ουσίες χρησιμοποιούνταν μόνο από μία μικρή μειοψηφία. Συνεπώς χρειαζόταν κάτι περισσότερο για να κρατήσει τη θέση του στο γραφείο και η μαριχουάνα μπορούσε να τον βοηθήσει, καθώς ήταν αρκετά “δημοφιλής” εκείνη την περίοδο.

Ο Anslinger συμβουλεύτηκε 30 γιατρούς για τη σχέση του ναρκωτικού με τη βία. Όλοι, εκτός από έναν, επιβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει συσχετισμός, εκείνος όμως επέλεξε να τους παραβλέψει και να κρατήσει την άποψη ενός γιατρού που είχε αντίθετη άποψη. Προειδοποίησε μάλιστα σε μία ακρόαση του σχετικά με τη χρήση του ναρκωτικού ότι "μερικοί άνθρωποι θα νιώσουν μία ανεξήγητη οργή, θα είναι  ανεύθυνοι και ενδέχεται να διαπράξουν βίαια εγκλήματα”.

Το κίνημα που δημιούργησε κατά της μαριχουάνας είχε τις ρίζες του στο ρατσισμό. "Το χόρτο κάνει τους μαύρους να πιστεύουν ότι είναι τόσο καλοί όσο οι λευκοί.
Υπάρχουν 100.000 συνολικά καπνιστές μαριχουάνας στις ΗΠΑ και οι περισσότεροι είναι νέοι, Ισπανοί, Φιλιππινέζοι και μουσικοί. Η τζαζ και η σουίνγκ είναι σατανικές μουσικές που προέρχονται από τη χρήση μαριχουάνας. Η μαριχουάνα οδηγεί τις  λευκές γυναίκες να συνάπτουν ερωτικές σχέσεις με τους νέγρους και τους μουσικούς” ήταν κάποιες άλλες από τις δηλώσεις τους.

Ξεκινώντας το 1939, αμέσως μετά την πρώτη εκτέλεση του «Strange Fruit», ο Anslinger άρχισε να στρέφεται εναντίον της τραγουδίστριας Billie Holiday, η οποία φημολογείται ότι έχει εθισμό στην ηρωίνη. Οι δικοί της άνθρωποι πιστεύουν ότι η εκστρατεία του Anslinger της δημιούργησε τεράστια πίεση, συμβάλλοντας στον πρώόωρο θάνατό της. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου κατά των ναρκωτικών,  η “κάνναβη” μετονομάστηκε στην ισπανική λέξη “μαριχουάνα’, με στόχο  να επωφεληθεί από το αντι-μεξικανικό πνεύμα.

Στις ακροάσεις του 1937 σχετικά με το νομοσχέδιο για την απαγόρευση της μαριχουάνας, ζητήθηκε από τον Anslinger να παραθέσει ιστορίες που αποδεικνύουν τη σχέση βίας με τη μαριχουάνα.

Δύο εβδομάδες αργότερα, έφτασε μια επιστολή από τον επικεφαλής επιθεωρητή του Κέντρου Υγείας της Φλόριντα, όπου αναφερόταν η ιστορία του Victor Licata. Ο επιθεωρητής έστειλε επίσης μια φωτογραφία, του σχιζοφρενούς νεαρού, που κυκλοφόρησε στις εφημερίδες της Φλόριντα. Στη φωτογραφία του Licata ο Anslinger βρήκε το βίαιο πρόσωπο , που ενσάρκωνε τις επιπτώσεις του ναρκωτικού.

Ο νόμος που συντάχθηκε από τον Anslinger, εγκρίθηκε το 1937 καθιστώντας την πώληση και την κατοχή της μαριχουάνας παράνομη σε ολόκληρη τη χώρα. Το 1950, ο Victor Licata κρεμάστηκε με ένα σεντόνι. Ταυτόχρονα, ο Anslinger έφτασε στο απόγειο της καριέρας του, καθώς σύμφωνα με τα λεγόμενα του, μέσα σε τριάντα χρόνια κατάφερε να μετατρέψει αυτό το κατεστραμμένο τμήμα στην έδρα για έναν παγκόσμιο πόλεμο που θα συνεχιστεί για δεκαετίες.

Με πληροφορίες από το Timeline

Η διαπίστωση είναι απλή: ποτέ στην ιστορία των οργανωμένων κοινωνιών δε γινόταν τόσος λόγος, δεν είχε αναπτυχθεί τέτοια φιλολογία για τα "ναρκωτικά", όσο στις τελευταίες δεκαετίες και κυρίως στις μέρες μας. Και ποτέ δεν είχε προσλάβει τόσο ανησυχητικές διαστάσεις η σύγχυση των πολλών για ένα πρόβλημα όντως οξύ, σύνθετο και πολυδιάστατο. Ο συγγραφέας του βιβλίου «Κάνναβη, Μαριχουάνα, Χασίς», Κλεάνθης Γρίβας, διαθέτει την ευρυμάθεια για να φωτίζει στα βιβλία του και τα άρθρα του το πρόβλημα σε όλες τις πτυχές του.